Λεβιάθαν 2020

(έξι αποσπάσματα)

 

mv5bmtzlmza3yzitoge1zi00yza4lthiyzmtote5mzhinjzjmjuwxkeyxkfqcgdeqxvymti3mdk3mzq-v1_orig

Κομμάτια και συντρίμμια ανακατεμένα, ανεπαρκή μέρη και ατελή μέλη, ξύσματα, ερείσματα και ρινίσματα, σημεία για να στηριχτεί κάποιος και ν’ ανέβει στο βουνό, σκόνη που την τραβάει ο μαγνήτης για να σχηματίσει κάτι άλλο, ή σκουπίδια που θα τα σαρώσει κάποιο χέρι για να τα θάψει, κτερίσματα, στους τάφους των παλιών ελπίδων – για να κάνει χώρο για το καινούργιο, που δεν θα παραλείψει να δημιουργηθεί.

images0

(απόσπασμα 1)  μια εικασία

από τα μεταφασιστικά κόμματα στα κεντροφασιστικά καθεστώτα;

Η εικασία που προσπαθούσα να επεξεργαστώ μέσα στους προηγούμενους μήνες είναι μάλλον μια προέκταση της θεωρητικής πρότασης του Έντσο Τραβέρσο περί μεταφασισμού, η οποία παρουσιάστηκε πρώτα σ’ ένα άρθρο του 2015 και αναπτύχθηκε σ’ ένα βιβλίο με μορφή συζήτησης, το 2017.[1] Ο Τραβέρσο πρότεινε το χαραχτηρισμό μεταφασιστικά για τα ακροδεξιά «νέου τύπου» κόμματα, που είχαν τόση επιτυχία πραχτικά σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες μέσα στα τελευταία χρόνια, με το σκεπτικό ότι ο όρος αποδίδει τη διττή τους φύση:

– από τη μία δεν μπορούν να ονομαστούν φασιστικά με την ιστορική έννοια της λέξης – π.χ. δεν ευαγγελίζονται κάποιου είδους «επανάσταση» (όπως έκαναν οι ιστορικοί φασισμοί του μεσοπολέμου, πιο ηχηρά ο αρχέτυπος ιταλικός φασισμός και ο ναζισμός βέβαια), κάποια ριζική αλλαγή της κοινωνίας ή του πολιτισμού ή και του ανθρώπου συνολικά, απεναντίας αποδέχονται το θεσμικό πλαίσιο της κατεστημένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (κόκκινο πανί για τους ιστορικούς φασισμούς), δεν στηρίζονται σε μαζικά και στρατιωτικοποιημένα κινήματα κλπ,

– από την άλλη είναι προφανές ότι η ιστορική τους μήτρα παραμένει ο φασισμός: προέρχονται από νεοφασιστικά κόμματα και κινήματα, από τα οποία έχουν κληρονομήσει ποικίλες ιδέες και ιδανικά, περιλαμβάνουν τα ιστορικά τους στελέχη (τα οποία έχουν δηλώσει, περισσότερο ή λιγότερο σαφώς, περισσότερο ή λιγότερο αδέξια, περισσότερο ή λιγότερο πειστικά, τη «μετάνοιά» τους) καθώς και λίγο-πολύ αφανείς αλλά ατόφιους φασιστικούς πυρήνες.

Ως προς το δεύτερο σημείο, παρότι η δημόσια υπενθύμιση αυτής της ιστορικής μήτρας ενοχλεί τους άμεσα ενδιαφερόμενους, και καμία οργανωμένη δύναμη δεν θα αποδεχόταν (προς το παρόν) την ετικέτα «μεταφασιστική», είναι εντούτοις απαραίτητο να την έχουμε πάντα στο νου και να μην την ξεχνάμε ποτέ: καλή η σεμνότητα, καλά τα δικαιώματα της αυτονομασίας, αλλά πρέπει να κάνουμε κι εμείς τη δουλειά μας.

Ένα άλλο στοιχείο που δικιολογεί τον όρο «μεταφασιστικά», λέει ο Τραβέρσο, είναι η μεταβατική και ασταθής φύση τους: κατά τη γνώμη του, είναι μια προσωρινή κατάσταση, που δεν μπορεί να διαρκέσει πάρα πολύ. Αναφέρεται, πολύ επιφυλακτικά, σε διάφορες υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με τη μελλοντική τους εξέλιξη αλλά κάνει ξεκάθαρο ότι οι προφητείες δεν είναι ο τομέας του. Εδώ, μ’ ενδιαφέρει ν’ αναφέρω μόνο μια από αυτές τις προοπτικές (που προέρχεται, και προωθείται, από κύκλους της γαλλικής «νέας δεξιάς»), η οποία μιλάει για τη δημιουργία μιας Μεγάλης Δεξιάς (συγχώνευση της νέας ακροδεξιάς με την παραδοσιακή δεξιά), κάτω από τη σημαία του εθνοφιλελευθερισμού (δικός τους ο όρος και τα λέει όλα).[2]

Λοιπόν, η δική μου εικασία, κοιτώντας την εικόνα της Ευρώπης στο ξεκίνημα της τρίτης δεκαετίας του αιώνα, είναι ότι αυτό το σχέδιο, αργά αλλά διόλου αθόρυβα, πραγματοποιείται ή έχει πραγματοποιηθεί ήδη – και μάλιστα σε μια διευρυμένη εκδοχή. Θέλω να πω, στα συστατικά ή στις συνιστώσες του πράγματος δεν περιλαμβάνεται μόνο η παραδοσιακή, συντηρητική ή ό,τι άλλο, δεξιά αλλά ολόκληρο το Ενιαίο Κόμμα, για να το ονομάσω κάπως, που είχε σχηματιστεί σαν συναινετική διακυβέρνηση στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα στις τελευταίες δεκαετίες. Αφού το πράγμα αυτό μοιάζει να έχει εδραιώσει την εξουσία του, δηλ. δεν αμφισβητείται καθόλου μέσα στα θεσμικά πλαίσια ενώ τα κινήματα που το αμφισβητούν βρίσκονται σε ύφεση, ηττημένα ή περιθωριοποιημένα, αξίζει μάλλον να ονομαστεί καθεστώς. Θα προτιμήσω όμως προς το παρόν τον πληθυντικό, καθεστώτα, καθώς φαίνεται να υπάρχουν τοπικές διαφοροποιήσεις και διαμάχες: ενώ έχει ενισχυθεί το ενιαίο στοιχείο της πολιτικής τους, δηλ. υπάρχει μια κοινή, και αρκετά μονολιθική, πολιτική, πάνω στο περιεχόμενο και την ουσία της οποίας τα καθεστώτα αυτά συμφωνούν, ταυτόχρονα παραμένει και ίσως μάλιστα να αυξάνεται η τοπική (εθνική ή ό,τι άλλο) διαφοροποίηση, που αφορά μάλλον τον τρόπο ή τη μέθοδο εφαρμογής αυτής της πολιτικής. Ως προς τον επιθετικό προσδιορισμό, ο χαραχτηρισμός «-δεξιά» ή «δεξιο-» δεν μοιάζει πολύ εύστοχος, με δεδομένο το εύρος του Ενιαίου Κόμματος που προανάφερα – ωστόσο δεν πρέπει να παραλείψουμε το συστατικό «-φασιστικά», για να δείξουμε από πού αρδεύεται ο γενικευμένος και ολοένα και μεγαλύτερος αυταρχισμός τους. Οπότε το ερώτημα (η εικασία) διαμορφώνεται ως εξής: μήπως περάσαμε ή περνάμε από τα μεταφασιστικά κόμματα στα κεντροφασιστικά καθεστώτα;

image-asset

(απόσπασμα 2)    ονοματολογικά

Για να αρχίσουμε από κάπου, η αριστερά και η δεξιά[3] μπορούν να εννοηθούν ως προς τη σχέση τους στο χώρο, «με τοπολογικούς όρους», κι αυτή άλλωστε ήταν κι η ιστορική καταγωγή της πολιτικής τους χρήσης. Με αυτή την έννοια κάτι μπορεί να μετακινείται «πιο αριστερά» ή «πιο δεξιά» σ’ ένα ιδεατό συνεχές φάσμα (κάπως σαν εκείνο τον κόκκινο δείκτη στα παλιά ραδιόφωνα, που διερευνούσε το φάσμα των συχνοτήτων) και μ’ αυτή την έννοια μπορούμε βέβαια να πούμε ότι υπάρχει κάποιο «κέντρο» (το κέντρο του φάσματος). Αν αφήσουμε πίσω αυτή την καθαρά γραμμική σχέση και αναζητήσουμε μια νοηματοδοτημένη σχέση («με οντολογικό τρόπο», κατά τον Τραβέρσο), μπορούμε π.χ. να πούμε ότι ο όρος αριστερά αναφέρεται σε κείνα «τα κινήματα που, μέσα στην ιστορία, πάλεψαν για ν’ αλλάξουν την κοινωνία θέτοντας την αρχή της ισότητας στο επίκεντρο των σχεδίων και των αγώνων τους».[4] Στην προοπτική αυτή, η δεξιά είναι το αντίθετο, δηλ. τα ιστορικά κινήματα ή οι ιστορικές δυνάμεις που αντιπαρατέθηκαν στα σχέδια αλλαγής της κοινωνίας, όταν αυτά τα σχέδια εμπνέονταν από την αρχή της ισότητας. Στο πεδίο αυτό, είναι κάπως δύσκολο να προσδιοριστεί ένα κέντρο – πώς θα μπορούσε να τοποθετηθεί άραγε; Υπέρ της λίγης ισότητας, ή λιγάκι υπέρ της ισότητας και λιγάκι κατά της ισότητας;

Δεν ξέρω αν οφείλεται σ’ αυτό το λόγο, πάντως τα ιστορικά κινήματα που επικαλούνταν «το κέντρο» έχουν μικρή ιστορία και αναιμική παρουσία. Όποτε εμφανίστηκαν, οι υποστηριχτές τους ισχυρίστηκαν ότι είναι η φωνή της μετριοπάθειας (όταν δεν επικαλέστηκαν κάποιου είδους αντικειμενικότητα ή ρεαλισμό). Αυτό, σαν αυτοχαραχτηρισμός, ακούγεται κάπως σαν εκείνο το παλιό καλαμπούρι, «είμαι έξυπνος, ωραίος και μετριόφρων», η ουσία όμως είναι ότι, όποτε υπήρξαν τέτοια κινήματα και όταν βρέθηκαν σε κρίσιμες καταστάσεις, σπάνια συμπεριφέρθηκαν με μετριοπάθεια: είτε χρησιμοποίησαν ακραία μέτρα, ακραία βία, είτε την ανέχτηκαν («ρεαλιστικά»). Εν πάση περιπτώσει, σήμερα, δεν φαίνεται να υπάρχουν άξια λόγου κόμματα ή κινήματα ή πολιτικές δυνάμεις με κεντρώα σημαία, σκέτα κεντρώα, ούτε σε εθνικό ούτε σε διεθνές επίπεδο.[5] Εκείνο που υπάρχει και εμφανίζεται πολύ συχνά είναι το πρόθημα «κεντρο-», δηλ. δυνάμεις που δηλώνουν κεντροδεξιές ή κεντροαριστερές – το γεγονός μάλιστα ότι οι όροι κεντροδεξιά και κεντροαριστερά μπορούν συχνά να χρησιμοποιούνται αδιαφοροποίητα, ότι καταλήγουν στο ίδιο πράγμα, θα μπορούσε να ξυπνήσει την υπόνοια ότι υπάρχει όντως ένα κέντρο, ένα Μεγάλο Κέντρο, το οποίο συναποτελούν αυτές οι δυνάμεις και το οποίο ξεχνάει να δηλώσει το όνομά του, για δημαγωγικούς («λαϊκιστικούς») ή για κάποιους άλλους, μυστήριους λόγους. Νομίζω όμως ότι, με το πρόθημα «κεντρο-», εννοούν κάτι άλλο, δεν παραπέμπουν σε κάποιο θεωρητικό κέντρο, εννοημένο με γραμμικό, τοπολογικό, οντολογικό ή όποιο άλλο τρόπο, αλλά αναφέρονται σ’ αυτό που ονόμασα παραπάνω Ενιαίο Κόμμα. Με άλλα λόγια, οι δυνάμεις που δηλώνουν κεντροδεξιές ή κεντροαριστερές θέλουν να πουν ότι είναι «θεσμικά», «καθεστωτικά» δεξιά/αριστερά κόμματα. «Θεσμικά» με την έννοια του μεξικάνικου PRI, του Επαναστατικού Θεσμικού Κόμματος, που κατείχε μόνιμα την εξουσία. Και «καθεστωτικά», όχι με την –τυπικά πολιτική– έννοια του καθεστώτος που αναφέρθηκε στο προηγούμενο απόσπασμα, αλλά με αναφορά στο «κατεστημένο», στο παλιό καλό Establishement, στην κατεστημένη πολιτικοκοινωνική εξουσία, που επιμένει απολύτως να διαιωνιστεί με οποιοδήποτε κόστος και με οποιοδήποτε τίμημα.

Με αυτό τον τρόπο, σε αναλογία με τα κεντροδεξιά και τα κεντροαριστερά, εννοώ το επίθετο «κεντροφασιστικά», που πρότεινα παραπάνω. Αναφέρεται σ’ έναν καθαρισμένο, εξαγνισμένο, «καλό» φασισμό, απαλλαγμένο από τις «επαναστατικές» ανησυχίες και τους μεγαλεπήβολους στόχους των ιστορικών φασισμών, κι ακόμα πιο πολύ απαλλαγμένο από τα όποια «πληβειακά» στοιχεία υπήρχαν σε κάποιες μορφές πρωτοφασισμού (και μπορεί να επανεμφανίζονται, σε λούμπεν μορφή ή σαν κακοπαιγμένη παρωδία, σε κάποια περιθωριακά νεοφασιστικά κινήματα). Είναι ένας φασισμός με την άδεια της αστυνομίας – με την επίσημη αιγίδα της αστυνομίας, όχι με τη μουλωχτή και κατά περίπτωση ανοχή ή συνενοχή της, όπως π.χ. οι νεοναζί συμμορίες. Καθήκον αυτού του «καλού» φασισμού είναι να υπερασπίσει με κάθε τρόπο την κατεστημένη πολιτικοκοινωνική τάξη – το ίδιο έργο για το οποίο είχαν προσληφθεί από τις κυρίαρχες τάξεις οι ιστορικοί φασισμοί, αλλά τώρα δεν θα τους επιτραπεί να εκτραπούν σε μεγαλομανή παραληρήματα και σε ξεσπάσματα ανώφελης βίας (ή έτσι ελπίζουν). Και ασφαλώς, απαραίτητη προϋπόθεση για έναν «καλό» φασισμό, δεν πρέπει να λέγεται φασισμός – αρκεί να πράττει.[6] Προσαρμοσμένος σ’ αυτό το πνεύμα, π.χ., ένας πασίγνωστος φασίστας, γιος πασίγνωστου φασίστα, μπορεί να δηλώνει επισήμως ότι δεν είναι πια φασίστας – και ταυτόχρονα να παραμένει πιστός στις φασιστικές του πεποιθήσεις και να συμπεριφέρεται αναλόγως.

jodorowsky_shot23l

(απόσπασμα 3)     ιστορική αναδρομή        [παραλείπεται]

[Μια συγκριτική ματιά στην ιστορική εξέλιξη του αρχέτυπου ιταλικού φασισμού]

2720229691_30c62353ea_z

(απόσπασμα 4)    αντιφάσεις της βιοπολιτικής

Θα ήταν ίσως καλό να ξεκινήσουμε αραδιάζοντας μερικούς ορισμούς, για να υπάρχει μια βάση στη συζήτηση. Βρίσκω περιεκτική τη διατύπωση σ’ ένα πρόσφατα δημοσιευμένο άρθρο, κατά το οποίο η βιοπολιτική είναι μια «ιδιαζόντως νεωτερική εξουσιαστική επιστράτευση επιστημονικών κλάδων όπως η δημογραφία, η ιατρική, η ψυχολογία και η παιδαγωγική, που έχει στόχο τον παραγωγικό έλεγχο ανθρώπινων σωμάτων και πληθυσμών. Πράγμα που σημαίνει βέβαια, πρώτα και κύρια, την καπιταλιστική εκμετάλλευση των δυνατοτήτων τους, αλλά και την υγιεινή διαβίωση, εκπαίδευση και κατά το δυνατόν ευημερία τους».[7] Ο Έντσο Τραβέρσο, από τη μεριά του, δεν παραλείπει τις λιγότερο φωτεινές όψεις και προσθέτει κάποια παραδείγματα: «Μια βιοπολιτική διάσταση είναι παρούσα σε όλες τις νεοτερικές εξουσίες, σε ποικίλες μορφές, ανάλογα με τις ιδεολογίες που τις εμπνέουν κι ανάλογα με τη φύση των πολιτικών τους καθεστώτων. Οι κρατικές εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες είναι βιοπολιτικές, το ίδιο όμως ισχύει για τις δημογραφικές πολιτικές, τη ρύθμιση των μεταναστευτικών ροών, την πρόληψη των όγκων, τους νόμους που αφορούν την έκτρωση, την προώθηση των αθλητικών δραστηριοτήτων, τους κανονισμούς της οδικής κυκλοφορίας και την απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους». Αλλού, διευκρινίζει, σ’ ένα πιο αφηρημένο (ίσως και πιο φουκοϊκό) επίπεδο: «Η νεοτερική βιοεξουσία εκδηλώνεται σύμφωνα με δυο διακριτές τροπικότητες: από τη μία, πειθαρχικές και εξαναγκαστικές τεχνικές που υποτάσσουν τα σώματα (το πανοπτικό μοντέλο της φυλακής, του εργοστάσιου και του στρατώνα) από την άλλη η “κυβερνητικότητα” [“gouvernementalité”, που αποδίδεται επίσης διακυβερνητικότητα ή, αν προτιμάτε, κυβερνοοτροπία], δηλαδή η εξουσία που ασκείται πάνω στον πληθυσμό, εννοημένο σαν ένα σύνολο ζωτικών διαδικασιών, η εξουσία που ενεργεί σαν τεχνική ρύθμισης μεταβολικών ανταλλαγών ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία. Περισσότερο από κυρίαρχος που κατέχει την εξουσία για θανάτωση, η βιοεξουσία είναι εργοστάσιο ζωντανών σωμάτων, των οποίων ρυθμίζει και προστατεύει τη ζωή».[8]

Με δικά μου, πιο φτωχά λόγια, θα έλεγα απλουστευτικά και περιληπτικά ότι η βιοπολιτική είναι η διαχείριση ή η προστασία της ζωής (με την επιβίωση ως διακηρυγμένη υπέρτατη αξία) «από τα πάνω», δηλ. με τους ιδεολογικούς όρους και τους απολυταρχικούς τρόπους της εξουσίας (ή της κυρίαρχης τάξης, αν προτιμάτε). Και φυσικά, αν αυτού του είδους η προστασία μπορεί να επικαλεστεί πραγματικές ή εύλογες απειλές και κινδύνους, τόσο το καλύτερο (γι’ αυτήν). Αλλά μ’ ενδιαφέρει περισσότερο μια εγγενής αντίφαση που, θαρρώ, περιέχει αυτή η έννοια, η οποία επινοήθηκε αρχικά (αν δεν κάνω λάθος) για να περιγράψει τη νεοτερική, σχεδόν «ρεφορμιστική» θα έλεγα, εξουσία που, παρά τις ολιστικές βλέψεις της, θέλει να είναι καταρχήν ή κατά το δυνατόν αναίμακτη (ή, τουλάχιστον, όχι κραυγαλέα αιματηρή) και, κρύβοντας την εκμετάλλευση, βρίσκει τη δικαίωσή της στην «ευημερία του λαού», σε αντιπαράθεση με τις χοντροκομμένες διευθετήσεις του παλαιού καθεστώτος. (Παραβλέπω, εδώ, μια άλλη αντίστιξη: εκείνα τα επεισόδια της ιστορίας του 20ού αιώνα που έδειξαν ότι η μοντέρνα βιοπολιτική μπορούσε να συνταιριάζει ανατριχιαστικά καλά με την αρχαϊκή θανατοπολιτική.) Πάνω στο ίδιο πλέγμα ή κόμπο, νομίζω, άλλοι επιμένουν στη διττή φύση της βιοπολιτικής, ξεχωρίζοντας θετικές και αρνητικές πλευρές.[9] Νομίζω ότι αυτή η διάκριση καλής και κακής βιοπολιτικής έχει κάτι το προβληματικό. Η βιοπολιτική έχει μια ολιστική λογική και θα ήταν δύσκολο, μέσα στο πλαίσιό της, να γίνουν τέτοιοι διαχωρισμοί, δηλ. να αποσπαστούν κάποια στοιχεία για να υπηρετήσουν άλλο σκοπό. Θα προσπαθήσω να το εξηγήσω, με παραδείγματα από τα «καλά» πράγματα που περιλαμβάνονται στους παραπάνω ορισμούς της βιοπολιτικής. Όλοι, ή σχεδόν όλοι, συμφωνούμε (ή έστω ας θεωρήσουμε ότι συμφωνούμε) πως τα εμβόλια είναι καλό πράγμα, τουλάχιστον κάποια εμβόλια, για κάποιες ασθένειες, σε κάποιες περιστάσεις. Ωραία. Αυτή η υποθετικά συμφωνημένη αλήθεια, από μόνη της, δεν είναι βιοπολιτική. Βιοπολιτική είναι εκείνη η λογική που έρχεται να αποφασίσει ποια εμβόλια, για ποιες ασθένειες, σε ποιες περιστάσεις είναι απαραίτητα, καθώς και πώς θα κατασκευαστούν αυτά τα εμβόλια, ή από ποιον θ’ αγοραστούν και ποιος θα τα πληρώσει, επίσης το πώς θα πειστεί ο πληθυσμός να εμβολιαστεί ή και το πώς θα εμβολιαστεί ακόμα κι αν δεν πειστεί, κοκ. Βιοπολιτικό είναι επίσης το τέχνασμα (ή ο εκβιασμός;) που λέει ότι αν δεν αποδεχτείτε τις προηγούμενες αποφάσεις, και τον τρόπο με τον οποίο παίρνονται τέτοιες αποφάσεις, αυτό ισοδυναμεί με συνολική απόρριψη της ιδέας του εμβολιασμού. Αλλά, διάβολε, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να συμφωνήσουμε, δεν είμαστε υποχρεωμένοι ν’ αποδεχτούμε αυτό το δίλημμα. Ή, άλλο παράδειγμα, η κοινωνική πρόνοια αποτελεί ασφαλώς βιοπολιτική και, μήπως δεν συμφωνούμε όλοι (από τα αριστερά και πέρα, έστω) ότι είναι καλή ή και κοινωνικά απαραίτητη; Κατά τη γνώμη μου (απαντώ), αυτό που είναι καλό και απαραίτητο είναι η κοινωνική φροντίδα για τους γέρους, τα παιδιά, τους άρρωστους κλπ, όμως αυτό που λέμε κοινωνική πρόνοια είναι μια ιστορικά συγκροτημένη κυβερνητική πολιτική που πρόσφερε αυτές και άλλες «πολυτέλειες» στην εργατική τάξη, είτε για να την κατευνάσει, για να καταστείλει τις πιο αντικαπιταλιστικές τάσεις της, την επιθυμία της για χειραφέτηση, είτε (λένε άλλοι) επειδή αυτό ήταν μια ανάγκη του συστήματος, οικονομική ή ξερωγώ. Ή, αν θέλετε, μπορούμε να το θεωρήσουμε κατάχτηση, με την έννοια ότι ήταν αποτέλεσμα της πίεσης των εργατικών αγώνων ή της ταξικής πάλης γενικώς (αλλ’ αυτό εννοείται ήδη στην προηγούμενη φράση) ή, από την άλλη μεριά, μπορεί να θεωρηθεί στρατηγικός συμβιβασμός ή και παραχώρηση ακόμα (αλλά η ίδια η λέξη υποδηλώνει μια κυριαρχική εξουσία, έναν ηγεμόνα που παραχωρεί, ή δεν παραχωρεί, ή τα παίρνει πίσω, προνόμια, απαλλαγές, χάρες ή ό,τι άλλο). Επειδή οι νεοφιλεύθεροι ιδεολόγοι, μέσα στο λυσσαλέο φανατισμό τους, βγάζουν αφρούς όταν ακούνε «κοινωνική πρόνοια», ε, αυτός δεν είναι λόγος για να ξεχάσουμε την ιστορία του 20ού αιώνα. Τώρα, θα μπορούσε κανείς να προτείνει διαφορετική ορολογία, π.χ. να ονομάσει «βιοεξουσία» αυτό που ορίστηκε σαν βιοπολιτική παραπάνω και να κρατήσει τον όρο «βιοπολιτική» για ένα γενικό πεδίο, όμως, πρώτο, μοιάζει να είναι αργά για να λυθεί η καθιερωμένη σύγχυση ή ταύτιση των δύο όρων και, δεύτερο, για το γενικό πεδίο αρκεί μάλλον ο όρος «πολιτική».[10] Από μια άποψη η (καλή) βιοπολιτική είναι ένα είδος πεφωτισμένης δεσποτείας, που διακηρύσσει ότι έχει απαρνηθεί κάθε ιδιοτέλεια κι έχει σαν σκοπό της το γενικό καλό, όμως δεν αφήνει καθόλου χώρο στους υπηκόους της για ν’ αποφασίσουν ή να πουν τη γνώμη τους γι’ αυτό το γενικό καλό: όλα για τον λαό και τίποτα με τον λαό!

03081

(απόσπασμα 5)  Ασκήσεις βιοπολιτικής: λίγες παρατηρήσεις

Μερικά μόνο σημεία, επιγραμματικά, που αξίζουν κάποια προσοχή και στα οποία θα χρειαστεί να επανέλθουμε:

– η εντυπωσιακή προθυμία ενός μεγάλου μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού να συμμορφωθεί αμέσως με όντως πρωτοφανείς περιορισμούς, προθυμία ασύμμετρη προς την απειλή, όσο πρωτόγνωρη, άγνωστη ή τρομερή κι αν φανεί αυτή.

– η κατάργηση του δρόμου: οι καταστασιακοί είχαν λανσάρει την έκφραση, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, μιλώντας για τα αποτελέσματα της κυριαρχίας του αυτοκίνητου – όμως δεν είχαμε δει ακόμα τίποτα.

– η τηλεπαρακολούθηση. Οι κάμερες στον δημόσιο χώρο είχαν αμφισβητηθεί έγκαιρα και σωστά, όμως επέβαλαν και εδραίωσαν την παρουσία τους εδώ και χρόνια, και σήμερα γίνονται ήρεμα αποδεχτές για το κοινό καλό (πάντα!). Οι εσωτερικές κάμερες, στον ιδιωτικό χώρο πια, δεν έχουν ακόμα εγκατασταθεί, όμως από τα νομιμοποιημένα συστήματα για την από απόσταση παρακολούθηση καταδικασμένων ή παραβατικών περνάμε στον τηλε-έλεγχο της καραντίνας ανθρώπων που δεν χρειάζεται ούτε παράβαση να κάνουν ούτε καταδίκη να λάβουν.

– Η εισβολή της αστυνομίας σε σπίτια, ιδιωτικούς χώρους κλπ, που είχε αρχίσει ήδη να επεκτείνεται σε άτυχους-συγγενείς-γείτονες-άσχετους κλπ (στο πλαίσιο της αντικανονικής κανονικότητας και της παράνομης νομιμότητας, για να το πούμε έτσι), τώρα θα μπορεί να στηρίζεται στην εύκολη, αναντίρρητη και αποδεχτή επίκληση υγειονομικών λόγων.

– Κι όλ’ αυτά κάτω από το αποδοκιμαστικό (προς τους εκάστοτε στόχους-θύματα) και επιδοκιμαστικό (προς τους στρατηγικούς σχεδιαστές) βέλασμα ενός αόριστου πλήθους που ακούγεται κατά βούληση (όπως τα φτιαχτά «γέλια» του κοινού στο στούντιο, στις υποτιθέμενες κωμικές εκπομπές).

– Τι είναι άραγε χειρότερο, οι σοκαρισμένοι ή πανικόβλητοι ηγέτες (ελίτ, κυρίαρχες τάξεις κλπ), σε συνδυασμό πάντα με τη συνηθισμένη κι άσβεστη απληστία τους, ή ο πανικός, υποδαυλισμένος ή όχι, φυσικός ή όχι, του γενικού πληθυσμού;

– Αναρωτιέται κανείς: τι είδους ακραία μέτρα και μέσα θα χρησιμοποιούσε η εξουσία, και πώς θα αντιμετώπιζε την κατάσταση ο κόσμος (οι «μάζες»), στην περίπτωση μιας πραγματικά θανατηφόρας (τύπου πανούκλας, χολέρας κλπ) επιδημίας ή πανδημίας;

– Ποια θα είναι η ανθρωπολογική συνέπεια αυτής της περιπέτειας, σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ενσώματη διάσταση της ανθρώπινης επικοινωνίας; (Ας θυμηθούμε ότι τα μοτίβα της μόλυνσης, του μιάσματος, της καθαρότητας, της καθαριότητας κλπ ήταν και είναι πάντα αγαπητά στη φασιστική ρητορική και στις παραφυάδες της.)[11]

Τέλος, όσοι σκέφτονται ότι μετά, μόλις λήξει ο συναγερμός, θα «παρουσιάσουμε το λογαριασμό», δηλ. θα ζητήσουμε ευθύνες κλπ στους «ιθύνοντες», απαιτώντας βελτιώσεις, αποζημιώσεις, μεταρρυθμίσεις, ή ξέρω-γω-τι, ας συνειδητοποιήσουν ότι αυτό δεν θα είναι καθόλου εύκολο. Όλα βέβαια κρίνονται από το συσχετισμό των δυνάμεων και από την έκβαση των αγώνων, όμως η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι τα έκτακτα μέτρα έχουν την τάση να παγιώνονται ή έστω ν’ αφήνουν κάτι πίσω τους, αν βολεύουν τις ισχυρότερες κοινωνικές δυνάμεις, και τα διδάγματα που θα αντληθούν από αυτό το τεράστιο πλανητικό πείραμα δεν πρόκειται να τ’ αφήσουν να πάνε χαμένα.

Το λιγότερο που μας πέφτει, λέω εγώ, είναι μια κάποια διανοητική επαγρύπνηση.[12]

7f3dd979deafbc8867d22289053bfdab

(απόσπασμα 6)     η πολιτική της επιβίωσης

«Μα πιστεύατε λοιπόν στα σοβαρά ότι ήσασταν αθάνατοι;». Αυτό το πανάρχαιο ερώτημα ο καπιταλισμός το απορρίπτει σαν υπερβολικά φιλοσοφικό για τους απλούς ανθρώπους, για εργαζόμενους και καταναλωτές – των οποίων άλλωστε θα απειλούσε να περισπάσει την προσοχή και να μειώσει τις αποδόσεις. Η επίσημη φιλοσοφία του, ο ωφελιμισμός, έχει ανάμεσα στα βασικά του αξιώματα την πεποίθηση ότι η ατομική επιβίωση αποτελεί τον πρώτο και ύστατο στόχο, με απολύτως οποιοδήποτε αντίτιμο. Όπως και να ’χει, η βιοπολιτική πατάει ακριβώς πάνω στην επιβίωση, στην αναγόρευση της επιβίωσης σε υπέρτατη αξία. Πρέπει όμως να πούμε αμέσως ότι αυτό είναι υποκριτικό, ότι πρόκειται για ρητορική και μάλιστα για ιδιοτελή και παραπλανητική ρητορική, που σκοπεύει απλώς να λειτουργήσει δημαγωγικά απέναντι σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού (χοντρικά, σε όσους εξακολουθούν να θεωρούν τους εαυτούς τους «προνομιούχους» …ή τέλος πάντων πιο προνομιούχους από τους μετανάστες που πνίγονται ή ντουφεκιόνται σαν τις μπεκάτσες ή στοιβάζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ή από τους φτωχούς και τους άστεγους, ή από τους δύστροπους και απείθαρχους, ή από όσους πληθυσμούς θεωρείται καλό να βομβαρδίζονται, συνεχώς ή κατά διαστήματα, με έξυπνες βόμβες, μη επανδρωμένα και δε συμμαζεύεται, κλπ… – και το «προνόμιο» που τους πουλιέται τόσο ακριβά είναι βέβαια αυτή η επιβίωση). Εν πάση περιπτώσει, αν παραμείνουμε στο φιλοσοφικό επίπεδο, μοιάζει να είναι μια επιστροφή στην ιδέα του Χέγκελ για τη διαλεκτική του αφέντη και του δούλου. Όπως θα θυμάστε, ο Χέγκελ εξηγούσε τη δουλεία με μια συμφωνία μεταξύ νικητή και νικημένου: ο νικητής πρότεινε στο νικημένο, που βρισκόταν στο έλεός του, να του χαρίσει τη ζωή με αντάλλαγμα την ελευθερία του – και ο νικημένος δεχόταν, κάτω από αυτήν την εκβιαστική πίεση, να γίνει δούλος του νικητή (ή δεν το δεχόταν, και πέθαινε αμέσως)… Αλλά βέβαια αυτή η τράμπα συμβαίνει μόνο στα φιλοσοφικά σύννεφα, όπως και πολλά άλλα «ιστορικά» σενάρια της νεότερης φιλοσοφίας και του Διαφωτισμού, από τη χομπσιανή υποταγή ως το ρουσοϊκό κοινωνικό συμβόλαιο, γιατί ποτέ και πουθενά δεν πρόκυψε ιστορικά η υποδούλωση μ’ αυτόν τον μπουρζουάδικο (ή «πολιτισμένο») τρόπο μιας ελεύθερης (τέλος πάντων…) συναλλαγής. Αλλά αυτό είναι το μοντέλο της βιοπολιτικής, όπως το αντιλαμβάνομαι: η εξουσία (ή η κυριαρχία ή…) προτείνει στην κοινωνία (πληθυσμό, λαό, μάζες ή, ακόμα πιο βολικά, σε ήδη εξατομικευμένους ανθρώπους) να απαρνηθούν τις «ουτοπίες» σχετικά με τη χειραφέτησή τους (ή την αυτονομία, αυτοδιεύθυνση κλπ), με αντάλλαγμα κάποιο καλύτερο ποσοστό επιβίωσης – το οποίο, υπονοείται, αδυνατεί να εξασφαλίσει η χειραφέτηση κλπ, ή το βάζει σε κίνδυνο. Σε στιγμές παροξυσμού ή κρίσης, λοιπόν, όταν η εξουσία δηλώνει αποφασισμένη να εξοντώσει εν ανάγκη τους πάντες για να προστατέψει το υπέρτατο αγαθό της ζωής, ξαναγυρνάμε στη θεμελιακή αντίφαση του κράτους, ανάμεσα στην ιστορική του καταγωγή (κυριαρχία και εκμετάλλευση) και στην όψιμη δικιολόγησή του στους νεότερους χρόνους (γενική ευημερία).

Αν εκείνο που παρακινεί τους ανθρώπους να αποδέχονται άνευ όρων την προτεραιότητα της επιβίωσης είναι ο φόβος του θανάτου, πρέπει να πούμε ότι αυτός ο φόβος δεν έχει τίποτα το φυσικό, τίποτα το αρχέγονο ή το ενστικτώδικο: είναι κατασκευασμένος. Με αυτό, δεν εννοώ ότι είναι κεντρικά σχεδιασμένος, προγραμματισμένος στην εντέλεια, αλλά ότι διαμορφώνεται κοινωνικά και πολιτισμικά κι ότι είναι εξαιρετικά νεοτερικός, μοντέρνος, εκσυγχρονισμένος. Από αυτή την άποψη, μοιάζει άστοχο να μιλάμε για «γυμνή ζωή»: είναι, ας πούμε, μια γυμνή ζωή με τηλεόραση. Μιλώντας για τηλεόραση, και θέλοντας να διευκρινίσω με άλλο τρόπο τα αμέσως προηγούμενα, υποψιάζομαι ότι τα ΜΜΕ, όπως έχουν διαμορφωθεί μέσα στις τελευταίες δεκαετίες, έχουν εγγενώς πια την τάση να γεννούν υστερία, δηλ. θα σκόρπιζαν τον πανικό ακόμα κι αν ήθελαν, ή αν έπαιρναν τη διαταγή, να κάνουν κάτι άλλο.

1 dBym9NsNB6tRT_xMTva0JQ

(απόσπασμα 7)    ασφαλίζοντας        [παραλείπεται]

[Ενάντια στην απατηλή διαλεκτική «ασφάλεια vs ελευθερία» και σχετικά με την υπερδιόγκωση της αστυνομικής πραγματικότητας και των αστυνομικών ιδεών]

The.Holy_.Mountain.1973.CD1_.avi_snapshot_00.20.36_2015.04.08_00.01.06

(απόσπασμα 8)    ο κίνδυνος μιας ψηφιοποίησης της πολιτικής

Ήταν ένα παλιό όνειρο ορισμένων αλλά η σχετική συζήτηση φούντωσε κάπου στο γύρισμα του αιώνα, με την εξάπλωση του Ίντερνετ. Η ιδέα ήταν, λοιπόν, ότι οι νέες τεχνολογίες θα επέτρεπαν επιτέλους την πραγμάτωση ή την ολοκλήρωση του δημοκρατικού ιδανικού στις μαζικές κοινωνίες (που, κατά τους εμπνευστές της ιδέας, εμποδιζόταν υποτίθεται, απλώς ή κυρίως, από τεχνικούς λόγους) – και ακολουθούσαν οράματα για συνελεύσεις όπου θα συμμετείχαν χιλιάδες ή και εκατομμύρια άτομα. Ανεξάρτητα από τις παρανοήσεις που, κατά τη γνώμη μου, κρύβονται πίσω από την έννοια της «άμεσης δημοκρατίας» (αλλ’ αυτό είναι θέμα άλλης κουβέντας), οι σχετικές ελπίδες έσβησαν ή ξεθώριασαν γρήγορα, με εξαίρεση ίσως κάποιους τεχνοφρικαρισμένους, αλλά πρόσφεραν λαμπρές εμπνεύσεις στους ανθρώπους της εξουσίας – οι οποίοι είδαν εδώ, πιο δικιολογημένα, τη δυνατότητα να προωθήσουν περαιτέρω το δικό τους πανάρχαιο όραμα ενός απόλυτου και πανοπτικού ελέγχου. Από τότε, έχουν γίνει πολλά βήματα για την ψηφιοποίηση της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής, από τις κωμικές «διαβουλεύσεις» μέχρι την υποχρέωση των κατ’ ευφημισμό «πολιτών» να εκτελούν ηλεκτρονικά γραφειοκρατικές αγγαρείες για λογαριασμό του κράτους, ενώ πρόσφατα χρησιμοποιήθηκε το επιχείρημα της τεχνολογικής ευκολίας (ή τελειότητας ή απελευθέρωσης ή…) για να απαγορεύσει, ή να κάνει ανέφικτη, τη συνδικαλιστική δράση (σα να μην έφταναν οι ασφυκτικοί δικαστικοί, αστυνομικοί, γραφειοκρατικοί κ.ά. περιορισμοί της).

Με όλ’ αυτά δεδομένα, οι σημερινές συνθήκες εγκλεισμού και ο περιορισμός των περισσότερων δράσεων στις λαμπρές, αλλά αριθμήσιμες και ελέγξιμες, λεωφόρους της πληροφορικής κάνουν να ξεπροβάλλει μπροστά μας, πολύ χειροπιαστά, ένας διπλός κίνδυνος. Από τη μία, σίγουρα, η εξουσία θα προσπαθήσει να μονιμοποιήσει αυτή την κατάσταση, με το συνηθισμένο επιχείρημα ότι αυτό τελικά θα είναι καλύτερο για όλους (δεν κουράζεστε, δεν έχει αίματα, δεν κάνετε σκουπίδια, ή ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς) και, στο κάτω-κάτω, «αφού τα καταφέρατε μαντρωμένοι στο σπίτι, μπορείτε να συνεχίσετε έτσι». Από την άλλη, πιθανώς, ορισμένοι από τους αποκάτω θα δελεαστούν π.χ. από τον άμεσο, βολικό και σχετικά μαζικό χαραχτήρα μιας ηλεκτρονικής δράσης (ή «δράσης»), ή από τη δυνάμει οικουμενική διάστασή της, και είτε θα κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία είτε θα πιστέψουν ότι τα πολιτικά αδιέξοδα λύνονται πατώντας κουμπάκια… Για όλ’ αυτά, λοιπόν, μια τελευταία κουβέντα σχετικά με τη φύση της ανθρώπινης επικοινωνίας:

«[…] Αλλά μια τόσο αχανής κοινότητα παραμένει περισσότερο αφηρημένη έννοια παρά χειροπιαστό γεγονός. Γραφτή λέξη, τυπωμένη λέξη, ηχογραφημένος λόγος, κινηματογραφημένος λόγος, τηλέφωνο, ηλεκτρονική αλληλογραφία: όλα αυτά τα μέσα συνδέουν τους ανθρώπους, αλλά δεν τους συνδέουν σωματικά και οποιαδήποτε κοινότητα δημιουργούν είναι κατά βάση νοερή.

“Στο γάμο των πιστών πνευμάτων δεν δέχομαι προσκόμματα”.[13] Είναι υπέροχο που μπορούμε να μιλάμε με ανθρώπους που ζουν δέκα χιλιάδες μίλια μακριά μας και να τους ακούμε κι αυτούς να μιλούν. Είναι υπέροχο που, διαβάζοντας τα λόγια τους ή βλέποντας μια ταινία τους, μπορούμε να νιώθουμε ψυχική επαφή ακόμα και με νεκρούς. Είναι υπέροχη σκέψη ότι ολόκληρη η γνώση μπορεί να είναι προσβάσιμη σε όλα τα πνεύματα.

Όμως ο γάμος δεν αφορά μόνο τα πνεύματα και η ζωντανή ανθρώπινη κοινότητα που δημιουργεί η γλώσσα προϋποθέτει ζωντανά ανθρώπινα σώματα. Χρειάζεται να μιλήσουμε μαζί, ομιλητής κι ακροατής εδώ, τώρα. Το ξέρουμε αυτό. Το νιώθουμε. Νιώθουμε την απουσία του».[14]

tetartoskosmos@gmail.com

5617aa856b0a64de60cee47d756b872c

Η εικονογράφηση είναι από την ταινία Το ιερό βουνό του Αλεχάντρο Χοδορόφσκι

Is this reality?

the-holy-mountain-1973-large-picture-1024x442

σημειώσεις

[1] Το άρθρο: «Spectres du fascisme», Revue du crieur, τχ 1, Ιούνιος 2015, και το βιβλίο: Τα νέα πρόσωπα του φασισμού, Εκδόσεις του εικοστού πρώτου, 2017 (το γαλλικό και το ιταλικό πρωτότυπο είχαν εκδοθεί μέσα στην ίδια χρονιά).

[2] Βλ. Τα νέα πρόσωπα του φασισμού, σελ. 38-39.

[3] Βρίσκω μάλλον ανούσια τη συνήθεια να γράφονται αυτά τα ουσιαστικά με κεφαλαίο το αρχικό (κάτι που οφείλεται, μάλλον, σε μηχανική μίμηση των αγγλικών). Πολύ σπάνια υπάρχουν, αν υπάρχουν, περιθώρια σύγχυσης στη χρήση αυτών των ουσιαστικών, από την άλλη το κεφαλαίο μπορεί όντως να δημιουργεί σύγχυση, π.χ. όταν ένα κόμμα ονομάζεται ακριβώς «Αριστερά» (η περίπτωση του Linke). Το αστείο είναι ότι τα αντίστοιχα επίθετα και επιρρήματα, όπου σε μερικές (λιγοστές) περιπτώσεις μπορεί όντως να δημιουργείται αμφισημία, γράφονται πάντα με μικρό αρχικό! Για βαθύτερες, πέρα από τις ορθογραφικές, αντιρρήσεις, βλ. «Διαμαρτυρία ενάντια σ’ ένα Άλφα κεφαλαίο. Από την πολιτική στη φιλολογία, και πάλι πίσω».

[4] Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης, Εκδόσεις του εικοστού πρώτου, 2017, σελ. 19.

[5] Είναι ίσως ενδεικτικό ότι η μόνη οντότητα που χρησιμοποίησε, τοπικά, τη λέξη Κεντρώοι στον τίτλο του ήταν μια προσομοίωση πολιτικού κόμματος που ονομάστηκε, κοινώς, «το Κόμμα του Μαλάκα». Είναι ντροπή να πούμε περισσότερα.

[6] «Δεν ξέρουμε πώς θα λέγεται ο φασισμός που έρχεται αλλά ξέρουμε τι θα κάνει» (Κώστας Δεσποινιάδης, «Ακούστηκε, κιόλας, το τρομερό παράγγελμα Wstawać», Πανοπτικόν, τχ. 17, 2012).

[7] Κύρκος Δοξιάδης, «Όψεις της βιοπολιτικής».

[8] Από εδώ, με απώτερη προέλευση το βιβλίο Η Ιστορία ως πεδίο μάχης (κεφάλαιο 6, «Βιοεξουσία»), Εκδόσεις του εικοστού πρώτου, 2016, σελ. 243-244 και 230-231.

[9] Για παράδειγμα, ο Κύρκος Δοξιάδης συμπληρώνει ως εξής τον ορισμό του που αναφέρθηκε παραπάνω: «Τούτο με τη σειρά του οδηγεί στην (τουλάχιστον) διττή -για την Αριστερά- υπόσταση της βιοπολιτικής. Η Αριστερά δεν μπορεί παρά να συντάσσεται με τις θετικές πλευρές της βιοπολιτικής. Βιοπολιτική είναι πρώτα απ’ όλα και το κοινωνικό κράτος – εκείνο το πλέγμα επιστημονικών γνώσεων και πρακτικών που ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα συναρθρωνόταν με κρατικές πολιτικές για την οικονομική και υγειονομική φροντίδα του κοινωνικού συνόλου στις δυτικές καπιταλιστικές χώρες» (στο ίδιο άρθρο).

[10] Ο Τραβέρσο, από τη δική του ιστοριογραφική πλευρά, θεωρεί ότι, η έννοια της βιοπολιτικής, όταν χρησιμοποιείται «σαν κλειδί για μια σφαιρική ανάγνωση της ιστορίας» (μιλάει, συγκεκριμένα, για τον 20ό αιώνα), «κινδυνεύει να δημιουργήσει καταστροφικές παρανοήσεις, καθώς αποδεικνύεται περισσότερο διφορούμενη και από την έννοια του ολοκληρωτισμού» (ό.π., σελ. 244).

[11] Αφήνω ανοιχτή την παραπομπή προς ένα αδημοσίευτο προς το παρόν κείμενο.

[12] Σαν μια πιθανή αφετηρία για αναζήτηση σχετικών κειμένων, δες π.χ. εδώ, με διάφορα λινκ που οδηγούν σε άλλα, κοκ.

[13] Η αρχή του σονέτου 116 του Σέξπιρ, «Let me not to the marriage of true minds admit impediments», και σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα, «Κανένα εμπόδιο να ενωθούν πιστές καρδιές δεν παραδέχομαι».

[14] Ursula Le Guin, «Telling is listening» (2004).

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Λεβιάθαν 2020

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.