Το κατά Φουκό τέλος της επανάστασης 

 ή 

Πώς ο Μισέλ Φουκό κατάλαβε τόσο στραβά το νεοφιλελευθερισμό

10-11-nyr-opener-feninger-1

Είχαμε υποσχεθεί (εδώ, σημ. 3)[1] μια συνέχεια στην κριτική του Ντανιέλ Ζαμορά στον Μισέλ Φουκό – συγκεκριμένα τη συνέντευξη-παρουσίαση του βιβλίου του, γραμμένου μαζί με τον Μίτσελ Ντιν, Le dernier homme et la fin de la révolution. Foucault après Mai 68, συνέντευξη που δόθηκε στον Κεβίν Μπουκό-Βικτουάρ, για λογαριασμό του Le Comptoir. Στο στόχαστρο της κριτικής βρίσκεται, βασικά, η προσδοκία, που καλλιέργησε λίγο-πολύ ρητά ο Φουκό, ότι μια νέα και νεοφιλελεύθερη κοινωνική τάξη πραγμάτων θα περιόριζε τον κρατικό αυταρχισμό και, κυρίως, θα πρόσφερε μεγαλύτερες ευκαιρίες στην ατομική αυτονομία και περισσότερο χώρο για πειραματισμούς εκ μέρους ριζοσπαστικών μειοψηφιών. Η αισιόδοξη φουκοϊκή επαγγελία, το ξέρουμε καλά και πικρά σήμερα, διαψεύστηκε οικτρά και στις δύο πτυχές της.

DZV 2
Daniel Zamora Vargas

Η κριτική επεκτείνεται όμως και στο ευρύτερο διανοητικό κλίμα, στην πνευματική ατμόσφαιρα εκείνων των χρόνων («ο μεγάλος εφιάλτης της δεκαετίας του 80″ κατά τον Φρανσουά Κυσέ, «η έρημος της δεκαετίας του 80″ κατά τον Έρι ντε Λούκα, ή απλώς «τα σκατοχρόνια» κατά τον Αλμπέρτο Προυνέτι). Πέρα λοιπόν από μια απάντηση στο ερώτημα «Πώς ο Μισέλ Φουκό κατάλαβε τόσο στραβά το νεοφιλελευθερισμό» (μεταφράζοντας ελεύθερα τον τίτλο της αγγλικής μετάφρασης της συνέντευξης), τείνει να σκιαγραφηθεί και μια απάντηση στο ερώτημα «Πώς κάποιοι οργισμένοι επαναστάτες των σέβεντις καταλήξανε να προσχωρήσουν στην πιο νερόβραστη δεξιά», πριν περάσουν πολλά χρόνια από τις φλογερές στιγμές της τόσο ασυμβίβαστης (δήλωναν τότε) εξέγερσής τους. Υποστηρίζεται επιπλέον ότι αυτή η μεταστροφή δεν ήταν ούτε απλώς καιροσκοπική ή προδοτική, ούτε τόσο απροσδόκητη όσο είχε φανεί τη στιγμή εκείνη. Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της συνέντευξης, χωρίς άλλα σχόλια τούτη τη φορά. Η μετάφραση είναι της Ερυθράς Γαζέτας και η επιμέλεια του Τέταρτου Κόσμου.[2]

large_the-green-bridge_web

Οι αυτοαποκαλούμενοι κληρονόμοι του Φουκό είναι πολύ διαφορετικοί: το εύρος τους καλύπτει από αριστερούς-ελευθεριακούς μέχρι στελέχη του MEDEF[3] και συμπεριλαμβάνουν σοσιαλδημοκράτες και τα απομεινάρια της γαλλικής «δεύτερης αριστεράς». Πώς το εξηγείς αυτό; Πού θα τοποθετούσαμε τον Φουκό;

Πιστεύω ότι, καταρχάς, μερικοί διανοούμενοι έχουν τη συζητήσιμη συνήθεια να φορτώνουν στον φιλόσοφο τη δική τους πολιτική ατζέντα. Το να τοποθετείσαι υπό την αιγίδα μιας σπουδαίας προσωπικότητας της πνευματικής ζωής προκειμένου να νομιμοποιήσεις τις ιδέες σου αποτελεί κοινή πρακτική, αλλά έφτασε σε ιδιαίτερα ακραίο βαθμό στην περίπτωση του Φουκό. Ακόμα και η πιο στοιχειώδης συγκειμενοποίηση του έργου του είναι δύσκολο να γίνει στη Γαλλία. Πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί, σήμερα, τα πιο ενδιαφέροντα έργα πάνω στη γαλλική διανοητική ιστορία αυτής της περιόδου γράφονται από αγγλοσάξονες ερευνητές όπως ο Μάικλ Μπέρεντ ή ο Μάικλ Σκοτ Κριστόφερσον. Πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε γιατί επισημάνσεις σχετικά με την σύνδεση του Φουκό με τους «νέους φιλοσόφους» ή τη «δεύτερη αριστερά» εισακούγονται τόσο δύσκολα.
    Είναι αρκετά ειρωνικό το ότι ο αυτοαποκαλούμενος «ιστορικός του παρόντος» διαβάζεται και ερμηνεύεται τώρα σε απόλυτη αφαίρεση από το ίδιο του το παρόν. Αυτοί που στις μέρες μας αρέσκονται να τον επικαλούνται, θέλουν να τον μετατρέψουν σε φιγούρα που ανταποκρίνεται στις δικές τους προσδοκίες.
    Πιστεύω όμως ότι, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αυτή η τεράστια ποικιλία είναι επίσης, μερικώς, το αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο ο ίδιος ο Φουκό παρουσίασε το έργο του. Ποτέ δεν προσπάθησε να χτίσει ένα σύστημα σκέψης ή μια μεγάλη κοινωνική θεωρία, προτιμούσε να ορίζει τον εαυτό του περισσότερο γενικά ως «πειραματιστή». Τα κείμενα και οι ιδέες που ήταν σημαντικά για αυτόν, τον ενδιέφεραν μόνο ως τρόποι να τίθενται ερωτήματα για την εποχή του. Έτσι μπορούσε να αυτοαποκαλείται «στρουκτουραλιστής», μπορούσε να φλερτάρει με τον μαοϊσμό της Προλεταριακής Αριστεράς (Gauche prolètarien), ή, αργότερα, να επιστρατεύει τις ιδέες του νεοφιλευθερισμού στον αγώνα του ενάντια σε οτιδήποτε επιβάλλει στο άτομο μια ορισμένη αντίληψη του εαυτού του. Από εκεί προέρχεται η διάσημη μεταφορά του που συγκρίνει τα βιβλία του με «εργαλειοθήκες» τις οποίες θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε κατά βούληση. Αυτή η οπτική όμως έχει τα όριά της.
    Μια ιδέα δεν είναι ποτέ εντελώς ανεξάρτητη από το συγκείμενο ή τους στόχους που περιβάλλουν τη γέννησή της. Παραμένει πάντα μερικώς αιχμάλωτη του ίδιου του αρχιτεκτονήματός της. Επομένως, μπορούμε να είμαστε επιφυλακτικοί προς όλες τις ατέρμονες εκκλήσεις που στοχεύουν, για παράδειγμα, στη συμφιλίωση του Μαρξ με τον Φουκό σε μια μεγάλη σύνθεση, όταν στην πραγματικότητα στα τέλη της ζωής του ο Φουκό πάσχιζε ακριβώς να «ξεφορτωθεί τον μαρξισμό». Το ίδιο ισχύει και για αυτούς που προσπαθούν να τον μετατρέψουν σε εχθρικό προς τον νεοφιλελευθερισμό διανοητή.

30022787763_058db623d7_b

Ποια είναι η συμβολή του Φουκό στην ανάλυση του νεοφιλελευθερισμού;

Η ανάλυσή του είναι αξιοσημείωτη ως προς το ότι εκπροσωπεί μία από τις πρώτες απόπειρες να μελετηθεί συστηματικά ο νεοφιλελευθερισμός ως συνολική σκέψη – τόσο εκείνα που τον ενώνουν όσο και οι μεγάλες διαφορές που συνυπάρχουν εντός του. Συχνά ξεχνάμε ότι μεταξύ του Φρίντμαν και του Χάγιεκ υπάρχει ένα διανοητικό χάσμα. Αλλά μόλις τη δεκαετία του ’90 εμφανίστηκαν πιο τεκμηριωμένες μελέτες σχετικά με τη διανοητική ιστορία και την ανάλυση του νεοφιλελευθερισμού. Έτσι ο Φουκό πρόσφερε μία από τις πρώτες ενδιαφέρουσες ερμηνείες των βασικών εννοιών και ιδεών του.
    Συγκεκριμένα, τον διακρίνει από τον κλασσικό φιλελευθερισμό ως προς το ότι δεν είναι μια μορφή «laissez-faire» αλλά, αντίθετα, μια ενεργή πολιτική κατασκευής της αγοράς. Δεν πρόκειται για την κυριαρχία του κράτους από τη μία και την ελεύθερη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς από την άλλη. Ο Φουκό παρατηρεί αρκετά εύστοχα ότι για τους Αυστριακούς νεοφιλελεύθερους, η αποτυχία του οικονομικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα τους οδήγησε να δουν την ίδια τους τη θεωρία σαν την ενεργή και συνειδητή κατασκευή μιας αγοράς, μιας οντότητας που σε καμία περίπτωση δεν ήταν φυσική. «Δεν έχουμε εδώ τη λειτουργία της αγοράς, που πρέπει να αφεθεί ελεύθερη, και μετά τον τομέα στον οποίο το κράτος θα αρχίσει να παρεμβαίνει», εξηγεί στις διαλέξεις του, «αφού η αγορά ακριβώς, ή καλύτερα ο καθαρός ανταγωνισμός, που αποτελεί την ουσία της αγοράς, μπορεί να εμφανιστεί μόνο αν παραχθεί, και αν παραχθεί από μια ενεργή κυβερνοοτροπία».
    Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της ανάλυσής του, που σε αυτή την περίπτωση αφορά βασικά τον αμερικάνικο νεοφιλελευθερισμό, είναι ότι βλέπει αυτή τη νέα νεοφιλελεύθερη κυβερνοοτροπία ως «περιβαλλοντική». Δεν στόχευε να παράξει υποκειμενικότητες αλλά να ωθήσει τα άτομα να συμπεριφερθούν με συγκεκριμένους τρόπους, βασικά επενεργώντας στο οικονομικό τους περιβάλλον. Ο νεοφιλελευθερισμός ως «τεχνολογία του περιβάλλοντος», λέει στις διαλέξεις του, αναγγέλλει μια «μαζική υποχώρηση σε σχέση με το κανονιστικό-πειθαρχικό σύστημα». Ο Φουκό παρατηρεί ότι για κάποιον σαν τον Γκάρι Μπέκερ, το έγκλημα πρέπει να αναχαιτιστεί ενεργοποιώντας οικονομικά κίνητρα και όχι διαπλάθοντας εγκληματικές υποκειμενικότητες. Στη νεοφιλελεύθερη οπτική, ο εγκληματίας είναι απλώς κάποιος που οι υπολογισμοί κόστους-οφέλους τον ωθούν προς το έγκλημα.
    Ως αποτέλεσμα, ο στόχος της οικονομικής δράσης πρέπει να είναι η τροποποίηση αυτών των μεταβλητών έτσι ώστε να μειώνουν «βέλτιστα» «το συμφέρον» για έγκλημα. Ο Φουκό συνεπώς αντιλαμβάνεται τον νεοφιλελευθερισμό όχι ως οπισθοχώρηση του κράτους, αλλά ως οπισθοχώρηση των μηχανισμών καθυπόταξης-υποκειμενοποίησης (assujettissement). Δεν προσπαθούσε να μας επιβάλει μια συγκεκριμένη ταυτότητα, αλλά προσπαθούσε απλά να επιδράσει στο περιβάλλον μας.
    Για τον κύριο διανοητή των μοντέρνων τεχνικών κανονιστικοποίησης, κάτι λέει αυτό! Αυτή η ανάλυση εξηγεί τον στενό δεσμό ανάμεσα στην ανάπτυξη του νεοφιλελευθερισμού σαν μορφή κυβερνοοτροπίας στη Γαλλία των μέσων της δεκαετίας του ’70 και την προάσπιση, εκ μέρους του Φουκό, της επινόησης νέων υποκειμενικοτήτων. Μακριά από το να αντιτίθενται, στα μάτια του αυτά τα δυο συμβαδίζουν. Ο νεοφιλελευθερισμός, πιο ανοιχτός στον πλουραλισμό, φαίνεται να προσφέρει ένα λιγότερο περιοριστικό πλαίσιο για την εξάπλωση των μειοψηφικών πειραματισμών.
    Όλα αυτά όμως αντιπροσωπεύουν λιγότερο μια κριτική στο νεοφιλελευθερισμό και περισσότερο έναν τρόπο για να καταστεί κατανοητή η ορθολογικότητά του. Ως προς αυτό, είναι ενδεικτικό ότι ο Γκάρι Μπέκερ, ένας από τους πατέρες του αμερικάνικου νεοφιλελευθερισμού, βρέθηκε σε τέλεια συμφωνία με την ανάλυση των κειμένων του από τον Φουκό. Η άσκηση κριτικής στον νεοφιλελευθερισμό δεν σημαίνει την αντανάκλαση της εικόνας που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του, αλλά, αντιθέτως, την αποδόμηση της μυθολογίας που έχτισε για αυτόν.

Lyonel Feininger - Angler with Blue Fish2-1912

Η ανάλυση του Φουκό για τον νεοφιλελευθερισμό φαίνεται ότι αγνοεί επιμελώς την εμπειρία του Πινοσέτ, που ξεκίνησε το 1973, και το γεγονός ότι αυτή η «κυβερνοοτροπία» μπορεί να προσαρμοστεί στον αυταρχισμό. Μοιάζει αλλόκοτα ανιστορική.

Όντως, αποτελεί συνειδητή επιλογή εκ μέρους του Φουκό. Η Θάτσερ και ο Ρήγκαν δεν ήταν ακόμα στην εξουσία, αλλά μπορούσες να διακρίνεις τα συντηρητικά γνωρίσματα που θα χαρακτήριζαν τον πολιτικό τους θρίαμβο. Για παράδειγμα, ο Φουκό ήταν αρκετά εξοικειωμένος με την πολιτική του Ρόναλντ Ρήγκαν, ο οποίος ήταν κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, όπου ο Φουκό ταξίδευε τακτικά από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Ούτε η συμπαράταξη του Μίλτον Φρίντμαν με την καμπάνια του ρεπουμπλικάνου υπερσυντηρητικού Μπάρι Γκολντγουότερ για τις προεδρικές εκλογές πρέπει να του είχε διαφύγει.
    Πιστεύω, όμως, ότι η ανάλυσή του είχε ιστορική βάση, αλλά περισσότερο στα γαλλικά συμφραζόμενα. Για να την καταλάβουμε, πρέπει πρώτα να την τοποθετήσουμε στο πλαίσιο της αυξανόμενης αντιπολίτευσης των διανοούμενων στο πρόγραμμα της Ενωμένης Αριστεράς (1972-1977) και στον μεταπολεμικό σοσιαλισμό. Και έπειτα, να τη συσχετίσουμε με τις ιδέες που προωθούσε στη Γαλλία η «δεύτερη αριστερά», οργανωμένη γύρω από προσωπικότητες όπως ο Μισέλ Ροκάρ στο Σοσιαλιστικό Κόμμα ή ο Πιερ Ροζανβαλόν στην CFDT.[4] Επομένως, σε αυτό το σκηνικό, όπου ένα κομμάτι της αριστεράς προβληματίζεται σχετικά με το μέλλον της, ο Φουκό δεν αντιμετωπίζει τον νεοφιλελευθερισμό σαν μπαμπούλα, αλλά περισσότερο, όπως το έθεσε ο Σερζ Οντιέ, αναζητά μια «έξυπνη χρήση» του σαν εναλλακτική στον σοσιαλισμό.
    Εξετάζει επομένως το νεοφιλελευθερισμό ως «κυβερνοοτροπία», περισσότερο ως ένα τρόπο πολιτικής σκέψης παρά ως οικονομική ατζέντα. Αυτός ο τρόπος θέασης του νεοφιλελευθερισμού, παρεμπιπτόντως, υποθάλπεται από το πολύ ιδιαίτερο πλαίσιο των πολιτικών που ακολουθούσε ο Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν. Ο Φουκό βλέπει την ανάπτυξη του νεοφιλελευθερισμού στη Γαλλία, με την κυβέρνηση του Ζισκάρ, ως ξεπέρασμα του κλασσικού διαχωρισμού «αριστερά-δεξιά». Υπογραμμίζει, ακριβώς, όπως παρατήρησε πολύ σωστά ο Σερζ Οντιέ, την εξαιρετική σχέση του Ζισκάρ με τους σοσιαλιστές του γερμανικού SPD του Χέλμουτ Σμιτ. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι πριν πάρει μια πιο συντηρητική στροφή το 1976, η προεδρία του χαρακτηρίζεται από την αποποινικοποίηση της έκτρωσης, την καθιέρωση επισκεπτηρίου στις φυλακές, το τέλος της λογοκρισίας και τη μείωση του ορίου ηλικίας για το δικαίωμα ψήφου. Έτσι ο νεοφιλελευθερισμός δεν αντιμετωπίζεται στο αυστηρό πλαίσιο της αντιπαράθεσης αριστερά-δεξιά, αλλά σαν κυβερνοοτροπία ικανή να επαναχαράξει τους τρόπους με τους οποίους γίνεται αντιληπτή η πολιτική.
    Ο Φουκό θεωρεί ότι γκολικοί και κομμουνιστές ανήκουν στο «κοινωνικο-κρατιστικό» στρατόπεδο, σύμφωνα με την ορολογία της δεύτερης αριστεράς, ενώ οι ζισκαρικοί και οι ροκαρικοί φαίνεται να εκπροσωπούν το λιγότερο εστιασμένο στο κράτος στρατόπεδο, αντιπαραθέτοντάς του τις αρετές της κοινωνίας των πολιτών και της επιχειρηματικότητας. Αυτή η πτυχή, παρεμπιπτόντως, φαίνεται να έχει αγνοηθεί τελείως από τα έργα του Ζοφρουά ντε Λαγκανερί ή του Κριστιάν Λαβάλ. Η προσπάθεια του Φουκό να επανεπινοήσει την αριστερά και να διερευνήσει τον νεοφιλελευθερισμό δεν λάμβανε χώρα σε κενό αλλά στο δικό του πολιτικό συγκείμενο, ιδιαίτερα μάλιστα σε διάλογο με τη δεύτερη αριστερά.

2004_CKS_06882_0021_000(073152)

Με αυτή την έννοια, η ανάλυση του Φουκό δεν είναι καθαρά θεωρητική.

Πράγματι. Ο Λαγκανερί έχει δίκιο να διακρίνει στις διαλέξεις του Φουκό όχι μια καταγγελία αλλά ακριβώς μια μορφή διανοητικού πειραματισμού, ωστόσο αυτός ο πειραματισμός στόχευε στη διερεύνηση της εποχής του, όχι της δικής μας. Στο βαθμό που πιστεύει ότι τα ζητήματα σχετικά με την ανισότητα και την εκμετάλλευση έχουν βασικά επιλυθεί και ότι η ιδέα της επανάστασης είναι παρωχημένη, το ζήτημα που τίθεται είναι η ατομική αυτονομία. Η εξουσία δεν είναι πλέον κάτι που πρέπει να «κατακτηθεί», πρέπει αντίθετα να οικοδομηθούν εντός της χώροι στους οποίους τα άτομα μπορούν να επανεπινοήσουν τους εαυτούς τους και να δοκιμάσουν νέους τρόπους ύπαρξης. Η κριτική του εστιάζει σε όλους τους μηχανισμούς καθυπόταξης (assujettissement): στην κοινωνική ασφάλιση, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στο σύστημα της δικαιοσύνης κτλ. Πρέπει να καταφέρουμε, όπως είπε στη διάσημη φράση του που αναφερόταν στον Διαφωτισμό, «να μην κυβερνιόμαστε τόσο πολύ».
    Αφού η εξουσία είναι πανταχού παρούσα, η φουκοϊκή σκέψη δεν φιλοδοξεί να «απελευθερώσει» το άτομο, αλλά μάλλον να αυξήσει την αυτονομία του. Έτσι, παρόλο που η αλλαγή πρέπει να έρθει κυρίως μέσω της εξάπλωσης μειοψηφικών πειραματισμών, αυτή η νεοφιλελεύθερη «περιβαλλοντική» κυβερνοοτροπία θα μπορούσε, κατά τη γνώμη του, να διανοίξει, εντός της εξουσίας, χώρους αυτονομίας, απελευθερωμένους από την «κοινωνικο-κρατιστική» κανονιστικότητα.
    Και αυτή η ιδέα δεν περιορίζεται στον Φουκό. Μπορούμε να ανακαλέσουμε, στο ίδιο πλαίσιο, την οπτική του Αντρέ Γκορζ για τον νεοφιλελευθερισμό. Στο Nouvel Observateur γράφει, με το ψευδώνυμο Μισέλ Μπουσκέ, ότι «αν ο ζισκαρισμός καταφέρει να χαλαρώσει την κεντρική εξουσία και να διανοίξει νέους χώρους όπου θα μπορεί να ασκηθεί η συλλογική πρωτοβουλία, γιατί να μην το εκμεταλλευτούμε;» Παρόλο που ο Ζισκάρ είναι νεοφιλελεύθερος, προσθέτει, «αυτό δεν σημαίνει ότι η φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας πρέπει αναγκαστικά να είναι δεξιό σχέδιο». Συνεχίζει δίνοντας έμφαση στο ότι «σε ολόκληρη τη σημερινή Ευρώπη υπάρχουν ανταλλαγές και εν μέρει οσμώσεις μεταξύ νεοφιλελεύθερων και νεοσοσιαλιστών».[5] Για τον Γκορζ και τον Φουκό, ο νεοφιλελευθερισμός δεν αποτελεί λύση, αλλά κατά τη γνώμη τους ανοίγει προοπτικές ώστε να χρησιμοποιηθεί για άλλες εμπειρίες ο χώρος που απελευθερώνεται από το κράτος. Ασφαλώς η διάγνωσή τους δεν επαληθεύτηκε και εκείνες οι περιοχές του κράτους, ολόκληροι τομείς, που «απελευθερώθηκαν» μέσω των νεοφιλελεύθερων πολιτικών δεν οδήγησαν σε μια πολιτική χειραφέτηση. Η εκκένωσή τους από το κράτος δεν οδήγησε στην εξάπλωση των αυτόνομων χώρων και ο λόγος περί αυτονομίας μεταμόρφωσε παραδόξως το κράτος πρόνοιας σε ένα μηχανισμό «ενεργοποίησης» περισσότερο πειθαρχικό παρά χειραφετητικό. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία…

CRI_205419

Ο Φουκό δεν πίστευε στην επανάσταση, αλλά περισσότερο στις καθημερινές μικρο-αντιστάσεις, και στην ανάγκη της «επινόησης του εαυτού». Σκεφτόταν ότι «η σχέση κάποιου με τον εαυτό του» ήταν «το πρώτο και το έσχατο» σημείο «αντίστασης στην πολιτική εξουσία».

Για πολύ καιρό, ο Φουκό δεν πρόσφερε πραγματικά μια προοπτική σχετικά με τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Παρουσίαζε εκθαμβωτικά πορτρέτα των μηχανισμών κανονιστικοποίησης, της εξουσίας, της πειθάρχησης των σωμάτων κτλ. Αλλά η αντίσταση ήταν, γενικά μιλώντας, η μεγάλη απούσα. Το υποκείμενό του ήταν αρκετά παθητικό, ανίκανο να αντιδράσει στην εξουσία. Μόνο στην τελευταία του δεκαετία, νομίζω, μέσω του ενδιαφέροντός του για τις τεχνικές του εαυτού, θα αρχίσει να παραχωρεί στο υποκείμενο περισσότερη αυτονομία. Επομένως, η εξουσία αρχίζει σταδιακά να σκιαγραφείται σαν ένα μείγμα τεχνικών εξαναγκασμού και τεχνικών του εαυτού, μέσω των οποίων συγκροτείται το υποκείμενο. Εξουσία και αντίσταση είναι πλέον δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Η σχέση με τον εαυτό γίνεται έτσι ένας δυνητικός χώρος ελευθερίας και αυτονομίας, που τα άτομα μπορούν να κινητοποιήσουν ενάντια στην εξουσία.
    Σε αυτό το πλαίσιο, η αντίσταση για τον Φουκό δεν παίρνει πλέον τη μορφή των κοινωνικών κινημάτων ή της ταξικής πάλης. Απορρέει, όπως είπε με την ευκαιρία ενός φόρουμ που διοργάνωσε ο Πιερ Ροζανβαλόν, «από μια ατομική, ηθική έγνοια».[6] Δεν τίθεται πλέον ζήτημα «κατάκτησης» της εξουσίας ή αλλαγής του κόσμου με την κλασσική έννοια, αλλά, γράφει, «αλλαγής της υποκειμενικότητάς μας, της σχέσης μας με τον εαυτό μας».[7] Το ζήτημα του κοινωνικού μοντέλου αντικαθίσταται έτσι από τον τρόπο με τον οποίο θα οφείλαμε να ζούμε στη κοινωνία. Ο Φουκό προτείνει μάλλον μια «τέχνη», ένα «στυλιζάρισμα» των τρόπων ζωής, παρά μια πολιτική στρατηγική. Η αλλαγή του εαυτού μπορεί λοιπόν να βρίσκεται στη βάση εκείνου που ο Ντελέζ θα αποκαλέσει οι «μοριακές επαναστάσεις», οι οποίες αλλάζουν την κοινωνία από τα κάτω. Με άλλα λόγια, η ηθική έρχεται να πάρει τη θέση της πολιτικής.
    Είναι περιττό να διευκρινίσουμε ότι, στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον θάνατό του, τον Ιούνη του 1984, αυτή η στροφή έμελλε να γνωρίσει τουλάχιστον διφορούμενες προεκτάσεις. Εντοπίζοντας την αντίσταση κυρίως στη σχέση με τον εαυτό, ο Φουκό περιόρισε εξαιρετικά το εύρος της κοινωνικής κριτικής του. Αυτή παραδόξως άφησε εκτός βεληνεκούς ακριβώς εκείνες τις πολιτικές και οικονομικές δομές που συνθέτουν το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή η «σχέση με τον εαυτό» μπορεί να γίνει αντικείμενο πειραματισμού. Ερωτήματα σχετικά με την εκμετάλλευση, τον άνισο καταμερισμό της εργασίας (πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο) ή την οικονομική ανισότητα εξαφανίζονται και μοιάζουν τελείως απρόσιτα μέσω αυτών των «μικρο-αντιστάσεων».
    Στην πραγματικότητα, η ιδέα ότι αποκεντρωμένες «μοριακές» επαναστάσεις μπορούν με κάποιο τρόπο να έχουν μεγάλης κλίμακας συνολικές επιπτώσεις αποδείχτηκε απολύτως μη ρεαλιστική όταν εφαρμόζεται στις οικονομικές σχέσεις. Αν θα ήθελε κανείς να γίνει επιθετικός, θα μπορούσε να αναρωτηθεί πόσο κοντά στο νεοφιλελευθερισμό έρχεται αυτή η οπτική. «Μην ξεχνάς να επινοείς τη ζωή σου», συνόψιζε ο Φουκό στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Όμως αυτή η άποψη αντανακλά απροσδόκητα την εντολή του Γκάρι Μπέκερ ότι πρέπει να γίνουμε «επιχειρηματίες του εαυτού μας».

d6f26dd18acc39f9bdd16838000a1e8d

Εν τέλει, αντηχείς κάπως την κριτική του Μάρεϊ Μπούκτσιν όταν αποδοκίμαζε τον «lifestyle αναρχισμό».

Ο Μπούκτσιν είχε απόλυτο δίκιο όταν έβλεπε αυτές τις «προσωπικές εξεγέρσεις» του Φουκό σαν ένα είδος ατέρμονου αντάρτικου που μοιάζει πάντα καταδικασμένο στην αποτυχία. Ή τουλάχιστον ότι εμποδίζουν οποιοδήποτε στοχασμό σχετικά με το πώς θα επινοηθούν διαφορετικές θεσμικές μορφές οργάνωσης της ζωής μας.
    Ο βασικός περιορισμός αυτής της οπτικής, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι προϋποθέτει ότι ο καπιταλισμός και η εξουσία στηρίζονται σε ένα ευρύ φάσμα μικρο-εξουσιών που ασκούνται στο επίπεδο των σεξουαλικών σχέσεων, της εκπαίδευσης, των οικογενειακών δομών, της εξειδίκευσης, της επιστήμης κτλ. Υπό αυτή τη οπτική, το κράτος, για παράδειγμα, εμφανίζεται απλά σαν ο πιο γενικός σκελετός ενός συνόλου σχέσεων που λειτουργούν σε μικρότερα επίπεδα. Από εδώ συνάγεται και η στρατηγική της υπονόμευσης του καπιταλισμού και του κράτους όχι με κατά μέτωπο επίθεση, αλλά δρώντας σε αυτό το μικροεπίπεδο, δηλαδή στην «καθημερινή ζωή».
    Έτσι μέσα από το στυλιζάρισμα της ζωής, μέσω της δημιουργίας χώρων πειραματισμού, θα ήταν εφικτό να μεταμορφωθεί από τα μέσα όλο το κοινωνικό οικοδόμημα. Η ιδέα ήταν εν τέλει ότι ο καπιταλισμός, από τη φύση του, συνδέεται με μια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής και πολιτισμικής οργάνωσης, ότι για την αναπαραγωγή του χρειάζεται, για παράδειγμα, την πατριαρχική οργάνωση της οικογένειας. Αλλά η ιστορία έχει δείξει αντίθετα ότι, ενώ ο καπιταλισμός μπορεί να αξιοποιήσει τέτοιες δομές, είναι επίσης αρκετά ικανός να ανεχθεί, ακόμα και να προμοτάρει, άλλους τρόπους ζωής ή άλλες οικογενειακές δομές. Τις καθιστά τέλειες αγορές προς κατάκτηση.
    Βέβαια, το «όλα είναι πολιτικά» του Μάη του ’68 έκανε δυνατό να διερευνηθεί ένα μεγάλο εύρος σχέσεων εξουσίας που προηγουμένως έμεναν αόρατες. Αλλά αυτό, παραδόξως, συνοδεύτηκε από μια οπισθοχώρηση της συλλογικής δράσης και σήμερα μοιάζει περισσότερο με σύμβολο μιας ιστορικής ήττας παρά με μια νέα μορφή επανάστασης. Όταν οι μεγάλες μακροοικονομικές μεταβλητές μοιάζουν εκτός του βεληνεκούς μας, μια αναδίπλωση στη σχέση με τον εαυτό, ή στη μεταμόρφωση της γλώσσας, μοιάζει σαν να κάνουμε την ανάγκη φιλοτιμία.
    Αυτός ο τρόπος να συλλαμβάνουμε τα πράγματα οδήγησε σε κάθε είδους ψευτο-αμφισβητήσεις, όπως οι «ΤΑΖ» (Temporary Autonomous Zones) του Χακίμ Μπέι, όπου ένα «happening» σε μια σικάτη γκαλερί μπορεί να αποτελέσει έναν «προσωρινά» αυτόνομο χώρο. Μπορούμε ακόμα να σκεφτούμε όλες τις τόσο δημοφιλείς ποικιλίες εναλλακτικών μορφών κατανάλωσης, που υποτίθεται θα μας σώσουν από την καταστροφή μέσω της ατομικής ηθικής.

small_feininger005_636

Θα συμφωνούσες με τον Ζαν-Κλοντ Μισεά που λέει ότι ο Φουκό είναι το πολιτιστικό συμπλήρωμα του Χάγιεκ, του Φρίντμαν και του Γκάρι Μπέκερ;

Θα έλεγα ότι, περισσότερο από το να αποτελεί «συμπλήρωμα» του Χάγιεκ και του Φρίντμαν, το πρόβλημα με τον Φουκό είναι ότι ενστερνίστηκε σιωπηρά τη δική τους αναπαράσταση της αγοράς ως ένα λιγότερο κανονιστικό, λιγότερο καταναγκαστικό και πιο ανεκτικό χώρο για τους μειοψηφικούς πειραματισμούς, σε σύγκριση με το κράτος πρόνοιας, το οποίο υπόκειται στην αρχή της πλειοψηφίας. Του Φρίντμαν του άρεσε να επαναλαμβάνει ότι «η κάλπη παράγει κομφορμισμό χωρίς ομοφωνία» ενώ «η αγορά παράγει ομοφωνία χωρίς κομφορμισμό». Στα μάτια του, η αγορά αποτελεί εξ ορισμού έναν πιο δημοκρατικό μηχανισμό από την πολιτική διαβούλευση, γιατί προστατεύει την πλουραλιστική φύση των ατομικών προτιμήσεων.
    Θεωρώ ότι ο Φουκό, σιωπηρά, βοήθησε στη διάδοση αυτής της ψευδούς διχοτομίας. Με αυτό δεν εννοώ ότι πρέπει να απορρίψουμε τους αγώνες ενάντια σε συγκεκριμένες μορφές κανονιστικοποίησης και καταναγκασμού – την τέχνη, όπως είπε ο Φουκό, «του να μην κυβερνιόμαστε τόσο πολύ». Είναι αλήθεια ότι το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας στόχευε στην αναπαραγωγή ενός συγκεκριμένου μοντέλου οικογένειας, και η δικαιοσύνη στόχευε στην αναπαραγωγή συγκεκριμένων εγκληματικών «προφίλ». Αλλά εξ ορισμού, κάθε πολιτική –κρατικίστικη ή νεοφιλελεύθερη– είναι κανονιστική. Και είναι καλό να αντιμαχόμαστε αυτούς τους μηχανισμούς. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να ξεμπερδεύουμε με την κανονιστικότητα. Αν αποφασίσουμε να εγγυηθούμε στον καθένα ένα βασικό εισόδημα αντί για την ελεύθερη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, αντικαθιστούμε μία κανονιστικότητα (που προσδιορίζει κάποια υποκείμενα μέσω ορισμένων «κοινωνικών δικαιωμάτων») με κάποια άλλη (που δίνει προτεραιότητα στην ατομική «επιλογή» στην αγορά). Αλλά ο Φουκό, στα συμφραζόμενα του γαλλικού «αντι-ολοκληρωτισμού», συνέδεσε γενικά αυτούς τους μηχανισμούς κανονιστικοποίησης με το κράτος, και με αυτό τον τρόπο, θεώρησε σιωπηρά την αγορά ως τον τόπο όπου η κανονιστικότητα θα μπορούσε να υπονομευτεί πιο εύκολα.
    Όσο σημαντική κι αν είναι η επεξεργασία του Φουκό σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους θεσμοί όπως η κοινωνική ασφάλεια ή το σύστημα δικαιοσύνης μπορούν να μας επιβάλλουν μια ορισμένη αντίληψη του εαυτού μας, αγνόησε εντελώς την κανονιστικότητα και τον καταναγκασμό της αγοράς. Κατά τη γνώμη του, ήταν η πολιτική, εννοημένη μέσω του μοντέλου της κυριαρχίας, ειδικά μέσω της αρχής της πλειοψηφίας, που αποτελούσε ουσιαστικά έναν τόπο καταναγκασμού και κανονιστικότητας. Τα απρόσωπα και αποκεντρωμένα κελεύσματα της αγοράς αποτελούσαν λοιπόν μια δελεαστική εναλλακτική προς την πολιτική απελευθέρωση καθότι φαινόταν να προστατεύουν τις ατομικές επιλογές, ακριβώς μέσω της υποτιθέμενης «περιβαλλοντικής» τους δράσης. Εκείνο που πρέπει να καταλάβουμε σήμερα είναι ότι η κανονιστικότητα δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Κάθε οικονομική ή θεσμική διάταξη είναι κανονιστική – το σημαντικό είναι να ξέρουμε τι είδους θεσμούς θέλουμε. Σε ένα πρόσφατο βιβλίο, ο φιλόσοφος Μάρτιν Χέγκλουντ έγραψε σωστά ότι το να είμαστε ελεύθεροι δεν σημαίνει να είμαστε ελεύθεροι από κανονιστικούς περιορισμούς, αλλά μάλλον να είμαστε ελεύθεροι να τους διαπραγματευτούμε, να τους μεταμορφώσουμε, να τους αμφισβητήσουμε. Είναι η ικανότητα να χτίζουμε δημοκρατικούς θεσμούς εντός των οποίων θα μπορούμε να ορίσουμε συλλογικά τους κανόνες που πρέπει να ρυθμίζουν την κοινωνία. Η αγορά δεν προσφέρει μια εναλλακτική στην κανονιστικότητα, απλά χαλαρώνει τα δεσμά της κανονιστικότητας σε όσους έχουν αρκετό κεφάλαιο για να απολαύσουν τις «επιλογές» που προσφέρει.

tetartoskosmos@gmail.com

dernier-homme-276x400

σημειώσεις

[1] «Πειθήνιο σώμα, φιλελεύθεροι πειρασμοί», όπου υπάρχουν παραπομπές (στη σημ. 1) στα προηγούμενα επεισόδια, δηλ. στις προηγούμενες φουκολογικές δημοσιεύσεις.

[2] Από την αγγλική εκδοχή (που δημοσιεύθηκε στο Jacobin, σε μετάφραση Seth Ackerman) και από το γαλλικό πρωτότυπο, αντίστοιχα.

[3] Mouvement des entreprises de France (Medef): Η οργάνωση των γάλλων εργοδοτών.

[4] Confédération française démocratique du travail (CFDT): Μία από τις γαλλικές εργατικές συνομοσπονδίες, ακολουθούσε τότε σοσιαλιστική κατεύθυνση αλλά έμελλε να μετακινηθεί προς τα δεξιά.

[5] André Gorz, «Occupons le terrain», Le Nouvel observateur, τχ. 116, Αύγουστος 1976, σελ. 23, αναφέρεται στο: Serge Audier, Penser le “néolibéralisme”: Le moment néolibéral, Foucault et la crise du socialisme, Le bord de l’eau, Παρίσι, 2015, σελ. 212. [Σημείωση του Le Comptoir.]

[6] Michel Foucault, «Une mobilisation culturelle», 1977, στο: Dits et Écrits, κείμενο 207. [Σημείωση του Le Comptoir.]

[7] Michel Foucault, «Foucault étudie la raison d’État», 1980, στο: Dits et Écrits, κείμενο 280. [Σημείωση του Le Comptoir.]

Εικονογράφηση: Πέρα από το εξώφυλλο του εν λόγω βιβλίου (σε επανάληψη), μια φωτογραφία του Daniel Zamora Vargas και πίνακες του Lyonel Feininger.