Βεεμώθ 2020

 Μετά τον Λεβιάθαν

Η αποκορύφωση της λατρείας της τάξης συμπίπτει με την αποκορύφωση της αταξίας. Το όραμα μιας απόλυτα ελεγχόμενης Τάξης, «μιας μονολιθικής και συγκεντρωτικής εξουσίας που βασιλεύει σε ένα έθνος πειθήνιων υπηκόων», διαλύεται μπροστά στην πραγματικότητα, «ένα χάος, ένα βασίλειο της απουσίας δικαίου και της αναρχίας»,[1] όπου άπληστες κι αδίσταχτες ελίτ συγκρούονται άγρια μεταξύ τους και συμμαχούν μονάχα απέναντι στον απέραντο κοινωνικό ωκεανό, που βρίσκεται αποκάτω τους και στον οποίο θέλουν να κυριαρχήσουν. Σ’ ένα τέτοιο κόσμο, η έλλειψη σιγουριάς είναι η μόνη βεβαιότητα.

«– Ξέχασε πια τους φόβους. Κανένας δεν μπορεί πια να σε φοβίσει. Και κοίτα να σκέφτεσαι πράγματα ευχάριστα γιατί θα μείνουμε πολύ καιρό θαμμένοι.»
Χουάν Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο

Μια κλειστή άνοιξη

Σημειώσεις από μιαν άνοιξη που δεν άνοιξε:

Η ανέφικτη καραντίνα: Για να εφαρμοστεί μια κρατική απαγόρευση σε τέτοια έκταση, που αφορά δηλ. τους πάντες και τα πάντα, χρειάζεται εκτεταμένη αστυνόμευση – στην πράξη χρειάζεται οι μισοί να αστυνομεύουν τους άλλους μισούς. Αλλά και οι αστυνομικοί χρειάζονται τη δική τους αστυνόμευση –είναι άλλωστε πασίγνωστη η τάση τους προς την αυθαιρεσία και την παρανομία, σχεδόν σε όλους τους τομείς– πρέπει λοιπόν να τους αστυνομεύουν κι αυτούς κάποιοι «αδιάφθοροι» (σύμφωνα με τον αστείο όρο των ΜΜΕ), και μετά θα χρειαστούν οι αδιάφθοροι των αδιάφθορων, κοκ.[2] Μια άλλη λύση (που την πρώτη της εμφάνιση, ο Μαρξ σ’ ένα πολύ γνωστό του κείμενο, την εντοπίζει στο Λούθηρο) είναι να γίνει ο καθένας μπάτσος του εαυτού του, και όντως αυτή η λύση δοκιμάζεται – όμως κι αυτό το σύστημα έχει τις εσωτερικές του αντιφάσεις (το λογοπαίγνιο ήρθε μόνο του).

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, δεν υπάρχει μόνο η ανάγκη για αστυνόμευση. Υπάρχει π.χ. η ανάγκη για τροφοδοσία, οπότε οι μισοί πρέπει να εργάζονται, εκτός καραντίνας, για να τροφοδοτούν τους άλλους μισούς. Κι επειδή και οι άλλοι μισοί πρέπει να βγαίνουν για να τροφοδοτηθούν, είχε πέσει στην αρχή η ιδέα για εκτεταμένη κατ’ οίκον παράδοση, αλλά τα σχετικά συστήματα γρήγορα κρέπαραν (έπρεπε οι μισοί να κάνουν ντελίβερι στους άλλους μισούς). Κι ασφαλώς κάποιοι πρέπει να εργάζονται για να παράγουν το προς τροφοδοσία υλικό που, τι αρχαϊσμός!, ακόμα δε φτιάχνεται μόνο του κι αυτόματα, κλπ.

Η αιώνια καραντίνα: Από την αρχή, έμοιαζε δύσκολο να διακρίνει κανείς ποια ήταν η προοπτική της καραντίνας (και εννοώ σύμφωνα με όσα υποστήριζαν αυτοί που την επέβαλαν). Γιατί να τελειώσει σε δύο μήνες, γιατί όχι σ’ ένα χρόνο, ή και σε δύο χρόνια; Γιατί να μη διαρκέσει για πάντα, αφού έτσι κι αλλιώς παρόμοιοι ιοί ή κάπως λιγότεροι φονικοί έχουν εμφανιστεί στο παρελθόν (κι ασφαλώς η μόνιμη καραντίνα θα περιόριζε κάπως, σύμφωνα με το α ή β μαθηματικό μοντέλο, τα θύματα) και οπωσδήποτε παρόμοιοι ιοί, ή ίσως λίγο περισσότερο φονικοί, θα εμφανίζονται περιοδικά στο μέλλον (επομένως, καλύτερα να έχουμε πάρει από πριν τα μέτρα μας); Ήταν από την αρχή φανερό ότι η καραντίνα (αλλά και ο γενικότερος συναγερμός) θα μπορούσε να τελειώσει μόνο με πολιτική απόφαση, μόνο με μια απόφαση που θα υπαγορευόταν από πολιτικούς λόγους.

Η καραντίνα ως ηθική σχιζοφρένεια: Παρατηρήθηκε μια ας πούμε «ευπαθοποίηση» του πληθυσμού, θέλω να πω ότι όλο και περισσότερες μερίδες του πληθυσμού είτε χαραχτηρίζονταν ευπαθείς από την εξουσία είτε αυτοανακηρύσσονταν ευπαθείς. Οι ηλικιωμένοι (με το όριο της ηλικίας να κατεβαίνει προς τα κάτω, σε αντίστροφη φορά με τα όρια συνταξιοδότησης), όσοι βρίσκονταν σε ανοσοκαταστολή, όσοι έπασχαν από βαριές ή χρόνιες παθήσεις, στην αρχή με κάποιες εύλογες διαφοροποιήσεις αλλά μετά χωρίς καμία διαφοροποίηση, μετά όσοι έπασχαν από οποιαδήποτε ασθένεια, συναφή ή όχι, μετά τα διάφορα ψυχοσωματικά και οι αλλεργίες, μετά οι κατά φαντασίαν ασθενείς, και κατά καιρούς διάφορες άλλες ομάδες, π.χ. οι καπνιστές, ως αναπνευστικά επιβαρυμένοι (ενώ την ίδια στιγμή, με μια αντιφατικότητα τυπική της όλης κορονοϊικής φιλολογίας, άλλες στατιστικές και μελέτες υποστήριζαν ότι, για κάποιο περίεργο και άγνωστο λόγο, οι καπνιστές κολλούσαν τον ιό λιγότερο από τους άλλους). Όλα αυτά θα μπορούσαν να αποδοθούν σε ψυχολογικούς λόγους, στο κάτω-κάτω οι άνθρωποι έπρεπε κάπως να δικιολογήσουν, στον εαυτό τους τουλάχιστον, τη διατεταγμένη δειλία τους και τον ευπειθή πανικό τους. Στο μεταξύ, κάποιοι από τους πραγματικά πιο ευάλωτους, π.χ., στην πρώτη γραμμή, οι φυλακισμένοι και οι μετανάστες, έμεναν όντως ανυπεράσπιστοι κι επιπλέον γίνονταν στόχος όλο και σοβαρότερης καταστολής που έφτανε κάποτε στη φυσική εξόντωση – κι αυτό με τη σύμφωνη γνώμη μιας μερίδας του «γενικού» ( = «λευκού») πληθυσμού, και την αδιαφορία των περισσότερων από τους άλλους, την ίδια στιγμή που όλοι αυτοί προσυπογράφανε την τρυφερότητα της εξουσίας προς τις «ευπαθείς ομάδες», ζητώντας συμμόρφωση προς τα οποιαδήποτε μέτρα από έγνοια γι’ αυτές… Η ηθική σχιζοφρένεια γίνεται πιο κραυγαλέα αν θυμηθούμε την ψυχρή αγριότητα με την οποία αντιμετωπίστηκαν αυτές οι «ευπαθείς ομάδες» στα χρόνια της λεγόμενης Κρίσης, π.χ. οι ηλικιωμένοι, τόσο από την εξουσία όσο και από αυτούς που τη χειροκροτούσαν, τότε και τώρα: πρώτα είχε υποστηριχτεί σε όλους τους τόνους ότι ζουν πάρα πολύ, κι ότι αυτό τους το βίτσιο καταστρέφει το ασφαλιστικό σύστημα (και γενικότερα διαβρώνει την κοινωνία, υπονομεύει το μέλλον κλπ),[3] μετά έγιναν προσπάθειες να διορθωθεί αυτό το κακό με «ήπια» μέσα εξόντωσης, περικοπές συντάξεων και περίθαλψης, αλλά και με μια τρομαχτική ηθική απαξίωση, που πολλούς οδήγησε στην κατάθλιψη και στο θάνατο …και τώρα μας λένε, οι ίδιοι άνθρωποι, ότι πρέπει να προσέχουμε για χάρη των «αγαπημένων» μας ηλικιωμένων προσώπων.

Η καραντίνα ως αποτυχία ενός επιστημονικού λόγου: Από τη μία, υπογραμμίζεται η αδυναμία της ιατρικής να αντιμετωπίσει τον ιό, από την άλλη δηλώνεται η παντοδυναμία αυτής της ίδιας ιατρικής, η οποία υποτίθεται ότι εμπνέει, αντικειμενικά και ουδέτερα, τα διάφορα κρατικά μέτρα και απαιτεί άνευ όρων υποταγή. Δεν θα μίλαγα για «αποτυχία της ιατρικής», καθώς και τα δύο μέρη της προηγούμενης φράσης λένε ψέματα, αλλά για αποτυχία, ή και για ψέμα, ενός λόγου περί ιατρικής, καθώς και για αποτυχία μιας «ιατροπολιτικής».[4] Πέρα από αυτό, όμως, είναι εντυπωσιακό ότι πενήντα τουλάχιστον χρόνια κριτικής της επιστήμης, αλλά και ολόκληρη η επιστημολογία, μοιάζει σα να μην υπήρξαν ποτέ, σα να σαρώθηκαν με μια κίνηση της παλάμης, ή σα να είναι απλώς αντικείμενο διεστραμμένων κουλτουριάρηδων ή λογίων, καλά αμπαρωμένων ή μαντρωμένων στα πανεπιστήμια, κάτι που δεν ενδιαφέρει ή δεν αφορά την κοινωνία. Είναι κι αυτή μια «επιστροφή στο 19ο αιώνα»: μια απλοϊκά θετικιστική και απόλυτη λατρεία της επιστήμης, απολιτικής και αταξικής και ασφαλώς ουδέτερης, θεωρείται η μόνη αξιοπρεπής στάση, ενώ η μόνη διανοητή αντιπολίτευση προς αυτήν είναι οι παπάδες, τα μαντζούνια και οι χαρτορίχτρες.

Καλοκαίρι στη Βενετία με χολέρα

Είχαν γίνει μεγάλες συζητήσεις γύρω από τα διαφορετικά μοντέλα στην αντιμετώπιση του covid-19, με άλλους να παινεύουν και άλλους να κατακρίνουν π.χ. το παράδειγμα της Νότιας Κορέας ή του Βιετνάμ, της Σουηδίας ή της Ελλάδας, και πάει λέγοντας. Μακροπρόθεσμα όμως, και από τη στιγμή που δεν στάθηκε δυνατό να μπουν όρια ή σύνορα στον ιό, να περιοριστεί σε μερικές χώρες ή σε μερικές ηπείρους, όλες αυτές οι διαφορετικές αντιμετωπίσεις φαίνεται να μην έχουν ιδιαίτερη σημασία, ή για ν’ αντιγράψω μια δημοσιογραφική φράση «ακόμα και χώρες που αρχικά διακρίθηκαν στον έλεγχο του ιού, βλέπουν πια τα κρούσματα να ξαναφουντώνουν», και τελικά οι εξάρσεις και οι υφέσεις, χρονικές ή τοπικές, μοιάζουν «τυχαίες» (τυχαίες με την έννοια ότι εξαρτιόνται από πολύπλοκους λόγους που δεν είναι γνωστοί, ή δεν έχουν κατανοηθεί καλά μέσα στην πολυπλοκότητά τους – και σίγουρα όχι από τη χοντροκομμένη λογική του μπάτσου που απαγορεύει και διατάζει). Βέβαια, για τις μεγάλες και απέραντες χώρες που περιέχουν τεράστιους εξαθλιωμένους πληθυσμούς, με υγειονομική περίθαλψη μόνο για τους πλούσιους και τους υπόλοιπους παρατημένους στη μοίρα τους (ή με «αδύναμες υγειονομικές υπηρεσίες», σύμφωνα με την κομψή έκφραση του ΠΟΥ), εννοώ χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδία ή το Μεξικό, αλλά, με το δικό τους τρόπο, και οι ΗΠΑ, δεν χρειάζεται να ψάχνουμε κάποιον ιδιαίτερο λόγο – άλλωστε και άλλες αρρώστιες, συχνά ιατρικά αντιμετωπίσιμες, προκαλούν εκεί ανάλογες εκατόμβες. Από την άλλη, για ειδικές περιπτώσεις όπως η Ιταλία, έχουμε διαβάσει τουλάχιστον καμιά δεκαπενταριά τουλάχιστον «ερμηνείες» – από γελοίες και ελαφρώς ή εντελώς ρατσιστικές εξηγήσεις (π.χ. φταίει η διαχυτικότητα των Ιταλών, ή η προσκόλλησή τους στους οικογενειακούς δεσμούς) μέχρι εξηγήσεις που μοιάζουν αρκετά εύλογες (π.χ. η διάλυση του υγειονομικού συστήματος, για την οποία κάποιοι ακόμα καμαρώνουν, ή η μεγάλη ανάπτυξη που είχαν τα ανθρώπινα αντίστοιχα των νεκροταφείων αυτοκινήτων – πολύ ευφημιστικά, «οίκοι ευγηρίας» κλπ). Κάποιες από αυτές τις εύλογες αιτίες πρέπει να ισχύουν, να είναι μέρος του προβλήματος, η συνολική εξήγηση όμως πρέπει να αναζητηθεί μάλλον στο συνδυασμό πολλών παραγόντων.

Στις συνθήκες αυτές, μου φαίνεται δύσκολο να αποτιμήσει κανείς τα αποτελέσματα συγκεκριμένων μέτρων. Χωρίς π.χ. τον υποχρεωτικό εγκλεισμό, όπου και όπως εφαρμόστηκε, άραγε τα θύματα θα ήταν περίπου ίσα, διπλάσια, δεκαπλάσια ή εκατονταπλάσια;[5] Όλες οι απόψεις έχουν παρουσιαστεί, εφαρμόζοντας κάθε φορά το κατάλληλο από μια σειρά «μαθηματικών μοντέλων», η σχέση των οποίων με την πραγματικότητα είναι μάλλον αυθαίρετη. Αλλά για να είναι κάπως αξιόπιστες αυτές οι εικασίες θα έπρεπε να στηρίζονται σε κάποια δεδομένα, δεν λέω αντικειμενικά πάντως κοινώς παραδεχτά, σε κάποια επιστημονικά δεδομένα που αυτή τη στιγμή, όπως μας λένε συχνά και με έμφαση, λείπουν. Ο αριθμός των κρουσμάτων, παρότι προβάλλεται με πάταγο σα να ήταν απόλυτος δείκτης, εξαρτάται έτσι κι αλλιώς από τον αριθμό, αλλά και τη μεθοδολογία, την αξιοπιστία κλπ των τεστ και είναι πολύ ελαστικό μέγεθος – σε αρκετές περιπτώσεις μοιάζει να προσαρμόζεται σε ποικίλες βραχυπρόθεσμες επιδιώξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεων. Από την άλλη, εμφανίζονται παράδοξες περιπτώσεις, όπως πολλοί άνθρωποι που μοιάζει να μην κολλάνε τον ιό (εμπειρική διαπίστωση, που όμως τράβηξε ήδη το ενδιαφέρον των ερευνητών και εμφανίστηκαν μελέτες που προσπαθούν να θεωρητικοποιήσουν την «ανοσιακή απόκριση»), για μυστήριους λόγους που ίσως να σχετίζονται με το αντίθετο φαινόμενο, εκείνους (τους ελάχιστους, ευτυχώς) που αρρωσταίνουν σοβαρά χωρίς να έχουν μεγάλη ηλικία ή κάποιο άλλο επιβαρυντικό πρόβλημα. Όσο για το πολυαναμενόμενο μαγικό εμβόλιο, αμφιβάλλω πολύ αν, μέσα στη σύγκρουση και στη διασταύρωση αντίθετων γεωπολιτικών επιδιώξεων και των πολύ πιο απτών συμφερόντων των φαρμακευτικών εταιρειών, υπάρχει το περιθώριο για ν’ ακουστεί κάποια νηφάλια και «ουδέτερη» επιστημονική άποψη. Τόσο πολύ που καταλήγω ν’ αναρωτιέμαι αν τα οποιαδήποτε μέτρα θα μπορούσαν να πετύχουν μια άξια λόγου επιβράδυνση (ή και επιτάχυνση, αν επιθυμούσε κανείς κάτι τέτοιο) στη διάδοση του ιού. Έτσι που δεν μοιάζει πια τόσο παράλογη η συμπεριφορά πολλών απλών ανθρώπων, που συνδυάζει εναλλάξ την πιο ανάλαφρη ανεμελιά με τις πιο πανικόβλητες φοβίες, μέσα σε μια ατμόσφαιρα βαριάς μελαγχολίας που θυμίζει σκηνές από το Θάνατος στη Βενετία.

Οι ίδιοι που κατηγορούσαν τους νέους για υπερβολική ή απόλυτη εξάρτηση από τις οθόνες και το ίντερνετ, οι ίδιοι που τους κατηγορούσαν για κοινωνική απομόνωση και αδιαφορία για τον έξω κόσμο, οι ίδιοι που λέγανε ότι οι νέοι δεν ξέρουν πια να ζήσουν με το σώμα τους και πλάι στους άλλους («όπως κάναμε εμείς, παλιά»), οι ίδιοι λοιπόν άνθρωποι διαπιστώνουν ξαφνικά σήμερα ότι οι νέοι θέλουν να βγαίνουν συνέχεια έξω, θέλουν να κάνουν παρέα με άλλους, να έχουν ενσώματες επαφές, να αγγίζονται κλπ, και, δαιμονοποιώντας αυτή τη στάση, τους ζητούν να κλειστούν στο σπίτι και να καλωδιωθούν μόνιμα. Οι «νέοι», στις φράσεις αυτές, είναι περισσότερο μυθικά πλάσματα παρά πραγματικοί άνθρωποι, νομίζω όμως ότι έτσι κι αλλιώς θα ήταν λάθος να δούμε εδώ κάποιον «πόλεμο γενεών» ή απλώς κάποια γεροντίστικη εμμονή εναντίον της νεολαίας: εντάξει, υπάρχουν περιπτώσεις κομπλεξικών ηλικιωμένων που μισούν τους νέους κλπ, αλλά νομίζω ότι δεν είναι ούτε τόσο πολλές ούτε, θαρρώ, ενδεικτικές. Εκείνο που είναι ενδεικτικό είναι η στάση που έχει ονομαστεί, άστοχα, «κοινωνικός κανιβαλισμός» (άστοχα, επειδή οι πραγματικοί κανίβαλοι είχαν τους ποικίλους λόγους τους και ποτέ δεν έδειχναν μια τόσο τυφλή και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά – ή, για να θυμηθούμε ένα παλιό αντιμιλιταριστικό σύνθημα, «γιατί τους σκοτώνετε αφού δεν τους τρώτε;»), δηλαδή η από τα πάνω ενθάρρυνση στείρων ανταγωνισμών όπως «μισθωτοί vs ελεύθεροι επαγγελματίες», «δημόσιοι vs ιδιωτικοί», «γέροι συνταξιούχοι vs νέοι ασφαλισμένοι», συν άπειροι κούφιοι τοπικισμοί και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας, ή ο νους τους, οι οποίοι ανταγωνισμοί αναγορεύονται άνωθεν απόλυτη και, κατά καιρούς, μοναδική πραγματικότητα, διευκολύνοντας αφάνταστα την αυταρχική διαχείριση του πληθυσμού, στο όνομα ενός κατά φαντασία «συνόλου».

Οι ψευτοανταγωνισμοί αυτοί μπορεί να φτάσουν σε απίστευτα επίπεδα. «Επιστρέφουν από τις διακοπές με τον κορονοϊό», έγραψε πρωτοσέλιδα μια πρώην σοβαρή εφημερίδα, η ίδια που είχε γράψει ενάμισι μήνα πριν κάτι σαν «φεύγουν και σκορπίζουν τον κορονοϊό στην επαρχία». Σε πραγματολογικό επίπεδο δεν χρειάζονται σχόλια, είναι όμως αξιοπρόσεχτη η κατασκευή μιας ακόμα αγεφύρωτης αντίθεσης, «αυτοί που πήγαν διακοπές vs αυτοί που δεν πήγαν». Έτσι οι δεύτεροι, αυτοί που δεν μπόρεσαν να πάνε διακοπές (λόγω φτώχιας, υποθέτω) μπορούν, αντί να οργιστούν ενάντια σε κείνους που τους επέβαλαν την εξαθλίωση, να ξεσπάσουν σ’ ένα χρήσιμο φθόνο ενάντια στους πρώτους, τους «τυχερούς», και να μεταμφιέσουν την καταναγκαστική μιζέρια τους σε «προσωπική υπευθυνότητα».

Ευχάριστο διάλειμμα: ένα διασκεδαστικό επεισόδιο σ’ αυτή την παρωδία κοινωνικών ανταγωνισμών είναι οι «ανεύθυνοι παπάδες», κάτι που έχει πλάκα επειδή φέρνει σε αμηχανία την ελληνική κυβέρνηση, καθώς εκθέτει την υποκρισία της όταν ποζάρει σαν σημαιοφόρος του μοντέρνου, του ευρωπαϊσμού, της ορθολογικότητας κοκ, ενώ η ίδια στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος στις παλαιοφασιστικές συνιστώσες της και στις πιο αντιδραστικές και οπισθοδρομικές δυνάμεις. Όμως, για να το υπογραμμίσουν αυτό, οι προοδευτικοί φτάνουν να γίνονται βασιλικότεροι του βασιλέως και να ζητούν αυστηρή και κατά γράμμα εφαρμογή των κυβερνητικών μέτρων στους παπάδες ειδικά, με τρόπο που τα δικαιώνει άκριτα (και θυμίζοντας τη θλιβερή ρήση «θα τους ταράξουμε στη νομιμότητα», καθώς και τις μακάβριες συνέπειές της). Από την άλλη, αυτό δίνει την ευκαιρία στους παπάδες να παραστήσουν εύκολα και ανέξοδα τους ήρωες ή τους μάρτυρες – γιατί, όσο παπάδες και νάναι, καταλαβαίνουν ότι ο κίνδυνος που διατρέχουν είναι μικρός, κι ακόμα μικρότερη η διαφορά του κινδύνου με ή χωρίς μάσκα.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα, θαρρώ, σ’ αυτή την αντινεολαιίστικη εμμονή. Για να πιστέψεις ότι «οι νέοι», γενικώς, δείχνουν απόλυτη αδιαφορία για τα υγειονομικά ζητήματα που θέτει μια πανδημία, επειδή οι ίδιοι, ατομικά, κινδυνεύουν ελάχιστα, πρέπει να πιστεύεις ένα πολύ συγκεκριμένο ανθρωπολογικό μοντέλο: ένα μοντέλο στο οποίο «το άτομο» ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και δε νοιάζεται διόλου για το τι συμβαίνει γύρω του, για τον κόσμο κλπ. Όμως αυτό το εγωιστικό και ξεκομμένο άτομο δεν υπάρχει: δεν μπορώ να φανταστώ έναν πραγματικό άνθρωπο που, όντως ατομικά απόλυτα προστατευμένος μετά από κάποια σούπερ εξέταση ή χάρι σε κάποιο σούπερ εμβόλιο, θα αδιαφορούσε για τα αγαπημένα του πρόσωπα, για τους φίλους του ή για τον κοινωνικό κόσμο γύρω του, ή έστω, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι θα αδιαφορούσε, θα ήταν προστατευμένος από τις κοινωνικές καταστροφές που προκαλούνται από την πανδημία (ή από τους χειρισμούς της πανδημίας, ή με αφορμή την πανδημία). Ακόμα κι εκείνοι που πιστεύουν, θεωρητικά, σ’ αυτό το ανθρωπολογικό μοντέλο, ποτέ δεν συμπεριφέρονται με τον εγωιστικό και γουρουνίσιο τρόπο που προβλέπει το μοντέλο αυτό – αφού, σε τελική ανάλυση, η υποτίθεται εγωιστική συμπεριφορά τους θα ήταν άμεσα και χειροπιαστά αυτοκαταστροφική. Απομένει μόνο η ιδεολογική χρήση αυτού του μοντέλου – και η ανάγκη για την ανατροπή του, ιδιαίτερα σε κείνους που, αν και δεν συμμερίζονται τις διακηρυγμένες πολιτικές αξίες αυτού του κόσμου, παραμένουν εντούτοις ευάλωτοι στις βαθύτερες αρχές του, π.χ. με τη μορφή του ωφελιμισμού.

Όσο για την «προσωπική ευθύνη», όπως την εννοεί η εξουσία, είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που λένε οι λέξεις, μια στάση όπου η έννοια της ευθύνης απουσιάζει, όπως και η έννοια του προσώπου άλλωστε, κι απομένει κάτι σαν άκριτη και μαζική υπακοή, σε διαρκή τροποποίηση, σε εναλλασόμενη συμμόρφωση με τα ιδιότροπα ουκάζια που εκδίδονται ανάλογα με τα κέφια της ημέρας ή για να εξυπηρετηθούν τα αλισβερίσια των διεφθαρμένων αξιωματούχων ενός ιδιαίτερα διεφθαρμένου καθεστώτος. Έτσι, «προσωπική ευθύνη» ονομάζεται η μη ευθύνη, η έλλειψη υπευθυνότητας, η τυφλή και ανεύθυνη υποταγή σε αλλοπρόσαλλες εντολές, ενώ η μόνη «προσωπική» πρωτοβουλία που επιτρέπεται είναι ο ανεξέλεχτος («κανιβαλικός») φθόνος προς όλους γύρω σου, είτε εκφράζεται με ανώδυνο πλην κουραστικό κουτσομπολιό είτε φτάνει στην ανοιχτή ρουφιανιά.

Στις συνθήκες αυτές, ακόμα κι αν πιστεύει κανείς ακράδαντα στη χρήση της μάσκας δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει πράγματι υπεύθυνα, αφού θα τη χρησιμοποιήσει καταναγκαστικά – και ο εξαναγκασμός δεν είναι συνώνυμο της υπευθυνότητας. Όμως, ανεξάρτητα από την ατέλειωτη συζήτηση για την όποια, ικανοποιητική ή ανεπαρκή ή αμφιλεγόμενη, συνεισφορά της στον περιορισμό της πανδημίας (και για την επιβαρυντική, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρουσία της) είναι κυρίως σύμβολο: οι αποπάνω την επιβάλλουν συμβολικά για να δείξουν ότι «κάτι κάνουν» για την αντιμετώπιση της πανδημίας ακόμα κι όταν δεν κάνουν τίποτα, ενώ για τους αποκάτω, αν κρίνω από τον τρόπο που τη χρησιμοποιούν οι περισσότεροι («ρεαλιστικά» μεν, αλλά αψηφώντας όλες τις υγειονομικές οδηγίες, οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να την κάνουν ωφέλιμη), αποτελεί σύμβολο συμμόρφωσης και μάλιστα υποταγής σε αυθαίρετες κι αντιφατικές εντολές. Από τη σκοπιά της αστυνομίας, χρησιμεύει κυρίως για να ξεχωρίζει με μια ματιά όσους καταρχήν υπακούν από όσους δεν υπακούν. Δεν είναι εντελώς τυχαίο που μοιάζει με φίμωτρο. Φορώντας την δυσκολεύεσαι όντως να μιλήσεις, αλλά και να ανασάνεις πολλές φορές. Ίσως θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε, εναλλακτικά, περίπτωση ομοιοπαθητικής μαγείας: μια μικρή και ελεγχόμενη, αν και παρατεταμένη, αίσθηση ασφυξίας σε προστατεύει από τη θανατηφόρα ασφυξία (αυτή η ασφυξία διαφημίστηκε τρομοκρατικά σαν ιδιαίτερη και πρωτοφανής μορφή θανάτου που συνδέεται με τον κορονοϊό – παρότι είναι κοινή κατάληξη σε πάμπολλλες πνευμονικές ασθένειες και παθήσεις, μια πολύ κοινή αιτία θανάτου έτσι κι αλλιώς).[6] Από αυτή την άποψη προτιμάμε όσους καλύπτουν το πρόσωπό τους με άλλα μέσα, που τουλάχιστον έχουν πιο ευχάριστους συνειρμούς.[7]

Άλλωστε η μάσκα ήταν ένα καθιερωμένο αξεσουάρ στις χώρες της ανατολικής Ασίας, πολύ πριν από τον covid-19, εδώ και δεκαετίες. Τη χρησιμοποιούσαν για ένα σωρό πραγματικούς ή φανταστικούς κινδύνους, όχι μόνο ενάντια σε προηγούμενους ιούς αλλά και απέναντι στην ατμοσφαιρική ρύπανση, την ηλιακή ακτινοβολία κ.ά. Συμβόλιζε πάντα, στα μάτια μου (ίσως με κάποια δόση οριενταλισμού), μια στάση παραίτησης απέναντι σε ανεξέλεχτες φυσικές / κοινωνικές καταστάσεις, την ταπεινή προσπάθεια για ατομική επιβίωση μέσα σε μίζερες συνθήκες. Από αυτή την άποψη, η διάδοση της μάσκας είναι η κραυγαλέα ορατή μορφή μιας κινεζοποίησης του κόσμου (η άποψη ότι «το μέλλον μας είναι κινέζικο» έχει υποστηριχτεί από τον Σιμόνε Πιεράνι σ’ ένα βιβλίο που κατά σύμπτωση κυκλοφόρησε σχεδόν ταυτόχρονα με την επιβολή της καραντίνας: Simone Pieranni, Red Mirror, Laterza, 2020).[8]

Είναι κάπως περίεργο που γίνεται διαρκώς λόγος για συνωμοσιολόγους και συνωμοσιολογίες, αλλά κι αυτό αφορά ένα μοτίβο που θίχτηκε δυο-τρεις φορές προηγουμένως: η εξουσία και οι διάφοροι παρατρεχάμενοι ή μνηστήρες της προτιμάνε να επιλέξουν οι ίδιοι τη μόνη επιτρεπτή αντιπολίτευση προς αυτούς – και γι’ αυτό το ρόλο, πολύ λογικά και αναμενόμενα, προτιμάνε και προμοτάρουν τους ψεκασμένους και τους βλαμμένους (μετά, αν ένα κόμμα βλαμμένων καταφέρει να μπει στη βουλή –όπως έχει συμβεί, απανωτές φορές– αρχίζουν οι πάνσοφες αναλύσεις ως προς το γιατί ο λαός έχει μια, λαϊκιστική φυσικά, και ακαταμάχητη έλξη προς τους βλαμμένους). Ας σοβαρευτούμε όμως: στο κάτω-κάτω μια συνωμοσία πρέπει να είναι κρυφή, ενώ εδώ όλα συμβαίνουν στο φως της ημέρας και φανερά, και με έναν ομολογουμένως πρωτοφανή κυνισμό (παρότι, ταυτόχρονα, καλλιεργείται μια κουλτούρα μυστικοπάθειας, «δεν σας λέμε τι ακριβώς συμβαίνει ή τι ισχύει –μπορεί να ξέρουμε αλλά μπορεί και όχι», «αν σας το λέγαμε πρόωρα, θα σας έπιανε πανικός», «δεν μπορούσαμε να σας συστήσουμε εξαρχής και ανεπιφύλακτα τις μάσκες γιατί –περιέργως– ήμασταν ανίκανοι να τις κατασκευάσουμε», «θα αποφανθούν εν καιρώ οι επιτροπές ειδικών» κλπ– όμως η μυστικοπάθεια δεν είναι συνώνυμο της συνωμοσίας, παρότι δεν είναι βέβαια ούτε συνώνυμο της διαύγειας και της ειλικρίνειας). Τα ψέματα, στο τοπίο αυτό, δεν σπανίζουν αλλά είναι μάλλον κατά συνθήκη ψεύδη, και όσοι καμώνονται ότι τα πιστεύουν το κάνουν συνήθως για λόγους ευπρέπειας και συμμόρφωσης – δεν θα μπορούσαν να είναι ποτέ στοιχεία μιας συνωμοσίας, που εξ ορισμού θα ήταν γνωστή μόνο στους ελάχιστους μυημένους συνωμότες. Είναι αλήθεια ότι αυτή η ατμόσφαιρα κατεστημένης ψευδολογίας και γενικευμένης διαφθοράς ευνοεί, μεταξύ άλλων, και τους πραγματικούς συνωμοσιολόγους, που προτείνουν αλλόκοτες «ερμηνείες» στους πτωχούς τω πνεύματι (οι οποίοι, όμως, είναι πολύ λιγότεροι απ’ όσοι νομίζεται). Είναι επίσης αλήθεια ότι η εξουσία έχει αποχτήσει την έξη, εδώ και δεκαετίες, να απαντάει στο οποιοδήποτε πιθανό η απίθανο, πραγματικό ή κατασκευασμένο, πρόβλημα – «τρομοκρατία» ή σεισμοί, χοντρά λάθη και καταχρήσεις του τραπεζικών στελεχών, κλιματική αλλαγή ή επιδημίες, ή ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, με τον ίδιο τυποποιημένο τρόπο: αυταρχικά μέτρα, ενίσχυση της αστυνόμευσης, αναστολή ή κατάργηση των λιγοστών «δημοκρατικών ελευθεριών» που έχουν γλιτώσει από την κάθε φορά προηγούμενη κρίση, έκτακτες νομοθεσίες και παράτυπα διατάγματα, που ωστόσο τείνουν πια να θεωρούνται «κανονικότητα». Και, προφανώς, όλο αυτό το κλίμα χρησιμεύει σαν ευκαιρία για μια ανακατανομή του πλούτου προς τα πάνω, σε ολοένα και λιγότερα χέρια (ούτε κι αυτή όμως είναι ιδιαίτερα συνωμοσιακή ή συνωμοσιολογική: διακηρύσσεται ανοιχτά σαν φυσιολογική κίνηση, στην οποία, ίσως –για τους προοδευτικούς– να μπορούν να αντιπαρατεθούν κάποια κοινωνιοπρονοιακά και καταπραϋντικά αντίβαρα).

Σύντομος πρόλογος στο επόμενο βιβλικό θηρίο

Τίποτα δεν είναι αληθινό. Όλα απαγορεύονται.

Μιλώντας για τη λογική των απαγορεύσεων, την άποψη ότι κάθε σοβαρό πρόβλημα διευθετείται «δυστυχώς» μόνο με αυστηρές απαγορεύσεις, ας ξαναγυρίσουμε για μια στιγμή σε μια περίπτωση-μοντέλο των απαγορεύσεων που αφορούν την προσωπική ή ιδιωτική ζωή, ή την υγεία (των «βιοπολιτικών απαγορεύσεων»). Ήταν άλλο πράγμα ο αγώνας ενάντια στον αλκοολισμό (ή και ενάντια στην κατανάλωση αλκοόλ), που προωθούσαν ποικίλες ομάδες με ποικίλα σκεπτικά και ποικίλες μεθόδους, και άλλο η γενική, κρατική απαγόρευση της παραγωγής και κατανάλωσης αλκοόλ. Ο δεύτερος τρόπος κρίθηκε ριζικότερος, και τελικά απαραίτητος, στις ΗΠΑ. Είναι πια πολύ γνωστή η αποτυχία της μεθόδου, της περίφημης Ποτοαπαγόρευσης, αλλά και τα παράπλευρα, ολέθρια αποτελέσματά της. Ο κλασικός, «ιστορικός» γκανγκστερισμός ήταν αποτέλεσμα της γιγάντωσης της αστυνομίας και της αστυνόμευσης, και όχι το αντίστροφο, όπως θα φαντάζονταν αφελείς και ενάρετοι παρατηρητές από άλλο πλανήτη. Στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, μια ανάλογη εξέλιξη, από την αυταρχική και γραφειοκρατική αστυνόμευση στο γενικευμένο γκαγκστερισμό, σημάδεψε τη μετάβαση από τη σοβιετική στη μετασοβιετική εποχή, με τους ίδιους πρωταγωνιστές.

Ως προς τα πράγματα ή τις συμπεριφορές που γίνονται αντικείμενο απαγόρευσης, δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα όριο στην κρατική φαντασία. Στην Ελλάδα απαγορεύτηκαν κάποια στιγμή οι μπανάνες, στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου οι γραφομηχανές, στη Νότια Αφρική του απαρντχάιντ οι σεξουαλικές σχέσεις «μεταξύ διαφορετικών φυλών» (εδώ που τα λέμε, οι κρατικές απαγορεύσεις του σεξ, σε ποικίλες παραλλαγές, έχουν διαχρονική και οικουμενική παρουσία). Αντίστοιχα, οι απολογητές ήταν κάθε φορά εκεί για να εξηγήσουν ότι το απαγορευμένο πράγμα ήταν ό,τι χειρότερο υπήρχε στον κόσμο και οι παραβάτες απάνθρωπα τέρατα που δεν άξιζαν κανένα έλεος. Τους ραδιοπειρατές π.χ. τους κατηγορούσαν ότι «έριχναν τα αεροπλάνα» και τούς κυνηγούσαν με ραδιογωνιόμετρα, όπως οι κατοχικοί Γερμανοί τους συμμαχικούς ασυρμάτους, ενώ τους λαθρέμπορους μπανάνας (ε, ναι, αφού απαγορεύονταν οι μπανάνες υπήρχαν λαθρέμποροι, γενικώς όλα τα «λαθρο-κάτι» είναι κρατική κατασκευή) τους κατηγορούσαν ότι είναι, κι αυτοί, εγκληματίες επειδή λέει προκαλούσαν τροχαία (εκ των πραγμάτων, οι λαθρομπανανάδες πουλούσαν την πραμάτεια τους στην εθνική και συνέβαινε, ή υποτίθεται ότι συνέβαινε, κάποιος οδηγός να μπει άτσαλα στο αντίθετο ρεύμα, από λαχτάρα για τον απαγορευμένο καρπό). Ούτε στην, εντελώς ασύμμετρη, φαντασία των απολογητών μπορεί να μπει κάποιο όριο.

Ως προς το μηχανισμό για την εφαρμογή των απαγορεύσεων τώρα, χρειάζεται να εξεταστεί εκείνο που είναι η βασικότερη κληρονομιά των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ού αιώνα προς τα κεντροφασιστικά καθεστώτα του 21ου αιώνα, κληρονομιά που ήδη την αυγάτισαν: η υπερδιόγκωση της αστυνομικής πραγματικότητας και των αστυνομικών ιδεών, που οδηγεί σε μια γενικευμένη αστυνόμευση.

tetartoskosmos@gmail.com

σημειώσεις

[1] Βλ. Franz Neumann, Βεεμώθ. Η δομή και η πρακτική του εθνικοσοσιαλισμού (1933-1944), μτφ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, 2018.

[2] Πρόσφατα, έχοντας μάλλον τέτοια προβλήματα στο νου του, ο Εθνικός Χωροφύλακας δήλωσε, με πολύ παράπονο, ότι «δεν γίνεται να υπάρχει ένας αστυνομικός δίπλα σε κάθε απερίσκεπτο πολίτη», συνοψίζοντας σε μια φράση τόσο το ιδανικό κάθε λάτρη της αστυνομίας, μια αναλογία πολιτών / αστυνομικών 1:1, όσο και τη θλιμμένη διαπίστωση ότι το ιδανικό αυτό έχει πολλά εγγενή προβλήματα και είναι μάλλον ανέφικτο.

[3] Ενδεικτικά, ένας επαγγελματίας ρουφιάνος, σε βιβλίο του που προετοίμαζε την εν λόγω επίθεση, τους ονόμαζε βρικόλακες, που πίνουν το αίμα των παιδιών και των εγγονών τους.

[4] Για μια κριτική και ιστορική προσέγγιση της ιατρικής, το καλύτερο επίκαιρο κείμενο που διαβάσαμε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cyborg, τχ. 18, με την υπογραφή Separatrix: «Ιατροπολιτική: υγεία ή ελευθερία (και θάνατος!)». Η ανάλυση αρθρώνεται σε τρία παράλληλα επίπεδα, «η παραγωγή των ασθενειών», «ιατρικό μοντέλο και τεχνικές θεραπείας», «η ιατρική ως ιδεολογία», ενώ ηλεκτρονικά διαθέσιμη είναι μόνο η εισαγωγή του κειμένου, εδώ. Για την «αποτυχία της επιστήμης», βλ. επίσης το κείμενο «Θρίαμβος και ήττα της Φιλοσοφίας» του Νίκου Σέργη.

[5] Στο τέλος του εγκλεισμού, ο θεσμικός γκουρού έκανε τον επίσημο απολογισμό, εκτιμώντας ότι ο εγκλεισμός αυτός περιόρισε κατά 10% τη διάδοση του ιού. Η εκτίμηση αυτή, μολονότι αυθαίρετη, μου φαίνεται λίγο-πολύ εύλογη – αλλά ασύμμετρη με το κοινωνικό κόστος του. Ωστόσο, χρησιμοποιώντας το πιο γενναιόδωρο μαθηματικό μοντέλο, υποθέτω, αντιστοίχισε το ποσοστό αυτό σε δεκατρείς χιλιάδες τόσους νεκρούς περίπου. Φαντάζομαι ότι θα ήταν εξίσου εύκολο να μιλήσει κανείς για 300 ή για 3.000 υποθετικούς νεκρούς.

[6] Υπάρχει και αντίθετη, μαύρη (εννοώ δαιμονοποιητική) μαγεία, κατώτερου επιπέδου, πολύ πρωτόγονη καθώς επικαλείται παντού και διαρκώς τα ίδια (η απειλούμενη ελληνικότητα, ο Σόρος, οι εβραίοι, οι ψεκασμοί κλπ). Ανάξια λόγου, ωστόσο οι πιστοί οπαδοί της μάσκας, είτε της «συντηρητικής» είτε της «προοδευτικής» πτέρυγας, τη θεωρούν μοναδική εφικτή αντιπολίτευση, για δικούς τους λόγους.

[7] Μια ακόμα ειρωνεία είναι ότι, μέσα στην προηγούμενη δεκαετία, κάποιο διανοούμενοι έγραφαν ολόκληρες πραγματείες για να υποστηρίξουν ότι, σε μια δημοκρατία, οι πολίτες οφείλουν πάντα ν’ αφήνουν το πρόσωπό τους ακάλυπτο, όποιος κίνδυνος κι αν τους απειλεί, για λόγους δημοκρατικού ήθους – όλ’ αυτά για να δικαιώσουν θεωρητικά το αστυνομικό νομοσχέδιο της ημέρας («κουκουλονόμος»).

[8] Σε πρόσφατη κι ελαφρώς καιροσκοπική ανακοίνωση της Ελληνικής Παιδιατρικής Εταιρείας δηλώνεται σαφώς αυτό το πρότυπο, ίσως με κάποια λαχτάρα: «Η μάσκα αποτελεί μέρος καθημερινής ρουτίνας σε άλλες γεωγραφικές περιοχές, όπως π.χ. στην Άπω Ανατολή πολλά χρόνια πριν από την εμφάνιση της COVID-19». Επιπλέον, στην ίδια ανακοίνωση δηλώνεται, με κάποια δημαγωγική υπερβολή θα έλεγα («λαϊκιστικά» θα έλεγαν), ότι «Κάθε χρόνο μετά τα Χριστούγεννα τα περισσότερα σχολεία σχεδόν έκλειναν για 1-1,5 μήνα εξαιτίας της γρίπης», κάτι που θα το γλιτώναμε αν φορούσαμε στα παιδιά, από παλιά κι από πάντα, μάσκες. Περιέργως, η Εταιρεία δεν κάνει την αυτοκριτική της, αφού έχοντας όλες αυτές τις γνώσεις, δεν πρότεινε η ίδια εδώ και χρόνια τη χρήση της μάσκας, ώστε να σώσει την εκπαίδευση από αυτό το «σχεδόν» κλείσιμο.

Εικονογράφηση: Γουίλιαμ Μπλέικ και μεσαιωνικά χειρόγραφα, εικόνες από το Θάνατος στη Βενετία του Λουκίνο Βισκόντι, μια αδέσποτη φωτογραφία από την Αφρική, ο Ντικ Τάρπιν σε κάποια κινηματογραφική εκδοχή του θρύλου του, μια φωτογραφία της Doris Ulmann και δύο της Dorothea Lange.