Ο νεαρός Όργουελ: μια αποικιακή περιπέτεια

burmese days

1

Θα μιλήσω για τον πρώιμο Όργουελ,[1] δηλαδή πριν την Καταλονία, πριν καν γνωρίσει το αγγλικό προλεταριάτο στην Αποβάθρα του Γουίγκαν (για να θυμηθούμε ένα βιβλίο του), πριν καν προσχωρήσει στο σοσιαλισμό. Είναι γνωστό ότι ο Όργουελ, πριν κλείσει τα είκοσι, βρέθηκε να υπηρετεί την Αυτοκρατορική Αστυνομία στη Μπούρμα και ότι αυτή η θητεία, που κράτησε σχεδόν έξι χρόνια, είχε παιδευτική σημασία γι’ αυτόν – ήταν η πρώτη του σημαντική εμπειρία που τον σημάδεψε και τον διαμόρφωσε.

 

post-2960-0-98556000-1361011759

Εδώ, χρειάζεται μια διευκρίνιση, «αστυνομικός» αλλά όχι όπως το έχουμε στο μυαλό μας: όχι απλώς μπάτσος – από μια άποψη, ήταν κάτι πολύ χειρότερο. Η μεγάλη μάζα της Ινδικής Αυτοκρατορικής Αστυνομίας ήταν βέβαια ντόπιοι, οργανωμένοι σύμφωνα με διάφορες ιεραρχίες και σε ποικίλα σώματα – και οι Βρετανοί που κατατάσσονταν εκεί ήταν στην ουσία οι ανώτεροι αξιωματικοί τους. Ας μη σταθούμε στην παρδαλή ορολογία (Περιφερειακός Επίτροπος, Επόπτης Περιοχής, κλπ), στην ουσία οι Βρετανοί ήταν οι διοικητές σ’ ένα στρατό κατοχής. Ο Όργουελ, και ο κάθε Όργουελ, είχε περίπλοκα πολιτικοστρατιωτικά καθήκοντα, συνήθως είχε την ευθύνη σε εκτεταμένες περιοχές, στις οποίες συχνά ήταν ο μοναδικός, ή ένας από τους ελάχιστους ευρωπαίους αξιωματούχους – και θα χρειαζόταν να ασχοληθεί με τα πάντα, από δεσμοφύλακας μέχρι κοινωνικός λειτουργός, ενώ υπήρχε μεγάλη ασάφεια και αυθαιρεσία ως προς τις αρμοδιότητές του. Στην πράξη, έπρεπε να αυτοσχεδιάζει διαρκώς.

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο: ο Όργουελ δεν βρέθηκε εντελώς τυχαία στη Μπούρμα. Είχε γεννηθεί ο ίδιος στην Ινδία, σαν γιος αποικιακού υπαλλήλου, ενώ η μητέρα του, και επίσης η οικογένειά της, είχαν ήδη αποικιακή παρουσία στη Μπούρμα. Υπήρχε λοιπόν μια οικογενειακή παράδοση, ας πούμε.

Αυτοί οι Άγγλοι των Αποικιών, εννοώ άνθρωποι που είχαν γεννηθεί εκεί, γιοί ή και εγγονοί αποικιακών υπαλλήλων (σε αντιπαράθεση με κείνους που έρχονταν στις αποικίες για κάποια θητεία με περιορισμένο διάστημα, πέντε-δέκα χρόνια), αυτοί οι Άγγλοι των Αποικιών λοιπόν ήταν μια πολύ ιδιαίτερη κατηγορία, καθώς περνούσαν συνήθως όλη τους τη ζωή πατώντας σε δυο βάρκες, ζούσαν ανάμεσα σε δύο, ή και περισσότερες, χώρες και κουλτούρες.

wilfred 143802-004-B84ED86A
Μουμπάρακ μπιν Λόντον (αλλιώς Γουίλφρεντ Θέσιντζερ)

Περιλαμβάνουν μάλιστα μια υποκατηγορία εντελώς ιδιόρρυθμων και εκκεντρικών ανθρώπων, δεν ξέρω πώς θα μπορούσαμε να τους πούμε, εκκεντρικούς Λεβαντίνους Εγγλέζους ας πούμε. Για να μείνουμε στη γενιά του Όργουελ, στους περίπου συνομήλικούς του δηλαδή, μπορώ να αναφέρω σαν παράδειγμα τον Γουίλφρεντ Θέσιντζερ, γνωστό από το βιβλίο του για τους Άραβες των Βάλτων, που συχνά αναφέρεται σαν «ο τελευταίος εξερευνητής», επειδή πράγματι τρύπωσε στις τελευταίες άγνωστες ή σχεδόν άγνωστες περιοχές, στην αραβική χερσόνησο, στους βάλτους του Κόλπου που είπαμε και στην ανατολική Αφρική, αλλά πριν γίνει εξερευνητής υπηρέτησε κι αυτός την Αυτοκρατορία, στο Σουδάν, στην Αιθιοπία, στη Σαχάρα και αλλού, με πολύ γραφικό τρόπο. (Γεννημένος στην Αβυσηνία ο Θέσιντζερ, μάλιστα καμάρωνε ότι ήταν ο πρώτος βρετανός που γεννήθηκε εκεί.) Ή ο Όρντ Γουινγκέιτ, γεννημένος στην Ινδία αυτός, θαυμαστής του Λόρενς της Αραβίας, σιωνιστής χωρίς να είναι εβραίος (κι ενώ υπηρετούσε στη βρετανική Εντολή της Παλαιστίνης), που για τον ανορθόδοξο τρόπο του εν καιρώ πολέμου κινδύνευσε πολλές φορές να πάει στρατοδικείο (και μία πήγε). Ή ο Λόρενς Ντάρελ, ο πολύ γνωστός συγγραφέας του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου, γεννημένος στην Ινδία κι αυτός. Στην περίπτωσή του, ο δικός του εξωτισμός ήταν η Μεσόγειος, δηλαδή έζησε όλη του τη ζωή γύρω-γύρω απ’ τη Μεσόγειο, πάντως υπηρέτησε κι αυτός την Αυτοκρατορία, στην Αίγυπτο, στην Κύπρο και σαν κατάσκοπος, πριν την απαρνηθεί εντελώς, μαζί με τη βρετανική υπηκοότητα, για να γίνει οικειοθελώς άπατρις και κοσμοπολίτης. Όλοι αυτοί, παρότι φημίζονταν στο περιβάλλον τους για τις αιρετικές, και σχεδόν επικίνδυνες ιδέες τους, π.χ. μεταξύ άλλων σέβονταν και θαύμαζαν την κουλτούρα των εκάστοτε ιθαγενών που είχαν απέναντί τους κι έδειχναν λιγότερη ή περισσότερη περιφρόνηση για τα βρετανικά ήθη, εντούτοις υπηρέτησαν κάποια στιγμή ή και διαρκώς την Αυτοκρατορία, και παρ’ όλες τις επιφυλάξεις, τις διαφωνίες και τις αντιρρήσεις τους, πολέμησαν γι’ αυτήν.[2] Ίσως να είναι ένα από τα μυστικά της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της επιτυχίας της (για όσο καιρό ήταν επιτυχημένη), ότι ήξερε να χρησιμοποιεί τέτοια απείθαρχα στοιχεία προς όφελος του συστήματος. Κανείς από αυτούς δεν πήρε ποτέ πραγματικά επαναστατική στάση, κάτι που ο Όργουελ αντίθετα το έκανε όντως, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα.

pratt 2
Ο Γουινγκέιτ σαν ήρωας του Ούγκο Πρατ (Οι σκορπιοί της ερήμου)

Ήταν, όλοι αυτοί, συνεχιστές του Κίπλινγκ (κι αυτός γεννημένος στην Ινδία), συνεχιστές αλλά μόνο από μια άποψη – υπήρχε η πολύ σημαντική διαφορά ότι, καθώς έρχονταν δυο γενιές αργότερα, πενήντα χρόνια χοντρικά, δεν μπορούσαν να συμμερίζονται τις ψευδαισθήσεις εκείνου, π.χ. σχετικά με το «βαρύ φορτίο του λευκού ανθρώπου» (δηλαδή με το καθήκον του να εκπολιτίσει τους βαρβάρους και τους αγρίους). Απροπό, ο Όργουελ έχει γράψει ένα πολύ ωραίο δοκίμιο για τον Κίπλινγκ, όπου νομίζω κάπου φαίνεται μια διφορούμενη στάση απέναντί του, παρότι βέβαια τον ονομάζει, και σωστά, «προφήτη του βρετανικού ιμπεριαλισμού».[3]

bqyctdhkb9641

Ο Όργουελ θα μπορούσε ίσως να συνεχίσει έτσι και να είχε κι αυτός μια παρδαλή και πολύχρωμη βιογραφία εκκεντρικού Λεβαντίνου Εγγλέζου, και στο τέλος να πάρει τα παράσημά του ή ίσως να έπεφτε κι αυτός υπερασπίζοντας την Αυτοκρατορία – όπως ο προαναφερόμενος Γουινγκέιτ που σκοτώθηκε κατά σύμπτωση στη Μπούρμα, όπου πολεμούσε τους Γιαπωνέζους με ανορθόδοξο ως συνήθως τρόπο (οργάνωνε ανταρτοπόλεμο στη ζούγκλα).

Ευτυχώς όμως, ευτυχώς από τη δική μας σκοπιά, όταν κόντευε τα έξι χρόνια στην Αυτοκρατορική Αστυνομία, ο Όργουελ αρρώστησε βαριά. Πήρε έτσι μια πολύμηνη άδεια, κατά την οποία γύρισε στην Αγγλία. Εκεί, έκανε τον απολογισμό της αποικιακής περιπέτειας, της δικής του αποικιακής περιπέτειας και γενικότερα, κι αποφάσισε να τα βροντήξει – να παραιτηθεί και να γίνει συγγραφέας. Είναι πολύ πιθανό ότι αν δεν βρισκόταν μακριά, απομακρυσμένος και αποστασιοποιημένος, θα δυσκολευόταν να πάρει την ίδια απόφαση επιτόπου.

*  *  *

2

Ας περάσουμε τώρα στη λογοτεχνική απεικόνιση, ας πούμε, αυτής της κατάστασης. Ο Όργουελ έγραψε, όχι αμέσως ή επιτόπου αλλά λίγα χρόνια αργότερα, μετά από αναστοχασμό, μετά από ώριμη σκέψη, κάποια έργα αφιερωμένα στην αποικιακή του εμπειρία. Ένα από αυτά, το πιο εκτεταμένο, είναι το μυθιστόρημα Μέρες της Μπούρμα. Για το βιβλίο αυτό, το πρώτο του μυθιστόρημα στην ουσία, υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις. Μερικοί το θεωρούν ανώριμο έργο, που μιμείται διάφορους συγγραφείς που ήταν τότε του συρμού. Εγώ είμαι με τους άλλους, που το θεωρούν ένα πολύ καλογραμμένο βιβλίο, και μάλιστα ιδιαίτερα μεστό. Εκεί λοιπόν, μέσα από το μονόλογο του πρωταγωνιστή του, μιλάει για τη μικρή κοινωνία των αποίκων.

[…] Ένας αποβλακωμένος, καθώς πρέπει κόσμος, που αγαπάει και οχυρώνει την αποβλάκωσή του πίσω από διακόσιες πενήντα χιλιάδες ξιφολόγχες.

Είναι ένας αποπνικτικός, γελοίος κόσμος […] όπου κάθε λέξη και κάθε σκέψη λογοκρίνεται. Στην Αγγλία ούτε καν μπορείς να φανταστείς μια τέτοια ατμόσφαιρα. Ο καθένας είναι ελεύθερος στην Αγγλία˙ πουλάμε δημόσια τις ψυχές μας και τις αγοράζουμε ξανά ιδιωτικά, ανάμεσα στους φίλους μας. Όμως ακόμα κι η φιλία είναι δύσκολο να υπάρχει όταν κάθε λευκός είναι γρανάζι στους τροχούς του δεσποτισμού. Ούτε που μπορείς να σκεφτείς για ελευθερία του λόγου. Όλες οι άλλες ελευθερίες επιτρέπονται. Είσαι ελεύθερος να γίνεις μεθύστακας, τεμπέλης, δειλός, συκοφάντης, πρόστυχος˙ όμως δεν είσαι ελεύθερος να σκέφτεσαι για λόγου σου. Η γνώμη σου πάνω σε κάθε θέμα με κάποια σημασία σού υπαγορεύεται από τον κώδικα των πούκκα σαχίμπ.

Στο τέλος η κρυμμένη σου εξέγερση σε δηλητηριάζει σαν κάποια μυστική αρρώστια. Ολόκληρη η ζωή σου είναι μια ζωή γεμάτη ψέματα. Χρόνο με χρόνο κάθεσαι στις μικρές Λέσχες στις στοιχειωμένες από το πνεύμα του Κίπλινγκ, [με το] ουίσκι [στο χέρι], ακούγοντας και συμφωνώντας πρόθυμα, ενώ ο Συνταγματάρχης […] αναπτύσσει τη θεωρία του ότι αυτοί οι καταραμένοι Εθνικιστές θα ’πρεπε να βράζουν μέσα σε λάδι. Ακούς να λένε τους Ανατολίτες φίλους σου «γλοιώδη μικρά μπαμπού», και συ συμφωνείς, από καθήκον, πως πράγματι είναι γλοιώδη μικρά μπαμπού. Βλέπεις βλάκες που μόλις τέλειωσαν το σχολείο να κλωτσάνε γκριζομάλληδες υπηρέτες. Έρχονται στιγμές που βράζεις από μίσος για τους συμπατριώτες σου, που νοσταλγείς μια εξέγερση των ντόπιων να πνίξει την Αυτοκρατορία στο αίμα. [Αλλά ούτε και] σ’ αυτό δεν υπάρχει καμία εντιμότητα, ούτε καν μια ειλικρίνεια. Γιατί, κατά βάθος, τι σε νοιάζει αν η Αυτοκρατορία των Ινδιών είναι δεσποτισμός, αν πετάνε με τις κλωτσιές τους Ινδούς και τους εκμεταλλεύονται; Το μόνο που σε νοιάζει είναι ότι σου αρνούνται το δικαίωμα να μιλάς ελεύθερα. Είσαι δημιούργημα του δεσποτισμού, ένας πούκκα σαχίμπ, δεμένος πιο σφιχτά απ’ όσο ένας καλόγερος ή ένας άγριος από ένα αρραγές σύστημα ταμπού.[4]

Στο άλλο του αποικιακό έργο, στο μικρό βιβλιαράκι που βγάλαμε με τα παιδιά εδώ, μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, για τον εαυτό του, χωρίς να κρύβεται πια πίσω από κάποια λογοτεχνική περσόνα, και γίνεται πιο σαφής.

Αυτή η κατάσταση με μπέρδευε και με στενοχωρούσε. Την εποχή εκείνη είχα ήδη σχηματίσει την άποψη ότι ο ιμπεριαλισμός είναι κακό πράγμα – όσο γρηγορότερα τα βροντούσα κι έφευγα, τόσο το καλύτερο. Θεωρητικά –και κρυφά, βέβαια– ήμουν εντελώς υπέρ των Βιρμανών κι εντελώς εναντίον των καταπιεστών τους, των Βρετανών. Όσο για τη δουλειά που έκανα, τη μισούσα πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορέσω ποτέ να το εκφράσω. Σ’ ένα τέτοιο πόστο, βλέπεις από κοντά τη βρωμοδουλειά της Αυτοκρατορίας. Οι ταλαίπωροι κρατούμενοι, στριμωγμένοι στα ελεεινά κλουβιά των φυλακών, τα μουντά, φοβισμένα πρόσωπα των βαρυποινιτών, τα πληγιασμένα πισινά όσων είχαν ξυλοκοπηθεί με ραβδιά από μπαμπού – όλ’ αυτά με πλάκωναν μ’ ένα αβάσταχτο αίσθημα ενοχής. Αλλά δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγω. Ήμουνα πολύ νέος και με λειψή μόρφωση, έπρεπε λοιπόν να συλλογιέμαι τα προβλήματά μου μέσα στην απόλυτη σιωπή που επιβάλλεται σε κάθε Άγγλο στην Ανατολή. Δεν ήξερα καν ότι η Βρετανική Αυτοκρατορία πεθαίνει, ούτε ότι είναι κατά πολύ καλύτερη από τις νεότερες αυτοκρατορίες που πρόκειται να την αντικαταστήσουν.

Το μόνο που ήξερα είναι ότι βρισκόμουνα παγιδευμένος ανάμεσα στο μίσος μου για την αυτοκρατορία που υπηρετούσα και στην οργή μου για τα μικρά μοχθηρά τέρατα που προσπαθούσαν να κάνουν τη δουλειά μου ανέφικτη. Με το ένα κομμάτι του μυαλού μου, πίστευα ότι το Βρετανικό Ρατζ ήταν μια ακατάβλητη τυραννία, κάτι που θα κρατούσε παράλυτη, στους αιώνες των αιώνων, τη θέληση των υποταγμένων λαών – με ένα άλλο κομμάτι του μυαλού μου σκεφτόμουνα ότι η μεγαλύτερη απόλαυση στον κόσμο θα ήταν να καρφώσω την ξιφολόγχη μου στα άντερα κάποιου βουδιστή μοναχού. Τέτοια αισθήματα αποτελούν φυσιολογικά υποπροϊόντα του ιμπεριαλισμού. Ρωτήστε οποιονδήποτε αγγλοϊνδό υπάλληλο θέλετε, αν τύχει να τον βρείτε εκτός υπηρεσίας.[5]

rangoon jail
Ο «ανθρωπόμυλος» στις βρετανικές φυλακές της Ρακούν

Κι αυτό μας οδηγεί στην ιστορία με τον Ελέφαντα. Σ’ αυτό το διήγημα, ή δοκίμιο αν προτιμάτε, εγώ θα έλεγα διήγημα με αξία δοκιμίου, η πλοκή είναι πολύ απλή. Ένας εξημερωμένος ελέφαντας παθαίνει μανία, σπάει τα δεσμά του, περιπλανιέται ελεύθερος και προκαλεί διάφορες ζημιές, σκοτώνει και έναν άνθρωπο. Οι ντόπιοι τρέχουν στο βρετανό Αστυνομικό της πόλης, που είναι ο Όργουελ, για να τους λύσει το πρόβλημα – όλα τα σοβαρά προβλήματα οφείλει να τα λύνει ο βρετανός Αστυνομικός. Ο Όργουελ ζητάει να του φέρουν ένα ντουφέκι ειδικό για ελέφαντες, για να υπερασπίσει τον εαυτό του αν χρειαστεί, και, ακολουθούμενος από ένα μεγάλο τσούρμο Βιρμανών, άντρες-γυναίκες και παιδιά, νέοι και γέροι, εντοπίζει τελικά τον ελέφαντα που έχει ηρεμήσει πια και βόσκει ήσυχος σ’ ένα λιβάδι. Κανονικά, θα έπρεπε να τον αφήσει εκεί, στην ηρεμία του, περιμένοντας να έρθει ο μαχούτ, ο προσωπικός εκπαιδευτής του ελέφαντα, ο μόνος που θα μπορούσε να τον οδηγήσει πίσω στην αιχμαλωσία χωρίς κίνδυνο και ο οποίος τυχαίνει να λείπει εκείνη τη στιγμή. Ο Όργουελ δεν έχει την παραμικρή διάθεση να σκοτώσει τον ελέφαντα, όμως αυτό το θέατρο που στήθηκε είναι καταχθόνιο και επιβάλλει τους δικούς του νόμους. Αφού περιγράφει τις μπερδεμένες και αντιφατικές σκέψεις του, καταλήγει:

[…] Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι, τελικά, έπρεπε να πυροβολήσω τον ελέφαντα. Αυτό περίμενε ο κόσμος από μένα, άρα αυτό έπρεπε να κάνω – ένιωθα δυο χιλιάδες θελήσεις που με σπρώχνανε προς αυτό, ακαταμάχητα. Κι ήταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, έτσι όπως έστεκα εκεί με το ντουφέκι στα χέρια, που κατάλαβα για πρώτη φορά την κενότητα, τη ματαιότητα της κυριαρχίας του λευκού στην Ανατολή. Ορίστε λοιπόν εγώ, ο λευκός με το ντουφέκι του, μπροστά στο άοπλο πλήθος των ιθαγενών – φαινομενικά ο πρωταγωνιστής του έργου, στην πραγματικότητα όμως μόνο μια άβουλη μαριονέτα που άγεται και φέρεται από τη θέληση αυτών των κίτρινων μούτρων πίσω μου. Κατάλαβα τη στιγμή εκείνη ότι, όταν ο λευκός γίνεται τύραννος, εκείνο που καταστρέφει είναι η δική του ελευθερία. Γίνεται ένα είδος κούφιου κι επιτηδευμένου ανδρείκελου, η συμβατική φιγούρα ενός σαχίμπ. Προϋπόθεση της εξουσίας του είναι ότι θ’ αφιερώσει όλη του τη ζωή στην προσπάθεια να εντυπωσιάσει τους «ιθαγενείς», επομένως, σε κάθε κρίσιμη στιγμή, πρέπει να κάνει εκείνο που προσδοκούν από αυτόν οι «ιθαγενείς». Φοράει μια μάσκα και το πρόσωπό του αναπτύσσεται έτσι ώστε να προσαρμοστεί πάνω της. Έπρεπε να πυροβολήσω τον ελέφαντα. Είχα δεσμευτεί να το κάνω όταν έστειλα να μου φέρουν το ντουφέκι. Ένας σαχίμπ πρέπει να φέρεται σαν σαχίμπ, πρέπει να δείχνει αποφασισμένος, να ξέρει τι έχει στο νου του και να ενεργεί με σιγουριά. Να έχω έρθει όλο αυτό το δρόμο, με το ντουφέκι στο χέρι, με δυο χιλιάδες ανθρώπους να με ακολουθούν πιστά, και μετά να γυρίσω απλώς πίσω, άπραχτος και άδοξα – α, όχι, αυτό ήταν αδύνατο. Το πλήθος θα με περιγελούσε. Και ολόκληρη η ζωή μου, η ζωή κάθε λευκού στην Ανατολή, ήταν ένας αδιάκοπος αγώνας ενάντια στον κίνδυνο του χλευασμού.[6]

Αυτή η μικρή περιπέτεια μάς δίνει την αφορμή για μερικές γενικότερες σκέψεις γύρω από την εξουσία και τους φορείς της – εστιάζοντας σ’ αυτό που έχει ονομαστεί «θεατρική διάσταση της κυριαρχίας».

[…] σε μια τέτοιου είδους σκηνοθεσία, ο κυρίαρχος ανακαλύπτει συχνά ότι δεν είναι πιο ελεύθερος από τον κυριαρχούμενο να παραβιάσει τις συμβάσεις, να είναι ο εαυτός του: είναι υποχρεωμένος να ενσαρκώσει, να προσωποποιήσει, να παίξει την εξουσία. «Αν η υποταγή απαιτεί μια αληθοφανή επιτέλεση ταπεινότητας και σεβασμού, η κυριαρχία μοιάζει να απαιτεί μια αληθοφανή επιτέλεση υπεροψίας και υπεροχής» γράφει ο Τζέιμς Σκοτ, ανθρωπολόγος που εργάστηκε όχι μακριά από τον τόπο της αποικιακής θητείας του Όργουελ, προσθέτοντας ότι τούτη η αναγκαία πόζα του κυρίαρχου δεν προέρχεται από κάποια αδυναμία του αλλά από τις ίδιες τις ιδέες που υποβαστάζουν την εξουσία του, από τις αξιώσεις που επιστρατεύει για να τη νομιμοποιήσει. «Ένας θεϊκός βασιλιάς πρέπει να συμπεριφέρεται σαν θεός, ένας πολέμαρχος πρέπει να συμπεριφέρεται σαν γενναίος στρατηγός, ένας εκλεγμένος ηγέτης μιας δημοκρατικής πολιτείας πρέπει να παριστάνει ότι σέβεται τους πολίτες και τις γνώμες τους, ένας δικαστής πρέπει να τονίζει επιδεικτικά ότι τηρεί τους νόμους».

[…] Όταν η κυριαρχία επενδύει τόσο πολύ στην εντύπωση που θα προκαλεί στους κυριαρχούμενους, ο ίδιος ο κυρίαρχος φυλακίζεται στην άκαμπτη πανοπλία του ρόλου του και ο ταλαίπωρος αστυνόμος του Μουλμέιν ανακαλύπτει, με τη σειρά του, ότι ένας σαχίμπ πρέπει να συμπεριφέρεται σαν σαχίμπ. Η διαγωγή του μπροστά στους ιθαγενείς πρέπει να συμμορφώνεται με τις ιδέες που δικαιώνουν επίσημα την αποικιακή κυριαρχία. «Οι πράξεις των ελίτ που αντιφάσκουν δημόσια με το θεμέλιο των αξιώσεών τους για κυριαρχία είναι ανησυχητικές», θυμίζει πάλι ο Σκοτ, […] και ο νεαρός Όργουελ συναντάει το έσχατο όριο της θεατρικής εξουσίας του, τον μυστικό κίνδυνο που την υποσκάπτει, στο φόβο της γελοιότητας, στην ανησυχία ότι το κοινό του θα τον γιουχάρει, έχοντας αντιληφθεί πόσο κακοπαιγμένο είναι το έργο. Ίσως μάλιστα αυτή η απειλή του γελοίου να είναι ένα από τα πολλά ευάλωτα σημεία στην αχίλλεια αυτοπεποίθηση κάθε εξουσίας.[7]

*  *  *

3

Έχει ενδιαφέρον να δούμε κάποιες «ταξικές», θα έλεγα, διαστάσεις του ρατσισμού και της αποικιακής κυριαρχίας, με τον τρόπο που τις παρουσιάζει και τις υπογραμμίζει ο Όργουελ.

Οι μέρες της Μπούρμα ξετυλίγονται στη φανταστική πόλη Κιαουκτάντα (που ωστόσο βασίζεται σε έναν πραγματικό τόπο όπου έζησε ο συγγραφέας) και μεγάλο μέρος του έργου έχει σα σκηνικό τη Λέσχη της πόλης. Ασφαλώς είναι μια Λέσχη «μόνο για Ευρωπαίους», αυστηρά, στην Κιαουκτάντα μέλη είναι μόνο οι Βρετανοί που κατοικούν εκεί, εφτά όλοι κι όλοι μέσα σ’ ένα πληθυσμό τεσσάρων χιλιάδων, ενώ ακόμα και οι μοναδικοί δύο επίσημα αναγνωρισμένοι «μιγάδες», γιοι Ευρωπαίων με ντόπιες μανάδες, αποκλείονται.[8] Και ακριβώς το στάτους της Λέσχης βρίσκεται στην καρδιά της υπόθεσης. Η Αποικιακή Διοίκηση, σε συμφωνία με τις αρχές της «έμμεσης διακυβέρνησης», θέλει να ποντάρει στην καλή διάθεση και στη συνεργασία των ντόπιων (πραχτικά: της ντόπιας ελίτ, από την οποία περιμένει να τιθασεύει τον πληθυσμό) και για το λόγο αυτό υποχρεώνεται να αποκηρύξει συμβολικά το ρατσισμό: ζητάει από κάθε τοπική Λέσχη (Ευρωπαίων) να εκλέξει «τουλάχιστον ένα» ντόπιο σα μέλος της. Οι Λέσχες αντιδρούν, φυσικά, τα μέλη δεν θέλουν να μολυνθεί από την ντόπια βαρβαρότητα αυτή η όαση «πολιτισμού» που απολαμβάνουν (και η οποία συνδέεται, συμβολικά αλλά και στην πράξη, με τα προνόμιά τους). Θεωρούν τη διαταγή που τους έρχεται αποπάνω συναισθηματική φιλανθρωπία ή κάποιου τέτοιου είδους αδυναμία, θα υποχρεωθούν ωστόσο να συμμορφωθούν, αλλά προσαρμόζοντας το «τουλάχιστον ένα» σε «ένα και μόνο» ντόπιο μέλος. Οπότε, αρχίζουν οι υπόγειες διαμάχες και οι ίντριγκες στην αφρόκρεμα των ντόπιων, για το ποιος θα είναι ο τυχερός.

Ας το δούμε από τη μεριά των αποίκων, πρώτα (όπως μας τους παρουσιάζει ο Όργουελ, πάντα): ο ρατσισμός τους μοιάζει να είναι εντελώς ωμός και οι διαβαθμίσεις αφορούν μόνο τον τρόπο που τον εκφράζουν. Δεν αντιλαμβάνονται καθόλου την πολιτική πλευρά της εντολής για προσεταιρισμό των ντόπιων: γι’ αυτούς οι Ασιάτες μπορούν να κυβερνηθούν μόνο με το βούρδουλα και τα όπλα, ενώ υποψιάζονται ότι οι προϊστάμενοί τους έχουν πέσει θύματα ολέθριων καινοτόμων ιδεών, κουλτουριάρικων επιρροών ή σοσιαλισμού, ή «ακόμα χειρότερα».[9] Όλοι τους δουλεύουν στις αποικιακές υπηρεσίες (κυρίως στο στρατό, αλλά και οι υπόλοιπες υπηρεσίες είναι πραχτικά εξαρτημένες απ’ το στρατό ή λίγο πολύ στρατιωτικοποιημένες) ή στις εταιρείες ξυλείας (που νέμονται με σκανδαλώδεις όρους τον πλούτο της χώρας – αποτελούν τον κύριο οικονομικό λόγο ύπαρξης της αποικίας). Κανένας τους φυσικά δεν θα ανήκε σε κάποιο ανώτερο ή ανώτερο-μεσαίο στρώμα στη Βρετανία, προέρχονται όλοι από μικρομεσαίες ή κατώτερες τάξεις[10] – όμως εδώ, στην αποικία, αποτελούν εκ των πραγμάτων μια υψηλή αριστοκρατία που απολαμβάνει άπειρα προνόμια, έχει στη διάθεσή της φτηνούς υπηρέτες κάθε λογής καθώς κι όσες ερωμένες θέλει, ενώ έχει εξασφαλισμένη μια σχεδόν απόλυτη ατιμωρησία κι αυθαιρεσία.

a_british_man_gets_a_pedicure_from_an_indian_servant

Υπάρχει μια διαδεδομένη άποψη ότι οι άνθρωποι στις «προφυλακές της Αυτοκρατορίας» τουλάχιστο είναι ικανοί και δουλεύουνε σκληρά. Αυτό είναι αυταπάτη. Έξω από τις επιστημονικές υπηρεσίες […] δεν συντρέχει κανένας ιδιαίτερος λόγος για έναν βρετανό αξιωματούχο να κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά του. […] Η πραγματική διοικητική υπηρεσία γίνεται κυρίως από τους ντόπιους υφισταμένους τους˙ και η πραγματική ραχοκοκαλιά του δεσποτισμού δεν είναι οι διοικητικοί παράγοντες αλλά ο στρατός. Με τις πλάτες του στρατού, οι διοικητικοί και οι επιχειρηματίες μπορούν να κλέβουν εκ του ασφαλούς, έστω κι αν είναι ηλίθιοι.[11]

Ο Όργουελ μας βάζει να σκεφτούμε ότι όλοι αυτοί, αν έμεναν στη Βρετανία, δεν θα ήταν ρατσιστές με αυτόν τον άγριο και απόλυτο τρόπο (το πολύ να είχαν μερικές στενόμυαλες προκαταλήψεις), και πράγματι ακούμε τους ίδιους να παραπονιούνται ότι ο κόσμος στην πατρίδα «δεν καταλαβαίνει». Ο ρατσισμός είναι ο μόνος τρόπος, και πολύ βολικός, για να δικιολογήσουν το ταξικό τους προνόμιο, τόσο σημαντικό αλλά κι εντελώς ουρανόσταλτο. Καταλαβαίνουν ότι οι ιδέες της «έμμεσης διακυβέρνησης», με ολοένα και περισσότερους ντόπιους σε υπεύθυνες θέσεις, θα φέρουν το τέλος της βασιλείας τους, όμως δεν καταλαβαίνουν την πολιτική της αναγκαιότητα (ότι, τελικά, η Αυτοκρατορία δεν μπορεί να σταθεί αλλιώς). Νομίζουν ότι οι Ασιάτες θα είναι αιωνίως υποταγμένοι και φοβισμένοι λόγω της φύσης τους – επομένως τους προκαλεί ανεξέλεχτο πανικό το κάθε σημάδι, πραγματικής ή φανταστικής (ή και προβοκατόρικα στημένης, όπως βλέπουμε σ’ ένα σημείο) εξέγερσης.

Ο Φλόρι (ο πρωταγωνιστής και από μερικές απόψεις άλτερ έγκο του Όργουελ) παρηγοριέται μέσα σ’ αυτή την κατάσταση με την ελπίδα μιας καλής και γρήγορης αποστρατείας, «δώδεκα ή δεκαπέντε χιλιάδες πάουντς για εφάπαξ, ίσως», κι ενός μελλοντικού γάμου, οπότε, μαζί με τη γυναίκα του, «θ’ αγόραζαν ένα μικρό σπιτάκι στην εξοχή, περιτριγυρισμένο από φίλους, βιβλία, τα παιδιά τους, τα ζώα τους». Δεν θέλει να καταντήσει σαν «αυτά τα φλύαρα γερο-ερείπια στο Μπαθ και στο Τσέλτενχαμ», στα οικοτροφεία ή γηροκομεία για Άγγλους των Ινδιών, γεμάτα με «σκουπίδια σ’ όλες τις φάσεις της αποσύνθεσης, όλοι να μιλάνε και να μιλάνε για το τι έγινε στο Μπογκλεϊουάλαχ το ’88». Γρήγορα όμως καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να φύγει πια, ότι αυτός ο τρόπος ζωής, «αυτή η χώρα που μισούσε», έχει γίνει πια πατρίδα του. «Είχε ριζώσει βαθιά, ίσως πολύ βαθιά, σ’ αυτή την ξένη χώρα». (σελ. 78 και 79).

 

v0029680

Στη μεριά των ντόπιων, τώρα… Ο Όργουελ μας παρουσιάζει μόνο δύο ελίτ υποψήφιους για την επίζηλη θέση, οι οποίοι, κάπως σχηματικά ειν’ αλήθεια μα όχι άστοχα, εκπροσωπούν δυο διαφορετικές τάσεις μέσα στα ανώτερα βιρμανικά στρώματα – τουλάχιστον σε κείνα που ήταν πρόθυμα να συνεργαστούν με τους ευρωπαίους κυρίαρχους. Από τη μία, έχουμε τον Ου Πο Κιίν, πανούργο και διεφθαρμένο δικαστή, που εκπροσωπεί κατά κάποιο τρόπο την «παράδοση». Είχε εντυπωσιαστεί, πολύ νέος, από την ακαταμάχητη στρατιωτική ισχύ των ξένων και είχε καταλήξει αμέσως στο συμπέρασμα ότι κάθε σκέψη για αντίσταση θα ήταν βλακεία. Όμως, από την άλλη, κατάλαβε γρήγορα ότι θα μπορούσε να τους χρησιμοποιήσει, κολακεύοντας τις αδυναμίες τους, εκμεταλλευόμενος τις προλήψεις τους και εξυφαίνοντας με τυπικά «ανατολίτικο» τρόπο χίλιες μικρές συνωμοσίες, η μια πιο ύπουλη από την άλλη. Η θρησκευτική του ηθική είναι κι αυτή «παραδοσιοκρατική»: ενώ δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα και δεν σέβεται ούτε ιερό ούτε όσιο, σε σημείο να προκαλεί φρίκη ακόμα και στην (κατά τα άλλα πιστή του σύμμαχο) γυναίκα του, φροντίζει όμως, μετά από κάθε εγκληματική πράξη, να αγοράζει μερικά πουλιά ή ψάρια και να τα απελευθερώνει, κερδίζοντας έτσι κάποιους πόντους στο παιγνίδι της μετεμψύχωσης. Όσο για τη συνολική παρτίδα, της μετεμψύχωσης πάντα, ο Ου Πο Κιίν σκοπεύει να την κερδίσει στο τέλος, όταν θα έχει εκπληρώσει πια τους υλιστικούς στόχους του, χτίζοντας τις απαραίτητες παγόδες.

Στην άλλη μεριά αυτού του ιδιόμορφου ρινγκ της ντόπιας αριστοκρατίας, στέκεται ο Δρ Βερασουάμι, ινδός γιατρός. Θαυμάζει κι αυτός απεριόριστα τους Βρετανούς αλλά για εντελώς άλλους λόγους: σαν υπέρμαχους της επιστήμης και της προόδου. Για τον εκσυγχρονιστή γιατρό, η συνεργασία μαζί τους είναι μονόδρομος επειδή είναι ο μόνος τρόπος να ξεπεραστεί η ασιατική καθυστέρηση. Φίλος του Φλόρι, στήνει μαζί του εμπιστευτικές και σχεδόν ξεκαρδιστικές συζητήσεις, όπου ο γιατρός υποστηρίζει φανατικά και ο άλλος κατακρίνει δηκτικά τη βρετανική κουλτούρα. Η αφέλεια του Δρ Βερασουάμι μάς τον κάνει συμπαθητικό, έστω κι αν βλέπουμε ότι, σε τελική ανάλυση, λαχταράει όσο κι ο αντίπαλός του την πολυπόθητη είσοδο στο ευρωπαϊκό κλαμπ και θα έκανε πολλά για να την καταχτήσει. Στο τέλος, όπως αναμένεται, κερδίζει ο πιο άξεστος και ο πιο μοχθηρός – αν μη τι άλλο επειδή ακριβώς δεν τρέφει ψευδαισθήσεις για την ηθική ακεραιότητα των Ευρωπαίων.

Αφήνοντας την ντόπια ελίτ, ας περάσουμε στο λαό, στη βιρμανική μάζα, έτσι όπως μας παρουσιάζεται, είτε συλλογικά είτε μέσα από πολλές μικρές πράξεις της μιας ή της άλλης δευτερεύουσας φιγούρας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Όργουελ δεν τον εξιδανικεύει, έστω κι αν δείχνει συχνά, μέσα απ’ το στόμα του Φλόρι, τη συμπάθεια και την κατανόησή του. Στη λογική του Όργουελ, ο λαός έχει μάλλον να κάνει με μια χειροπιαστή πραγματικότητα, όχι με κάποιου είδους πρότυπο. Σε ό,τι αφορά τις συλλογικές συμπεριφορές, όμως, θέλω να επισημάνω τελειώνοντας ένα ακόμα σημείο. Ας επιστρέψουμε στον Ελέφαντα, στην πρώτη του παράγραφο:

[…] τα αντιευρωπαϊκά αισθήματα ήταν πολύ έντονα. Κανείς δεν είχε τα κότσια να σηκώσει φασαρίες, αν όμως μια Ευρωπαία πήγαινε μόνη της στο παζάρι, κάποιος θα βρισκόταν για να φτύσει χυμό από μπετέλ πάνω στο φόρεμά της. Σαν αστυνομικός αποτελούσα προφανή στόχο και με περιγελούσαν όποτε μπορούσαν να το κάνουν χωρίς κίνδυνο. Στο γήπεδο, όταν ένας καπάτσος Βιρμανός μού έβαλε τρικλοποδιά κι ο διαιτητής (επίσης Βιρμανός) έκανε ότι κοίταζε αλλού, το πλήθος πανηγύρισε γελώντας πρόστυχα. Κι αυτό δεν έγινε μια φορά. Στο τέλος, οι μορφασμοί στα κίτρινα μούτρα των νεαρών που έβλεπα παντού μπροστά μου κι οι βρισιές που με έλουζαν όποτε βρισκόμουν σε ασφαλή απόσταση είχαν αρχίσει να μου σπάνε τα νεύρα.[12]

Στο μυθιστόρημα, από την άλλη, ένας στρατιωτικός διαμαρτύρεται για την έλλειψη …μαχητικότητας των Βιρμανών, όταν ακριβώς πάνε να «σηκώσουν φασαρίες», δηλαδή σε περιπτώσεις διαδηλώσεων και άλλων ταραχών:

[…] πάντα η ίδια ιστορία – το βάζουν στα πόδια πριν καλά-καλά αρχίσουν. Ποτέ δεν έχω ακόμα πυροβολήσει κάποιον, ούτε καν ληστή. Έντεκα χρόνια εδώ και δεν έχω σκοτώσει ούτε έναν. Άσχημο.[13]

Du1LY0LU0AAFf2w

Τραγωδία πράγματι! Αυτή η, ίσως όχι ακριβώς «παθητική αντίσταση», μάλλον «ελαστική», παραπέμπει και πάλι στον Τζέιμς Σκοτ και στις πραγματείες του για τα «όπλα των αδύναμων» και τις «τέχνες της αντίστασης». Για να το πω με δικά μου λόγια, ο Σκοτ, βασισμένος στη δουλειά του στην Ινδοκίνα, παρατηρεί ότι οι «αποκάτω» δεν είναι τόσο χαζοί ώστε να μη βλέπουν την εκμετάλλευση, αλλά ούτε και τόσο αστόχαστοι ώστε να μην αντιλαμβάνονται τον συσχετισμό των δυνάμεων. Οι «ηρωικές» στιγμές της αντίστασής τους είναι σπάνιες και σποραδικές, σε κάποιες σημαδιακές ή κρίσιμες περιστάσεις, ακριβώς επειδή δεν βιάζονται να γίνουν «μάρτυρες» κι επειδή ξέρουν καλά ότι οι «αποπάνω» έχουν συντριπτικά ισχυρότερα μέσα και ελάχιστους ενδοιασμούς να τα χρησιμοποιήσουν. Ιστορικά, μια στρατηγική που χρησιμοποιούσαν ήταν απλώς να φεύγουν μπροστά στα ισχυρά κράτη και τους μηχανισμούς τους, να αποσύρονται στα πιο απόμερα, ορεινά ή άγονα ή δασωμένα μέρη, μιλώντας πάντα για την Ινδοκίνα – αλλά αυτό δεν αφορά την περίπτωσή μας κι άλλωστε έχει γίνει όλο και λιγότερο εφικτό, σε παγκόσμια κλίμακα. Μια άλλη στρατηγική (όταν η φυγή ήταν αδύνατη ή μη επιθυμητή) ήταν μια καθημερινή, χαμηλής έντασης αντίσταση, που μπορούσε να πάρει ποικίλες μορφές – με ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εκείνην όπου οι αποκάτω αποδέχονται, ρητορικά ή θεατρικά, την κυρίαρχη ιδεολογία, το «δημόσιο σενάριο» κατά Σκότ, περιμένοντας ή ακόμα απαιτώντας από τους αποπάνω να συμμορφωθούν με την ιδεολογία την οποία οι ίδιοι διακηρύσσουν και στην οποία οι ίδιοι ορκίζονται, θεωρητικά. Η θεατρική προσχώρηση των αποκάτω στο δημόσιο σενάριο διαβάζεται, στα δικά τους μάτια, σύμφωνα με ένα άλλο, «κρυφό σενάριο» – κι αυτή ακριβώς είναι η ερμηνεία που δίνει ο Σκοτ στην υπόθεση του Ελέφαντα.

Στις Μέρες της Μπούρμα, επιπλέον, μαθαίνουμε αμέσως ότι η ανοιχτή και κάθετη αντίσταση, το σχέδιο για μια οργανωμένη και ένοπλη εξέγερση, είναι απλή προβοκάτσια: μια ακόμα ίντριγκα του πανούργου Ου Πο Κιίν, που χρησιμοποιεί έναν τσαρλατάνο που πουλάει δήθεν μαγικά αλεξίσφαιρα σακάκια (την ελπίδα δηλαδή για ανατροπή του συσχετισμού που λέγαμε) για να παρασύρει τους χωρικούς στην προγραμματισμένη σφαγή τους, από την οποία ελπίζει να επωφεληθεί ο ίδιος, αφού θα παρουσιαστεί σαν ο πρωταγωνιστής της καταστολής. Έστω κι αν, στο μυθιστόρημα όπως καμιά φορά και στην πραγματικότητα, το σενάριο ξεφεύγει από τον έλεγχό του, ή έχει περισσότερη επιτυχία από όση θα έπρεπε, με αποτέλεσμα να απειλήσει κάποια στιγμή αληθινά το νόμο και την τάξη.

tetartoskosmos@gmail.com

Photo-3.-SC-George-Orwell

σημειώσεις

[1] Τα δύο πρώτα μέρη του κειμένου ήταν η μία από τις τρεις εισηγήσεις στη συζήτηση για τον Όργουελ που έγινε στην κατάληψη Libertatia, την Πέμπτη 5 Σεπτέμβρη 2019, στο πλαίσιο του Ελευθεριακού φεστιβάλ κατειλημμένων χώρων & συλλογικοτήτων στη Θεσσαλονίκη, 3-6 του Σεπτέμβρη 2019. Εδώ προστέθηκε ένα τρίτο μέρος, με παρατηρήσεις που δεν χώρεσαν στο χρόνο και στον προγραμματισμό εκείνης της συζήτησης, η οποία (ας το πούμε κι αυτό) ασχολήθηκε και με τις λιγότερο θετικές όψεις του συγγραφέα του 1984.

[2] Για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις, κανείς από αυτούς δεν έμοιαζε, ούτε από μακριά, με αυτό που λέμε «προοδευτικός διανοούμενος» – επιπλέον, όλοι όσοι αναφέρθηκαν, αν δεν κάνω λάθος, ήταν αντικομμουνιστές, έστω κι αν ο αντικομμουνισμός τους ήταν ιδιόρρυθμος (π.χ. διαβάζοντας κάποιες σελίδες του Θέσιντζερ, μένεις με την εντύπωση ότι ο κομμουνισμός ήταν ένα καθαρά αιθιοπικό στρατιωτικό καθεστώς).

[3] Π.χ. μιλάει για «καλή κακή ποίηση», αναγνωρίζοντας στον Κίπλινγκ μια ιδιαίτερη πνοή, σε πείσμα του ιδεολογικού του πρωτογονισμού. Για το κείμενο του δοκιμίου αυτού, βλ. εδώ.

[4] Οι μέρες της Μπούρμα, μτφ. Στέφανος Ροζάνης, Δωδώνη, 1978, σελ. 76-77 (με ορισμένες προσαρμογές).

[5] Πυροβολώντας έναν ελέφαντα, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, Ναυτίλος Ελευθεριακές Εκδόσεις, 2018, σελ. 20-21.

[6] Ό.π., σελ. 27-28.

[7] Από τον τεταρτοκοσμικό πρόλογο στο Πυροβολώντας έναν ελέφαντα, ό.π., σελ. 16-18. Οι αναφορές στον Σκοτ σύμφωνα με το: James C. Scott, Domination and the Arts of Resistance: Hidden Transcripts, Yale University Press, 1990, κυρίως σελ. 10-16 και 49-50.

[8] Ενώ υπάρχουν επανειλημμένες νύξεις για «μπάσταρδους», δηλαδή για καρπούς των τόσο συχνών ερωτικών σχέσεων των λευκών σαχίμπ με ντόπιες γυναίκες, μόνο αυτοί οι δύο, οι Φράνσις και Σάμιουελ, που κυκλοφορούν σαν δίδυμοι και συμπεριφέρονται με παράλληλο τρόπο, είναι αναγνωρισμένοι «μιγάδες» («ευρασιάτες»). Αυτό έχει να κάνει μάλλον με τους πατεράδες τους, ένας καθολικός ιεραπόστολος για τον ένα, ένας προτεστάντης ιεροκήρυκας για τον άλλο: η αγιοσύνη τους δεν τους εμπόδισε να αμαρτήσουν αλλά τους επέβαλε τουλάχιστον την αναγνώριση των νόθων παιδιών τους – κάτι που οι υπόλοιποι άποικοι δε νιώθουν στο ελάχιστο την ανάγκη να το κάνουν. Παρόλο που οι Φράνσις και Σάμιουελ επιδεικνύουν διαρκώς και με κωμικό τρόπο τη «λευκή» τους πλευρά, οι άποικοι δεν έχουν καμιά διάθεση να επικυρώσουν αυτή τη «λευκότητα» ή να τους αποδεχτούν, έστω σαν δεύτερης κατηγορίας μέλη, στην κοινότητά τους (βλ. κυρίως σελ. 128-132).

[9] Αυτή η δυσπιστία απέναντι στους ανώτερους προϊσταμένους (τους «πολιτικούς») προβάλλεται επίσης στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή, που με τις επιφυλάξεις του και τις «περίεργες ιδέες» του φαντάζει «ψευτοδιανοούμενος» στα μάτια των άλλων (βλ. κυρίως σελ. 208-209).

[10] Όταν έρχεται, πρόσκαιρα, στην Κιαουκτάντα ένας αυθεντικός βρετανός αριστοκράτης, το γεγονός συγκινεί μόνο τα ελάχιστα, θηλυκά μέλη της κοινότητας των αποίκων (μια θεία και την ανιψιά της, που τον βλέπουν σαν υποψήφιο στόχο-γαμπρό – αρκετά αφελώς και χωρίς πραγματικές ελπίδες, άλλωστε). Οι υπόλοιποι άποικοι αντιμετωπίζουν με απέχθεια την περιφρονητική και σνομπ συμπεριφορά του – ενώ εκείνος τους αγνοεί εντελώς. Όμως το πορτρέτο του Βέραλ, οικονομικά ξεπεσμένου αριστοκράτη και κυνικού εγωιστή που ζει στην κυριολεξία στον κόσμο του αλλά εντούτοις επιπλέει, αποτελεί από μόνο του μια χαριτωμένη ζωγραφιά (σελ. 210-212).

[11] Οι μέρες της Μπούρμα, ό.π., σελ. 76.

[12] Πυροβολώντας έναν ελέφαντα, ό.π., σελ. 19-20.

[13] Οι μέρες της Μπούρμα, ό.π., σελ. 120.