Η οικονομία δεν υπάρχει

μνήμη Ζαν-Πιερ Βουαγιέ

Artistic-reconstruction-of-a-potlatch-ceremony-on-Haida-Gwaii-titled-Kiusta-Potlach.png

Η οικονομία δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια θεωρία του κόσμου, είναι η κυρίαρχη θεωρία του κόσμου σήμερα, και μόνο σήμερα, στο σύγχρονο κόσμο, αφού αυτός ο κόσμος την έχει δημιουργήσει επιτούτου γι’ αυτό το σκοπό. Η οικονομία είναι μόνο μια σκέψη και κανένα άλλο υπαρκτό πράγμα μέσα στον κόσμο, κανένα άλλο πραγματικό κομμάτι του κόσμου παρά μόνο απλή σκέψη, μια καθαρή Weltanschaaung, μια καθαρή θεώρηση του κόσμου –ακριβώς ένα από αυτά τα διαβόητα αντικείμενα που τόσο περιφρονούν οι «υλιστές»– και όταν δρα μέσα στον κόσμο, δρα μόνο με τον τρόπο που δρούνε οι σκέψεις, οι θεωρήσεις, τίποτα περισσότερο, παράγει τα αποτελέσματα που παράγουν οι σκέψεις, οι θεωρήσεις, τίποτα περισσότερο. Η οικονομία είναι μόνο μια ιδεολογία με την έννοια του Μαρξ.[1]

plaque voyer

«Ο Ζαν-Πιερ Βουαγιέ, ο πιο φιλοσοφημένος από τους άμεσους απόγονους των Καταστασιακών, άφησε το μάταιο τούτο κόσμο την 1η του Δεκέμβρη της περασμένης χρονιάς σε ηλικία 82 ετών. Τον θυμόμαστε για όσα καλά έχει γράψει, και δεν είναι λίγα». Με τούτα τα λόγια και σ’ αυτό το δημοσίευμα τον αποχαιρέτησαν οι dangerfew. Φιλολογικό μνημόσυνο λοιπόν; Μπορεί. Αλλά και δυο πράγματα ακόμα.

Καθώς για μια φορά ακόμα η οικονομία πρόκειται να γίνει η έσχατη επίκληση για αποφάσεις που δεν έχουν τίποτα το αναπόφευκτο, που αποτελούν δηλαδή επιλογές ανάμεσα σε ποικίλες εναλλακτικές, δεν είναι άχρηστο να υπενθυμίζουμε τη φασματική και μεταφυσική υπόστασή της. Ακριβώς επειδή αυτές οι επιλογές θα προσπαθούν πάλι να κρυφτούν πίσω από σύννεφα αντικειμενικότητας και άκαμπτης υλικής αναγκαιότητας, πίσω από τα πέπλα κάποιας δήθεν σκληρής δήθεν επιστήμης. Καθόλου δεν το θέλαμε (θα ματαξαναπούν από διάφορες πλευρές), όμως μας ανάγκασε η οικονομική κρίση… Όπως ο Υιός του Θεού ήταν προορισμένος για σταύρωση έτσι και η οικονομία είναι προορισμένη να παθαίνει κρίση και (Ζαν-Πιερ έφη) στην πραγματικότητα λειτουργεί περίφημα (σύννεφα και πέπλα, είπαμε) όταν ακριβώς φαίνεται ότι δυσκολεύεται να λειτουργήσει, όταν δηλώνει ότι βρίσκεται σε ύφεση, ότι δεν καταφέρνει να ξετιναχτεί επιτέλους σε μια αέναη ανάπτυξη – κατά την οποία, όπως είναι γνωστό, όλοι θα τρώμε με χρυσά κουτάλια (η έλευση της Δευτέρας Παρουσίας έχει προ πολλού πάψει να αναγγέλλεται συγκεκριμένα και, εν πάση περιπτώσει, φημίζεται για την καθυστέρησή της).

jean-pierre-voyer-c776d3e9-64b6-4168-a256-0d21f0ce7cd-resize-750

Και επειδή τα χρέη πρέπει να πληρώνονται. Κάπου στο γύρισμα ή στην αυγή της δεκαετίας του ’80, τα γραφτά του Βουαγιέ άνοιξαν νέους ορίζοντες για μερικούς από κείνους που επέμεναν να ασχολούνται με την παλιά καλή υπόθεση αλλά δεν είχαν υποκύψει στον υπνωτικό ναρκισσισμό του ντεμπορισμού. Η σκέψη και η δραστηριότητα του «Ινστιτούτου Σύγχρονης Προϊστορίας» έμοιαζε ακόμα πιο ελκυστική σε όσους, επιπλέον, είχαν γοητευτεί από το Δώρο του Μαρσέλ Μος και αναζητούσαν ήδη τα χνάρια του Μαλινόφσκι σε μελανησιακά νησιά, σίγουροι κιόλας ότι θα συναντήσουν, λίγο πιο ανατολικά, τον Μάρσαλ Σάλινς. Αυτό όμως ίσως δεν έχει να κάνει με το τυχαίο της σύμπτωσης αλλά με το νήμα μιας παράδοσης. Μια από τις πηγές της έμπνευσης του Βουαγιέ ήταν πιθανότατα ο Georges Bataille, συγκεκριμένα ο όψιμος θεωρητικός Bataille,[2] με Το καταραμένο απόθεμα και τη Θεωρία της θρησκείας – εκπροσωπώντας δηλαδή μια συγκεκριμένη εκδοχή εθνολογίας (Μαρσέλ Μος και πότλατς) καθώς και του γαλλικού χεγκελιανισμού. Από την άλλη, ο Βουαγιέ, στα πρώτα του βιβλία, γοητευμένος με το κούλα, προφανώς ξεφύλλιζε διαρκώς τον Μαλινόφσκι (οι Αργοναύτες του Δυτικού Ειρηνικού είχαν μεταφραστεί όψιμα στα γαλλικά, τη δεκαετία του ’60), ενώ στη συνέχεια, σε πιο ύστερα κείμενα (στο Revue de Prehistoire Contemporaine, 1982), αφθονούν οι παραπομπές στον Σάλινς.[3] Όπως και να ’χει, η κριτική του ωφελιμισμού έγινε, γι’ αυτό το ρεύμα (τέλος πάντων, για μια χούφτα ανθρώπους), απαραίτητο κομμάτι της πολιτικής δράσης – κάτι παραπάνω από φιλοσοφικό της υποστήριγμα. Η έλλειψη αυτού του υποστηρίγματος, κατά τη γνώμη μου, έχει υπονομέψει άλλες φιλόδοξες προσπάθειες και, οπωσδήποτε, η ανθρωπολογική διάσταση έλειψε ολοφάνερα από το ευρύτερο κίνημα (θα μπορούσαμε να πούμε και το αντίστροφο).

voyer 19975

Δεν θα ήθελα ν’ ασχοληθώ εδώ με τα ελαττώματα (εκκεντρικότητες κι αλαζονείες, προβοκάτσιες ή υβριστικές εμμονές) του Βουαγιέ,[4] ή με την ύστερη εξέλιξή του, διόλου χαρμόσυνη (κάτι που υπονοοείται και στην τελευταία φράση των dangerfew). Κι ενώ μια φωνή μού ψιθυρίζει: «Πολλοί Γάλλοι έχουν διεστραμμένα γηρατειά», σκέφτομαι ότι πιο χρήσιμο θα ήταν να επισημαίναμε τα όρια μιας άτεγκτης χεγκελιανής φιλοσοφίας τέτοιου τύπου – αυτό όμως, μ’ όλη την ταπεινή θητεία μου σε κάποιου είδους νεο-νεοχεγκελιανισμό, δεν είμαι σε θέση να το κάνω, όχι τούτη τη στιγμή τουλάχιστον.

Τέλος, ως προς το θέμα που δηλώνει ο τίτλος και που παρουσιάζεται στα ακόλουθα αποσπάσματα, μια συζήτηση γύρω από τη φύση ή την ύπαρξη της οικονομίας, μεταξύ φίλων βασικά, είχε προσπαθήσει να γίνει εδώ, κάτω από τον τίτλο «Ο Μεγάλος Οικονομικός».

pl20

Ο ίδιος ο Μαρξ που δηλώνει πως «δεν πρέπει να πιστεύουμε αυτά που οι άνθρωποι λένε, φαντάζονται και παριστάνουν πως είναι», είναι ο ίδιος πάλι που πιστεύει σε μιαν ιδέα, μιαν αναπαράσταση: την οικονομία, και θέλει να την κάνει κάτι το πραγματικό, το κατεξοχήν πραγματικό, «το προτσές της πραγματικής ζωής». Η οικονομία δεν υπάρχει παρά μόνο σα δράση της αστικής τάξης και σαν ιδέα μέσα στην αστική σκέψη. Σα δράση, η οικονομία δεν είναι παρά η οικονομία της εργασίας των άλλων. Σαν ιδέα, η οικονομία δεν είναι παρά η ιδέα που έχει η αστική σκέψη για τον κόσμο και που θέλει να την έχουμε κι εμείς. Ποια είναι αυτή η ιδέα; Είναι η ιδέα ενός κόσμου στον οποίο δεν κυριαρχεί η αστική τάξη, στον οποίο η δράση της αστικής τάξης δεν είναι μια δράση κυριαρχίας, ενός κόσμου, λοιπόν, στον οποίο η αστική τάξη είναι απαραίτητη. […] Ο Μαρξ τσιμπάει μια χαρά το δόλωμα. Ξεκινάει για να δείξει τον απολογητικό χαρακτήρα της οικονομίας. Σε ποιο αποτέλεσμα φτάνει; Διαιωνίζει θεωρητικά την αστική τάξη, καλύτερα απ’ ό,τι θα μπορούσε να ευχηθεί η αστική τάξη, σε σημείο που η θεωρία στην οποία καταλήγει, επιτρέπει να συλλάβουμε έναν αστικό κόσμο δίχως αστική τάξη, έναν κόσμο που, ό,τι κι αν συμβεί, παραμένει αστικός, έναν κόσμο όπου η οικονομία είναι η πραγματικότητα του κόσμου. Όμως η οικονομία δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα ψέμα της αστικής τάξης για την κυριαρχία της αστικής τάξης. Κι ένας κόσμος όπου η οικονομία είναι η πραγματικότητα του κόσμου, είναι ένας κόσμος όπου η κυριαρχία της αστικής τάξης είναι η πραγματικότητα του κόσμου. […]

233_1b

Ο Μαρξ έκανε λοιπόν μιαν οικονομική κριτική της οικονομίας, του στιλ «η οικονομία είναι η πραγματικότητα του κόσμου. Μόνο η αστική αντίληψη της οικονομίας είναι λάθος». Όμως η οικονομία δεν είναι τίποτα άλλο απ’ την αστική αντίληψη του κόσμου. […] Η οικονομία δεν αποτελεί καμιά πραγματική κατηγορία του κόσμου. Το εμπόρευμα, το χρήμα, η αξία, το κεφάλαιο, ναι. Η οικονομία δεν είναι παρά το ψέμα μιας ιδιαίτερης τάξης για τον κόσμο. Το εμπόρευμα, το χρήμα, η αξία, το κεφάλαιο, είναι τα ψέματα του κόσμου για τον εαυτό του. Το εμπόρευμα, το χρήμα, η αξία, το κεφάλαιο δεν είναι οικονομικές κατηγορίες. Είναι κατηγορίες του κόσμου. […]

haacp14b

Αν στην αρχαιότητα, οι κυρίαρχες κατηγορίες απ’ τις οποίες απορρέουν οι κοινωνικές σχέσεις κι η ιστορία είναι ουσιαστικά πολιτικές κατηγορίες (η εξουσία μέσα στην πόλη-κράτος, οι σχέσεις ανάμεσα στις πόλεις-κράτη, η σχέση ανάμεσα στη δύναμη και το δίκαιο κλπ), αν δε δίνεται καμία σημασία στην οικονομία της εργασίας των άλλων, δεν είναι γιατί η εξυπνάδα ή η σκέψη ήταν λιγότερο «προχωρημένες», αλλά γιατί η οικονομία της εργασίας των άλλων δεν είχε καθιερωθεί σα διαχωρισμένη, αυτόνομη, αντιτιθέμενη στην υπόλοιπη κοινωνία, στιγμή της ανθρώπινης δραστηριότητας (της δραστηριότητας του βιομηχανικού αστού). Με δυο λόγια γιατί η δραστηριότητα αυτή δεν υπήρχε. Η οικονομία της εργασίας των άλλων είναι ένας σύγχρονος κι ειδικός τρόπος εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Η δραστηριότητα αυτή δεν εμφανίζεται παρά μόνο όταν το εμπόριο κυριεύει τη σφαίρα της εκμετάλλευσης και την αναλαμβάνει το ίδιο. Μια «αληθινή ανάλυση» της οικονομίας της εργασίας των άλλων (μια επιστήμη που δείχνει πώς να πλουτίσεις όσο πιο γρήγορα γίνεται, θα πει ο Ένγκελς) δεν εμφανίστηκε παρά το 17ο, ή κι ακόμα αργότερα, το 18ο αιώνα, δηλαδή με τη γέννηση της μισθωτής εργασίας, που στην πραγματικότητα ανύψωσε την οικονομία της εργασίας των άλλων σε κυρίαρχη στιγμή της κοινωνικής ζωής.[5] (1976)

3b00198u

Μπορεί να μου αντιπαραθέσει κανείς, ασφαλώς, ότι όλ’ αυτά είναι παιγνίδια με τις λέξεις και ότι ονομάζω «επικοινωνία» εκείνο που άλλοι ονομάζουν «οικονομία». Ακόμα κι αν ήταν έτσι, παραπέμπω πρώτα στον Πρόλογο σε ένα καταστασιακό λεξικό που αποτελεί ήδη επαρκή απάντηση και παρατηρώ στη συνέχεια ότι, αν «οικονομία» και «αλλοτριωμένη επικοινωνία» αναφέρονται στο ίδιο πράγμα, γιατί να χρησιμοποιούμε δύο λέξεις για να αναφερθούμε σε ένα και μόνο πράγμα, γιατί να ονομάζουμε «οικονομία» αυτό που μπορούμε να ονομάζουμε «επικοινωνία»; Η απάντηση βρίσκεται μέσα στην ερώτηση: βλέπουμε πολύ καλά ποιοι έχουν συμφέρον να μιλάμε για οικονομία αντί για επικοινωνία και γιατί. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Η «οικονομία» δεν είναι απλά μια σκέτη λέξη κενή νοήματος αλλά μια αντίληψη, και μάλιστα μια αντίληψη που απευθύνεται ειδικά στους φτωχούς, μια ηθική. Όταν χρησιμοποιεί κάποιος τη λέξη «οικονομία», λέει, οτιδήποτε κι αν πιστεύει κατά τα άλλα, «Arbeit mach Frei», «Η εργασία απελευθερώνει». […] Το περιεχόμενο αυτής της ηθικής συνίσταται επακριβώς στον ισχυρισμό ότι: «Σε κάθε κοινωνία, το πρώτο καθήκον των ανθρώπων είναι να παράγουν τα μέσα της ύπαρξής τους. Οι σχέσεις που εγκαθιστούν ανάμεσά τους, για να εξασφαλίσουν αυτή την παραγωγή, αποτελούν την οικονομική δομή της κοινωνίας». Με την πρώτη ματιά, όποιος αναγνώστης μας είναι φτωχός θα αναγνωρίσει εδώ τη δική του κατάσταση. Ισχύει πράγματι για τον φτωχό ότι το πρώτο καθήκον του –και το τελευταίο, αφού είναι το μοναδικό– συνίσταται στο να παράγει τα μέσα της ύπαρξής του. Σ’ αυτό ακριβώς έχει συρρικνωθεί η ζωή του, ή τουλάχιστον αυτό που του χρησιμεύει για ζωή. […]

7a613a14125909c01d21123e96596380

Οι ψευδο-αρχές χρησιμότητας και πραγματικότητας πάνω στις οποίες θεμελιώνεται ο κόσμος μας σύμφωνα με την οικονομία δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά καθαρά ψέματα που συνιστούν το περιεχόμενο μιας ηθικής. Η οικονομία τίποτ’ άλλο δεν είναι παρά η ηθική των άγγλων ωφελιμιστών, «Rule Britannia», η οικονομία είναι η αγγλική ιδεολογία. Η κυρίαρχη ιδεολογία του εμπορίου είναι η ιδεολογία του κυρίαρχου εμπορίου. Όπως κάθε ηθική, η αγγλική ιδεολογία απευθύνεται στους φτωχούς. Ωφελιμιστική αντίληψη του κόσμου, η οικονομία προσπαθεί να αποτρέψει, τουλάχιστον μέσα στη σκέψη, τη λαχτάρα που νιώθουν οι σύγχρονοι φτωχοί για τον κόσμο. Ωφελιμιστική αντίληψη του πλούτου, η οικονομία προσπαθεί να αποτρέψει, τουλάχιστον μέσα στη σκέψη, τον έντονο ενθουσιασμό των σύγχρονων φτωχών για τον πλούτο, ενθουσιασμό που οι ίδιοι οι πλούσιοι έχουν προκαλέσει στους φτωχούς με τη δράση τους –την πραγματική τους δράση, όχι τη φανταστική τους δράση, έτσι όπως απεικονίζεται στην ηθική τους. […] Στην αρχή, όπως σημειώνει πολύ σωστά ο Μαρξ, η οικονομία μπορούσε να επιτρέπει στον εαυτό της την πολυτέλεια να είναι μια έντιμη θεωρία του πλούτου, όταν μπορούσε να ομολογεί την αληθινή της φύση σαν ταπεινή επιστήμη στην υπηρεσία μιας τάξης έτοιμης να θριαμβέψει. Για πρώτη φορά στον κόσμο, η οικονομία έθεσε θεωρητικά, πριν τρεις αιώνες, το ζήτημα του πλούτου. Αυτό ήταν το μεγαλείο της. Αλλά πολύ γρήγορα έπρεπε ν’ απαρνηθεί και το αντικείμενό της και το σκοπό της. Το ίδιο γρήγορα όπως κι η τάξη που τη χρηματοδοτούσε έπρεπε να πάψει να αυτοανακηρύσσεται ανοιχτά τάξη του οικουμενικού πλούτου. […] Η οικονομία είναι λοιπόν μια ωφελιμιστική ηθική που στοχεύει να αποστρέψει τους φτωχούς από τον πλούτο. Αλλά ενώ οι παλαιές ηθικές, για τον ίδιο σκοπό, είχαν την άνεση να δυσφημούν ανοιχτά τον υπαρκτό πλούτο και να κάνουν κυνικά την απολογία της αθλιότητας και της απάρνησης, μέσα σ’ ένα κόσμο όπου η αληθινή φύση του πλούτου γίνεται ολοένα και πιο φανερή, η οικονομία δεν το μπορεί πια. […] Αφού η οικονομία δεν μπορεί πια να δυσφημήσει τον υπαρκτό πλούτο –αλλοτριωμένο πλούτο βέβαια, αλλά πραγματικά αλλοτριωμένο, πραγματικά υπαρκτό ως αλλοτρίωση, πλούτο τέτοιο που οι πλούσιοι τον ασκούν, τον γνωρίζουν και τον απολαμβάνουν πραγματικά– πρέπει λοιπόν να κατασκευάσει μια φανταστική και εξωπραγματική εκδοχή αυτού του πλούτου και να κάνει την απολογία αυτής της φανταστικής και εξωπραγματικής εκδοχής. […]

Haida copper

[…] Σύμφωνα με την οικονομία, ο σκοπός του ανθρώπου είναι να ικανοποιεί τις ανάγκες του. Ο σκοπός του ανθρώπου είναι να τρώει, ο πρώτος σκοπός του ανθρώπου είναι να επιβιώνει. Αλλά ποιο ζώο δεν έχει αυτό το σκοπό; Καθώς η εργασία –αυτή η κοινή σε όλα τα ζώα δραστηριότητα– είναι η ανάγκη που αυτοκαταργείται, η οικονομία διατάζει ότι η εργασία είναι η πρώτη ανάγκη του ανθρώπου, ότι η εργασία είναι ή ίδια η ουσία του ανθρώπου. Σύμφωνα με την οικονομία, η ζωή αυτού που αποκαλεί άνθρωπο συνίσταται στην κατάργηση των αναγκών, στο να δουλεύει και να τρώει. Και η χρήση των προϊόντων της εργασίας είναι ο σκοπός της ζωής. Σύμφωνα με την οικονομία, η ύπαρξη των ανθρώπων περιλαμβάνει δυο διαχωρισμένους και αντιτιθέμενους τομείς, την παραγωγή και την κατανάλωση, και η δεύτερη είναι ο σκοπός της πρώτης. Σύμφωνα με την οικονομία, κοινωνία σημαίνει να βάζουμε πλάι-πλάι την εργασία και τα προϊόντα της, επομένως το μεγάλο πρόβλημα της κοινωνίας είναι το μοίρασμα των προϊόντων της εργασίας. Και σύμφωνα με την οικονομία, ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι ζούνε σε κοινωνία είναι ότι αυτό τους επιτρέπει να τρώνε περισσότερο και καλύτερα, και μάλιστα να δουλεύουν λιγότερο. Μα τι ιδανικό! […] Η συνέπεια όλων αυτών των όμορφων αρχών είναι ότι προφανώς ο πλούτος έγκειται στα προϊόντα της εργασίας, ότι η υποκειμενική ουσία του πλούτου είναι η εργασία. Ο πλούτος έγκειται πολύ φυσικά στη συσσώρευση των προϊόντων της εργασίας: ο πλούτος είναι πολλά προϊόντα της εργασίας. Ο πλούτος μπορεί λοιπόν να είναι και σκάρτες πατάτες, αλλά πολλές σκάρτες πατάτες. Όλα ξεκαθαρίζουν λοιπόν: θα υπήρχε, αν ήταν έτσι, μόνο μια διαφορά βαθμού, μια ποσοτική διαφορά ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς: οι πλούσιοι θα είχαν, τότε, μόνο ό,τι έχουν κι οι φτωχοί, αλλά σε μεγάλη ποσότητα. Οι πλούσιοι θα ήταν λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο, …πλούσιοι φτωχοί. […]

15439488412_f5414b4467_n

Ο σκοπός της οικονομικής θεωρίας είναι να κάνει τον πλούτο ένα καθαρά ποσοτικό ζήτημα, ένα ζήτημα ζαχαροπλαστείου που αντιλαμβάνεται τον κόσμο σαν ένα τεράστιο γλύκισμα και τους ανθρώπους σαν μια μυριάδα μικρούς ζαχαροπλάστες. Αν ο κόσμος είναι μία τάρτα, γίνεται προφανές πώς ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να γίνει θα ήταν, από τη μία, να μεγάλωνε η τάρτα και, από την άλλη, καθένας να είχε μια ίση φέτα. Οι φαταούλες οι πλούσιοι, σύμφωνα με αυτή τη ζαχαροπλαστική θεωρία, κάνουν την αδικία να χλαπακιάζουν μια σκανδαλωδώς μεγάλη φέτα. Η κριτική αυτού του κόσμου, σύμφωνα πάντα με αυτή τη θεωρία, θα έπρεπε να αγρυπνάει ώστε καθένας να έχει μια φέτα αυστηρά ίση με τις φέτες των άλλων, μια μικρή φέτα ασφαλώς αφού, όσο μεγάλο και να ’ναι το γλύκισμα, κάθε ατομική φέτα, αφού όλες είναι ίσες, θα είναι αναγκαστικά μικρή, ή με άλλα λόγια περιορισμένη. Και ενώ όλοι θα δούλευαν στο φούρνο για να ξαναφτιαχτεί το γλύκισμα που φαγώθηκε γρήγορα λόγω της λαιμαργίας τους –ω, τι απαίσιο ελάττωμα!– ο ρόλος των πλουσίων θα περιοριζόταν στον ευσυνείδητο χειρισμό του γιγάντιου μαχαιριού που θα επέτρεπε την ακριβοδίκαιη μοιρασιά ανάμεσα σε όλους τους μικρούς ζαχαροπλάστες. […] Και σύμφωνα με αυτή την αξιοπρόσεχτη σύλληψη –φτάνουμε επιτέλους στη ρίζα της– αν οι άνθρωποι ζούνε σε κοινωνία, αν οι άνθρωποι ζούνε σ’ ένα μεγάλο βιομηχανικό ζαχαροπλαστείο αντί να φτιάχνουν ο καθένας μόνος του το μικρό του γλύκισμα, καθένας στη γωνιά του, όπως κάνουν τα ζώα –μερικά τουλάχιστον– είναι μόνο επειδή οι ατομικές φέτες ενός μεγάλου γλυκίσματος κατασκευασμένου από κοινού είναι σαφώς μεγαλύτερες από τα μικρά ατομικά γλυκίσματα που θα έφτιαχνε ο καθένας στη γωνιά του. Τι ευγενικό! […]

plate4

Το πρώτο ιστορικό γεγονός δεν είναι, όπως έγραψε σκανδαλωδώς ο Μαρξ το 1846, η παραγωγή μέσων που επιτρέπουν να ικανοποιηθούν οι ανάγκες για φαγητό, πιοτό, στέγαση, ένδυση –μα ποιο ζώο δεν τις ικανοποιεί, αν μιλάμε για ζωντανό ζώο;– αλλά η χρήση αυτών των ζωικών αναγκών και των μέσων που τις ικανοποιούν για σκοπούς επικοινωνίας. Εκείνο που διακρίνει τον άνθρωπο από το ζώο είναι ακριβώς ότι το να φάει, να πιει, να ντυθεί, να στεγαστεί δεν αποτελούν πια αυτοσκοπό αλλά έχουν για σκοπό την επικοινωνία, είναι απλές προφάσεις για επικοινωνία. Το πρώτο ιστορικό γεγονός δεν είναι η παραγωγή της υποτιθέμενα υλικής ζωής αλλά η παραγωγή της επικοινωνίας.

279b4d0389cc50b8a4ca9a812e127657

Η πρώτη προϋπόθεση κάθε ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι, όπως έγραψε σκανδαλωδώς ο Μαρξ, ότι οι άνθρωποι πρέπει να είναι σε θέση να ζήσουν για να μπορούν να φτιάχνουν την ιστορία, κι ότι γι’ αυτό πρέπει πριν από καθετί άλλο –το «πριν από καθετί άλλο» το λέει ο Μαρξ– να φάνε, να πιούνε, να στεγαστούν, να ντυθούν και μερικά άλλα πράγματα ακόμα. Αυτό το κάνουν όλα τα ζώα αλλά αυτό δεν τα κάνει ανθρώπους, δεν τα κάνει να φτιάχνουν την ιστορία τους. Είναι η προϋπόθεση της ζωής οποιουδήποτε ζώου: πρέπει ένα ζώο να τρώει, να πίνει, να κοιμάται αν θέλει να ζει, πρέπει ένα ζώο να ζει αν θέλει να ζει. […] Απεναντίας, η πρώτη προϋπόθεση κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, η αφετηρία κάθε ιστορίας, είναι ότι ορισμένα ζώα χρησιμοποιούν τη ζωική ζωή τους, χρησιμοποιούν εκείνο που ήταν σκοπός μετατρέποντάς το έτσι σε απλό μέσο –κοντολογίς καταργούν την ανεξαρτησία αυτού του σκοπού– για να επικοινωνούν. Προφανώς μόνο ζωντανά ζώα μπορούν να σκεφτούν να το κάνουν αυτό, όμως δεν είναι το γεγονός ότι είναι ζωντανά, ότι τρώνε, ότι πίνουν, εκείνο που επιτρέπει να πούμε ότι αυτά είναι άνθρωποι, αλλά μόνο το ότι χρησιμοποιούν αυτά για να επικοινωνούν. Οι άνθρωποι, για να είναι σε θέση να ζήσουν, και να ζήσουν σαν άνθρωποι και όχι μόνο σαν ζώα, πρέπει να είναι ακριβώς ικανοί –και αυτή την ικανότητα την αρνιούνται στους σκλάβους, μισθωτούς ή όχι, στους υποταγμένους, στους φτωχούς όλων των εποχών– να χρησιμοποιούν τις ζωικές τους ανάγκες, την ικανοποίηση των αναγκών τους για φαγητό, πιοτό, στέγαση, ένδυση για σκοπούς επικοινωνίας, σαν υλικό για επικοινωνία. Για να είναι οι άνθρωποι σε θέση να ζουν σαν άνθρωποι, πρέπει πριν από καθετί άλλο να επικοινωνούν και μόνο κάνοντας αυτό, φτιάχνουν την ιστορία. Η ιστορία είναι η ιστορία της επικοινωνίας.

copperbreaker

Σε όλες τις κοινωνίες, το πρώτο καθήκον των ανθρώπων δεν είναι να παράγουν τα μέσα της ύπαρξής τους, τις σχέσεις που εγκαθιστούν ανάμεσά τους δεν τις εγκαθιστούν για να εξασφαλίσουν αυτή την παραγωγή – παρά μόνο απατηλά και μέσα στην κυρίαρχη σκέψη. Και αυτές οι σχέσεις δεν αποτελούν την οικονομική δομή της κοινωνίας, τη συγκεκριμένη βάση πάνω στην οποία υψώνεται μια νομική και πολιτική υπερδομή και στην οποία αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης – παρά μόνο απατηλά και μέσα στην κυρίαρχη σκέψη. Σε κάθε κοινωνία, το πρώτο καθήκον των ανθρώπων είναι να επικοινωνούν και οι σχέσεις που εγκαθιστούν ανάμεσά τους έχουν για σκοπό τις σχέσεις που εγκαθιστούν ανάμεσά τους. Αντίθετα με ό,τι έγραψε σκανδαλωδώς ο Μαρξ το 1859, οι άνθρωποι δεν έχουν για σκοπό να παράγουν κοινωνικά την ύπαρξή τους. Οι άνθρωποι έχουν για σκοπό να παράγουν την κοινωνική τους ύπαρξη. Αυτή η κοινωνική ύπαρξη είναι η μόνη πραγματική παραγωγή των ανθρώπων, η επικοινωνία είναι το μόνο πραγματικό πράγμα που παράγεται πραγματικά από τους ανθρώπους […] Η συγκεκριμένη βάση πάνω στην οποία υψώνονται όλα όσα υπάρχουν μέσα στην κοινωνία είναι η επικοινωνία. Και μετά τολμάνε να σου λένε ότι μέσα στη σκέψη του Χέγκελ ο κόσμος είναι ανεστραμμένος![6] (1979)

pl23

Το υλιστικό και οικονομιστικό αξίωμα, ιδιαίτερα στο Μαρξ, είναι ότι ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι πρέπει να καλύψει τις ανάγκες του. Η οικονομία θα ήταν επομένως, σύμφωνα με αυτό το αξίωμα, η δραστηριότητα του ανθρώπου καθώς καλύπτει τις ανάγκες του. Λοιπόν, τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος για να καλύψει τις ανάγκες του; Πρέπει να λάβει μέρος σε καθορισμένες σχέσεις (είναι ο Μαρξ που το λέει), με άλλα λόγια πρέπει να επικοινωνήσει, πρέπει να αναγνωριστεί. Αν δεν επικοινωνήσει, αν δεν αναγνωριστεί, δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του. Ποια είναι επομένως αυτή η περίφημη οικονομική δραστηριότητα μέσω της οποίας ο άνθρωπος καλύπτει τις ανάγκες του; Είναι η επικοινωνία. Όλες οι ξεχωριστές δραστηριότητες λαμβάνουν χώρα διαμέσου της επικοινωνίας και ορίζονται από την επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των αναγκών. Η οικονομία είναι επομένως η επικοινωνία, το οποίο είναι σαν να λέμε ότι η οικονομία δεν υπάρχει. (Ο Μάρσαλ Σάλινς καταλήγει έτσι στο συμπέρασμα ότι η οικονομία δεν είναι παρά η κουλτούρα. Το επιχείρημά του: αν η οικονομία είναι μια στιγμή της κουλτούρας, η οικονομία δεν υπάρχει, όλα είναι κουλτούρα· αντίστροφα αν η κουλτούρα είναι μια στιγμή της οικονομίας, η κουλτούρα δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο οικονομία. Δεν υπάρχει χώρος και για τα δύο, είναι ή το ένα ή το άλλο. Ο Σάλινς είναι παρόλα αυτά γενναιόδωρος, η οικονομία δεν είναι ούτε καν στιγμή κάποιου πράγματος, αντίθετα δεν υφίσταται καθόλου, είναι μια απλή πρόληψη). Επομένως η οικονομία δεν υπάρχει, αφού δεν είναι παρά ένα άλλο όνομα για την επικοινωνία. Και αυτό το άλλο όνομα δεν είναι καθόλου αθώο. Είναι η άρνηση της ύπαρξης της επικοινωνίας. Κρύψτε αυτήν την επικοινωνία την οποία δεν αντέχω να βλέπω, λέει ο υποκριτής ωφελιμιστής. Γιατί αυτή η ονομασία να είναι κάτι παραπάνω από μια κενή ονομασία, χωρίς αντικείμενο και χωρίς αναφορά; Επειδή κάτω από αυτή την ονομασία έχει συσσωρευτεί για πάνω από δυο αιώνες μια ακατάπαυστη αστική προπαγάνδα (προπαγάνδα στην οποία οι διανοούμενοι έπαιξαν βασικό ρόλο). […] Δεν είναι επομένως μια απλή κενού νοήματος ονομασία, αλλά η μαγική λέξη η οποία αμέσως εμποτίζει το πνεύμα με την νεφελώδη σύγχυση των ωφελιμιστικών προκαταλήψεων, οι οποίες μπορούν να συμπτυχθούν στο «Πρέπει να επιβιώσουμε, έτσι δεν είναι;», το οποίο θα πρέπει να εκλάβει κανείς ως «Είναι απαραίτητο να τρώμε, έτσι δεν είναι;», γιατί αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπουν τη ζωή αυτοί οι άνθρωποι […]

map5

Η λέξη οικονομία, λοιπόν, παίζει τον ίδιο ρόλο όπως η λέξη Θεός παλιότερα. Είναι ακριβώς επειδή στερείται νοήματος που μπορεί κανείς να γεμίσει αυτή τη λέξη με λαθραίες έννοιες. Αν αυτή η λέξη είχε νόημα θα εξόριζε από μέσα της κάθε απατηλό περιεχόμενο. Τέλος, οι ωφελιμιστές θα ήταν ικανοί να παραδεχθούν ότι ο άνθρωπος καλύπτει τις ανάγκες του διαμέσου της επικοινωνίας, αλλά μόνο για προσθέσουν αμέσως ότι ο σκοπός είναι η κάλυψη των αναγκών και το μέσο είναι η επικοινωνία, ότι επομένως είναι καλύτερα να αφήσει κανείς τα μέσα σε έμπειρα χέρια […] έτσι ώστε να μπορέσει να επιτύχει το στόχο ο οποίος είναι να τραφεί. Όμως ο πραγματικός σκοπός είναι η επικοινωνία, ο μόνος σκοπός, το μόνο διακύβευμα.[7] (1997)

tetartoskosmos@gmail.com

PNG-Set-A-06
Εικονογράφηση: Πέρα από τα αυτονόητα: Πότλατς των Χάιντα, Κιούστα, ΒΔ Ακτή (πίνακας του Γκόρντον Μίλερ). Χάλκινες ασπίδες του πότλατς και ο σπάστης που χρησιμεύει στην τελετουργική καταστροφή τους. Δύο φωτογραφίες σχετικές με το κούλα, καθώς κι ένας χάρτης του κούλα, από τον Μαλινόφσκι (νησιά Τρομπριάν). Προετοιμασίες για την αντίστοιχη τελετή μόκα στα Υψίπεδα της Νέας Γουινέας (Μάουντ Χάγκεν, φωτογραφία Α. Στράδερν & Π. Στιούαρτ).

 

σημειώσεις

[1] Ζαν-Πιερ Βουαγιέ, κεφ. 4, σελ. 46 της Αναφοράς (βλ. σημ. 6).

[2] Ο Bataille, που από μια άποψη είχε σταθεί ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα διάφορα μεσοπολεμικά ρεύματα της ιστορικής πρωτοπορίας, είχε ρίξει τη σκιά του, εκ των υστέρων και χωρίς τη φυσική του παρουσία, στο μεταπολεμικό πρωτοποριακό κύμα (λετριστική αριστερά και πρώιμοι καταστασιακοί).

[3] Το Stοne Age Economics μεταφράστηκε στα γαλλικά το 1976 με τον τίτλο Âge de pierre, âge d’abondance: L’économie des sociétés primitives (με πρόλογο, σημειωτέον, του Πιερ Κλαστρ), ενώ το Πολιτισμός και πρακτικός λόγος το 1980 και με τίτλο Au cœur des sociétés: Raison utilitaire et raison culturelle.

[4] Ήδη στο σύντομο προλογικό σημείωμα στη μετάφραση της Έρευνας (βλ. σημ. 5), γραμμένο το 1982, διατυπώνονται επιφυλάξεις, ενώ παράλληλα επισημαίνεται η δυνατότητα για ενδιαφέρουσες προεκτάσεις.

[5] Έρευνα πάνω στη φύση και τις αιτίες της μιζέριας των ανθρώπων, μετάφραση Μ.Β. & Ν.Κ., Ελεύθερος Τύπος 1985, § 13 και 14, σελ. 25-27.

[6] Αναφορά για την κατάσταση των ψευδαισθήσεων μέσα στο κόμμα μας και αποκαλύψεις σχετικά με την αρχή του κόσμου, Ελεύθερος Τύπος 1987, μετάφραση Ν.Κ., επιμέλεια Π.Τσ. Εδώ, σε πρόχειρη μετάφραση Φρ. Ολονέζου, αποσπάσματα από τα κεφάλαια 6 και 7, σελ. 81-90 και 101-103 της γαλλικής έκδοσης του Institut de Préhistoire Contemporaine, 1979.

[7] «Απάντηση στον κ. Μπουένο, μέρος πρώτο», επιστολή 18 Ιουνίου 1997 (μετάφραση bugpowder).