Σημειώσεις για την πολιτική της θεϊκής βασιλείας

μνήμη David Graeber 1961-2020

david_graeber 4

Μιλάγαμε για «θάνατο στη Βενετία» μεταφορικά, όμως, σχεδόν την ίδια στιγμή, ο θάνατος χτύπησε πραγματικά στη Βενετία ένα δικό μας άνθρωπο. Στις 2 του Σεπτέμβρη χάσαμε τον Ντέιβιντ Γκρέμπερ. Με την αναγγελία αυτού του χαμού, ο Τέταρτος Κόσμος μετάφρασε αμέσως και τιμής ένεκεν λίγες σελίδες του, την εισαγωγή ενός δοκιμίου του – μετάφραση που ακολουθεί παρακάτω.

Θα θυμόμαστε πάντα τον άνθρωπο που, με το Toward an Anthropological Theory of Value: The False Coin of Our Own Dreams (Palgrave, 2002), κέρδισε τη γενική αναγνώριση στον κλάδο του σε σχετικά νεαρή ηλικία, ανοίγοντας ξεχασμένες προοπτικές στην ανθρωπολογική θεωρία. Θα θυμόμαστε που μάθαμε ότι ο συγγραφέας εκείνου του βιβλίου, παιδί αυτοδίδαχτων εργατών που είχε μεγαλώσει μέσα σε αντισυμβατικές συνθήκες, με πατέρα που είχε πολεμήσει εθελοντικά στην Ισπανία, ήταν μαθητής του Μάρσαλ Σάλινς. Θα θυμόμαστε που, το 2004 με το Fragments of an Anarchist Anthropology, στο Prickly Paradigm Press, θέλησε να σπάσει την πανεπιστημιακή απομόνωση των κοινωνικών επιστημών και προχώρησε σε μια αναγκαία διασύνδεση. Θα θυμόμαστε την καμπάνια ενάντια στο Γέιλ, την επόμενη χρονιά, καμπάνια που κινητοποίησε ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, όταν ένα κάποιο ακαδημαϊκό κατεστημένο θεώρησε ότι έπρεπε να τιμωρήσει τον αποστάτη του ελεφάντινου πύργου, εκείνον που μόλυνε και πάλι την με τόσους κόπους καθαρή επιστήμη με την πολιτική βουή του δρόμου. Αργότερα ξέσπασαν γεγονότα, ο Ντέιβ στάθηκε στη θέση του και τον έμαθε πια όλος ο κόσμος, όμως είχε ήδη λάμψει το αστέρι του στα μάτια μας, ξέραμε κιόλας πως ήταν ξεχωριστός. Λυπημένοι για τα βιβλία που δεν πρόφτασε να γράψει, για τις καινούργιες ιδέες που δεν πρόλαβε να ρίξει, για τη δημιουργικότητα που δεν εκφράστηκε. Λυπημένοι για τον Ντέιβ, που δεν έζησε περισσότερα χρόνια σε τούτο τον πλανήτη.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η οικονομία δεν υπάρχει

μνήμη Ζαν-Πιερ Βουαγιέ

Artistic-reconstruction-of-a-potlatch-ceremony-on-Haida-Gwaii-titled-Kiusta-Potlach.png

Η οικονομία δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια θεωρία του κόσμου, είναι η κυρίαρχη θεωρία του κόσμου σήμερα, και μόνο σήμερα, στο σύγχρονο κόσμο, αφού αυτός ο κόσμος την έχει δημιουργήσει επιτούτου γι’ αυτό το σκοπό. Η οικονομία είναι μόνο μια σκέψη και κανένα άλλο υπαρκτό πράγμα μέσα στον κόσμο, κανένα άλλο πραγματικό κομμάτι του κόσμου παρά μόνο απλή σκέψη, μια καθαρή Weltanschaaung, μια καθαρή θεώρηση του κόσμου –ακριβώς ένα από αυτά τα διαβόητα αντικείμενα που τόσο περιφρονούν οι «υλιστές»– και όταν δρα μέσα στον κόσμο, δρα μόνο με τον τρόπο που δρούνε οι σκέψεις, οι θεωρήσεις, τίποτα περισσότερο, παράγει τα αποτελέσματα που παράγουν οι σκέψεις, οι θεωρήσεις, τίποτα περισσότερο. Η οικονομία είναι μόνο μια ιδεολογία με την έννοια του Μαρξ.[1]

plaque voyer

«Ο Ζαν-Πιερ Βουαγιέ, ο πιο φιλοσοφημένος από τους άμεσους απόγονους των Καταστασιακών, άφησε το μάταιο τούτο κόσμο την 1η του Δεκέμβρη της περασμένης χρονιάς σε ηλικία 82 ετών. Τον θυμόμαστε για όσα καλά έχει γράψει, και δεν είναι λίγα». Με τούτα τα λόγια και σ’ αυτό το δημοσίευμα τον αποχαιρέτησαν οι dangerfew. Φιλολογικό μνημόσυνο λοιπόν; Μπορεί. Αλλά και δυο πράγματα ακόμα.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ινδιάνοι θείοι

ένα κείμενο της Ούρσουλας Λεγκέν

Για την ακρίβεια, πρόκειται για μια ομιλία που έγινε στο Τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϊ, στις 16 Νοεμβρίου 2001, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα εκατό χρόνια του Τμήματος.[1] Η επιλογή της ομιλήτριας δεν ήταν τυχαία αφού το εν λόγω Τμήμα το είχε ιδρύσει ο Άλφρεντ Λούις Κρέμπερ, μαθητής του Φραντς Μπόας και πατέρας της Ούρσουλας Λεγκέν.[2]

Yurok-Family-in-canoe

Ινδιάνοι θείοι

της Ursula K. Le Guin

Πολλοί, πάρα πολλοί άνθρωποι έρχονται και με ρωτάνε, όλο λαχτάρα και προσδοκίες, «Μα είναι καταπληκτικό που γνώρισες τον Ίσι, ε;».

Και κάθε φορά νιώθω αμηχανία. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τους απογοητεύσω εξηγώντας ότι ο Ίσι πέθανε δεκατρία ολόκληρα χρόνια πριν γεννηθώ. Δεν θυμάμαι καν να είχα ακούσει το όνομά του πριν από το τέλος της δεκαετίας του ’50, όταν μια βιογραφία του έγινε πρώτα θέμα οικογενειακής συζήτησης και μετά το κυρίαρχο αντικείμενο της δουλειάς και της σκέψης της μάνας μου για κάμποσα χρόνια.[3]

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ο Ίσι και οι φίλοι του

Μια εισαγωγή

Ishi-photographed-by-Joseph-Dixon-1913

Ο Ίσι, που δεν τον λέγανε ακόμα Ίσι, ήταν ακριβώς ένας άνθρωπος που είχε απομείνει χωρίς καθόλου φίλους – στον πιο απόλυτο βαθμό: χωρίς καθόλου ανθρώπους. Κάποια ωραία ημέρα του 1911, σε κάποια κωμόπολη της Καλιφόρνιας εμφανίστηκε ξαφνικά ένας «άγριος Ινδιάνος». Έτσι έγραψαν μετά οι εφημερίδες. Για την ακρίβεια, δεν εμφανίστηκε έτσι, αυθόρμητα κι από μόνος του, να πει: «Γεια σας», ή έστω «Ουγκ! Εγώ άγκριο Ιντιάνο» (στην απίστευτη γλώσσα των κόμιξ που διαβάζαμε μικροί)… Αυτό που συνέβη ήταν ότι σε κάποιο ξεμοναχιασμένο σφαγείο, τα σκυλιά άρχισαν ξαφνικά να γρυλλίζουν. Οι χασάπηδες βγήκαν να δουν τι συμβαίνει (αγρίμι; κλέφτης;) και στη ρίζα της μάντρας βρήκαν, ζαρωμένο και αποκαμωμένο, ένα ανθρώπινο πλάσμα. Όμως καθόλου δεν πήγε το μυαλό τους σε άγριο Ινδιάνο, πόσο μάλλον στον «τελευταίο άγριο Ινδιάνο», όπως γράφτηκε αργότερα. Βλέποντας αυτό τον άνθρωπο, μισόγυμνο, μ’ ένα μόνο κουρέλι περασμένο στους ώμους, υποσιτισμένο, με απλανές βλέμμα και καψαλισμένα μαλλιά, ακίνδυνο και διόλου επιθετικό αλλά κι εντελώς ανίκανο για επικοινωνία, σκέφτηκαν ότι είχαν μπροστά τους ένα δραπέτη από άσυλο, κάποιον που το είχε σκάσει από το τρελάδικο.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Περιμένοντας τον Φουκό

At Aphrodite's Cradle Lawrence Alma Tadema

Με τον τίτλο αυτό, Waiting for Foucault, έχει κυκλοφορήσει μια «παλιομοδίτικη μπροσούρα» από τον διάσημο αμερικανό ανθρωπολόγο Μάρσαλ Σάλινς.[1] Εκεί, σε ένα κλίμα «μετασυμποσιακής ψυχαγωγίας» και με συνοπτικές διαδικασίες, ο Μάρσαλ ξεμπέρδευε με δηκτικό τρόπο ορισμένα ζητήματα που ταλαιπωρούσαν και εξακολουθούν να ταλαιπωρούν την ανθρωπολογική θεωρία και γενικότερα τις ανθρωπιστικές σπουδές. Αυτά στο Σικάγο (πόλη των σφαγείων και των γκάνγκστερ). Στην ειδυλλιακή και μελαγχολική Αθήνα τώρα, περιμένουμε όχι τον ίδιο το Φουκό βέβαια, όμως ανυπομονούμε περιμένοντας την εκδήλωση που έχει αναγγείλει το 3ο Θερινό Βιβλιοστάσιο, κάτω από τον προβοκατόρικο τίτλο «Ήταν ο Φουκό απατεώνας;» και στον σημαδιακό Κήπο των Αρχαιολόγων. Σε διάφορα θεάματα του παλιού καιρού, το κοινό, λένε, λαχταρούσε να δει το αίμα να τρέχει και είναι αλήθεια ότι μια μετωπική σύγκρουση φουκοφιλικών και φουκοφοβικών υπόσχεται πολλά. Τηρώντας στάση αναμονής και διπλωματική ουδετερότητα, μεταφράσαμε πρόχειρα εδώ, για ζέσταμα, τρία κειμενάκια του Σάλινς, με σχόλια για τον Φουκό και ειδικότερα για τη διαβόητη pouvoir του.

Αν είναι αλήθεια ότι ο Φουκό ήταν «άνθρωπος με χίλιες μάσκες», όπως είπε ένας βιογράφος του, άραγε πόσο σοβαρά μπορούμε να πάρουμε το προσωπείο που φόρεσε για να πει ότι η εξουσία προκύπτει από την πάλη, από τον πόλεμο, και μάλιστα από πόλεμο όλων εναντίον όλων; «Ποιος πολεμάει ποιον;», ρωτούσε. «Όλοι πολεμάμε ο ένας τον άλλο». Κριτικοί και ερμηνευτές δεν φαίνεται να προσέχουν καθόλου τη σύνδεση του Φουκό με τον Χομπς, παρά μόνο όταν μνημονεύουν την προφανώς ριζική αποποίηση ευθύνης κατά την οποία η δική του έννοια της εξουσίας είναι «το ακριβώς αντίθετο του σχεδίου του Χομπς στον Λεβιάθαν». Πρέπει να ξεφύγουμε από τη σαγήνη μας προς την κρατική κυριαρχία, «να κόψουμε το κεφάλι του βασιλιά», να απαλλάξουμε την προσοχή μας από τους καταπιεστικούς θεσμούς του κράτους. Η εξουσία έρχεται από τα κάτω. Πλημμυρίζει τις δομές και τις ρωγμές της καθημερινής ζωής, παντού και πάντοτε παρούσα στα καθημερινά καθεστώτα γνώσης και αλήθειας. Αν στο χομπσιανό συμβόλαιο οι υπήκοοι συγκροτούν την εξουσία, την Κοινοπολιτεία που με δέος τούς συγκρατεί όλους, στο φουκοϊκό σχήμα η εξουσία συγκροτεί τους υπηκόους. Ωστόσο, ο δομισμός τον οποίο ο Φουκό εγκατέλειψε για κάποια έννοια του πολυάμορφου διεστραμμένου, αυτός ο δομισμός δίδασκε ότι τα αντίθετα είναι πράγματα όμοια από κάθε σημαντική άποψη πλην μίας. Έτσι, όταν ο Φουκό μιλάει για πόλεμο όλων εναντίον όλων, και στην επόμενη στιγμή φτάνει να υπονοεί έναν χριστιανικό διχασμένο εαυτό –«Και υπάρχει στον καθένα μας κάτι που πολεμάει κάτι άλλο»– μπαίνουμε στον πειρασμό να πιστέψουμε ότι ο ίδιος και ο Χομπς είχαν περισσότερα πράγματα κοινά, πέρα από το γεγονός ότι, με την εξαίρεση του Χομπς, και οι δύο ήταν φαλακροί.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η Μεσοαμερική ενός σπαρτακιστή

Στη γεωγραφία, με τη γενική έννοια, πολλές φορές τα πράγματα αποδεικνύονται αρκετά ασαφή – ή τουλάχιστον πιο ασαφή απ’ όσο θα τα ήθελαν όσοι πιστεύουν ότι ο χάρτης κι η υδρόγειος παρουσιάζουν μια αντικειμενική φωτογραφία της πραγματικότητας. «Οι Αμερικές» παρουσιάζουν διάφορες περιπλοκές αυτού του είδους (πέρα από το μεταφραστικό πρόβλημα) – πόσες να είναι άραγε; Κάπου εκεί στη μέση της ηπείρου μάλιστα (αν πρόκειται για μία ήπειρο), εμφανίζονται αρκετές δυσκολίες και διλήμματα στο χωρισμό και την κατάταξη, καθώς γεωφυσική και γεωπολιτική, ανθρωπογεωγραφία και κρατικά σύνορα, πολιτισμικές επιρροές και γλωσσικές σχέσεις, δίνουν αντιφατικά αποτελέσματα. Κεντρική Αμερική και Μέση (Middle) Αμερική, Λατινική Αμερική (αλλά ποια είναι τα όρια, εσωτερικά και εξωτερικά, του «λατινισμού»;), έως πού φτάνει η Βόρεια Αμερική (και η Νότια Αμερική αντίστοιχα) και πού πρέπει να βάλουμε την Καραϊβική και τα νησιά; Κι έχουμε επιπλέον να λογαριάζουμε τις ιστορικές διακυμάνσεις. Μέσα σ’ όλη αυτή την απροσδιοριστία, η ονομασία Μεσοαμερική (Mesoamerica) αναφέρεται σ’ ένα συγκεκριμένο (ιστορικό-αρχαιολογικό) πολιτισμικό χώρο και η έννοια αυτή αποδείχτηκε ιδιαίτερα χρήσιμη στις προκολομβιανές σπουδές. Με μια κουβέντα, πρόκειται για ένα σύνολο πολιτισμών με ορισμένα κοινά στοιχεία (όπως ένα συγκεκριμένο τροφοπαραγωγικό σύμπλεγμα που στηρίζεται στην τριάδα καλαμπόκι-φασόλια-κολοκύθα, μια περίπλοκη μυθολογική και θρησκευτική παράδοση, συγγενικά ημερολογιακά, αριθμητικά και γραφικά συστήματα, μια τυπική αρχιτεχτονική κλπ) που τους ξεχωρίζουν σαφώς από τις γειτονικές πολιτισμικές περιοχές, στο βορρά ή στο νότο.

DA190201

 

Συνεχίστε την ανάγνωση

Καριμπού, κάστορες και κατακλυσμοί

Θα ξεκινήσω τούτη τη φορά από την πάνω μεριά του χάρτη, έτσι όπως τον κρεμάνε στη Δύση, στο βόρειο ημισφαίριο κι εδώ και κάποιους αιώνες.[1] Φορτ Γιούκον, ή Κουίτσια Ζε στη γλώσσα των Κουίτσιν (Gwichʼin), δεκατρία χιλιόμετρα πάνω από τον αρκτικό κύκλο. Οι Κουίτσιν ανήκουν στη μεγάλη γλωσσική οικογένεια των Αθαπάσκων ή Αθαμπάσκων κι αναφέρονται μερικές φορές σαν «οι βορειότεροι Ινδιάνοι του κόσμου».

Το βράδυ, στην παράγκα που μου παραχώρησαν, μπροστά στη φωτιά που άναψαν για μένα, βάζω στον εαυτό μου το αναπόφευκτο μοιραίο ερώτημα: «Τι ήρθα να κάνω εδώ πέρα;». Γιατί πρέπει να αντιμετωπίσω το προφανές: μια ανθρωπολόγος που ήθελε να μελετήσει τις σχέσεις των Κουίτσιν με τη φύση προσγειώνεται σ’ ένα χωριό διάσπαρτο με τα λείψανα της νεοτερικότητας που σκουριάζουν καταμεσής του δάσους και βρίσκεται περιτριγυρισμένη από ανθρώπους που δοκιμάζονται σκληρά από την κοινωνική και περιβαλλοντική τους κατάσταση. Μερικές μέρες αργότερα, μπροστά στην ίδια φωτιά και μέσα στην ίδια παράγκα, ξαναβρίσκω κάποια διαύγεια και προβάλλει επιτέλους ένα δεύτερο ερώτημα, λιγότερο εγωκεντρικό και πιο στοχαστικό: «Μα τι συμβαίνει εδώ;».

9073416

Συνεχίστε την ανάγνωση

Μεταναστεύοντας …αλλά γιατί;

ξανά για την προϊστορική μετανάστευση

Hokulea2012Web

Η μετανάστευση, αν πιστέψουμε τον Άντονι Μαρσέλα και την Έριν Ρινγκ, είναι «εγγενής στην ανθρώπινη φύση – μια ενστικτώδης και έμφυτη προδιάθεση και κλίση προς την περιπλάνηση και την περιέργεια, αναζητώντας νέες ευκαιρίες και νέους ορίζοντες». Ο Ράσελ Κινγκ, πάλι, δηλώνει: «Κατά μία έννοια, οι άνθρωποι είναι γεννημένοι μετανάστες: η εξέλιξή μας συνδέεται θεμελιακά με την πράξη της μετανάστευσης, της μετακίνησης από τον ένα τόπο στον άλλο και της προσαρμογής στο νέο περιβάλλον». Αυτά τα τσιτάτα, κι άλλα παρόμοια, παρατίθενται συχνά και μπορεί να ακούγονται ωραία και ταξιδιάρικα, υπάρχει όμως ο κίνδυνος να πιστέψει κανείς ότι ο άνθρωπος είναι με φυσικό τρόπο μετανάστης (όχι «κατά μία έννοια», αλλά γενικώς) και να θεωρηθεί η ανθρώπινη μετανάστευση κάτι σαν τη μετανάστευση των πουλιών. Αφήνοντας στην άκρη τα πουλιά (όχι ότι είναι λυμένο ζήτημα το πώς και το γιατί της μετανάστευσής τους) και περνώντας στα μεγάλα θηλαστικά, πολλά είδη επεκτείνουν την εμβέλειά τους, την περιοχή της παρουσίας τους, ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συγκυρίες, αλλά μάλλον χωρίς κάποια ιδιαίτερη συνειδητοποίηση του γεγονότος και ασφαλώς χωρίς σχεδιασμένη πρόθεση, παρότι οι κλιματικές αλλαγές και οι μετακινήσεις που προκαλούν μπορεί να είναι κάποτε ραγδαίες. Εδώ, ενδιαφέρει η μετανάστευση σαν συνειδητή διαδικασία, διαδικασία που είναι ασφαλώς εμφανής στην ύστερη προϊστορία, και που ενδέχεται μάλιστα να κινηθεί αντίστροφα από τη φυσική/ζωική μετανάστευση, να αποδεχτεί δηλ. κάποια περιβαλλοντική πρόκληση για τους δικούς της λόγους. Πόσο πίσω μπορούμε να προβάλλουμε αυτή την ανθρώπινη ικανότητα μιας συνειδητής επιλογής; Πιθανότατα, αρκετά πίσω ή και πάρα πολύ πίσω – όμως, για να μη μιλάμε στον αέρα, θα εστιάσω σ’ ένα σχετικά πρόσφατο χρονικό σημείο, περίπου 60.000 χρόνια πριν, όπου βρίσκω να έχει συμβεί ένα πέρασμα αρκετά ενδεικτικό.

Συνεχίστε την ανάγνωση