Ινδιάνοι θείοι

ένα κείμενο της Ούρσουλας Λεγκέν

Για την ακρίβεια, πρόκειται για μια ομιλία που έγινε στο Τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϊ, στις 16 Νοεμβρίου 2001, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα εκατό χρόνια του Τμήματος.[1] Η επιλογή της ομιλήτριας δεν ήταν τυχαία αφού το εν λόγω Τμήμα το είχε ιδρύσει ο Άλφρεντ Λούις Κρέμπερ, μαθητής του Φραντς Μπόας και πατέρας της Ούρσουλας Λεγκέν.[2]

Yurok-Family-in-canoe

Ινδιάνοι θείοι

της Ursula K. Le Guin

Πολλοί, πάρα πολλοί άνθρωποι έρχονται και με ρωτάνε, όλο λαχτάρα και προσδοκίες, «Μα είναι καταπληκτικό που γνώρισες τον Ίσι, ε;».

Και κάθε φορά νιώθω αμηχανία. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τους απογοητεύσω εξηγώντας ότι ο Ίσι πέθανε δεκατρία ολόκληρα χρόνια πριν γεννηθώ. Δεν θυμάμαι καν να είχα ακούσει το όνομά του πριν από το τέλος της δεκαετίας του ’50, όταν μια βιογραφία του έγινε πρώτα θέμα οικογενειακής συζήτησης και μετά το κυρίαρχο αντικείμενο της δουλειάς και της σκέψης της μάνας μου για κάμποσα χρόνια.[3]

f7838d60ed6ddbfdce8bdfe50115d35f

Ο πατέρας μου όμως, απ’ όσο θυμάμαι, δεν μιλούσε ποτέ για τον Ίσι. Μιλούσε ελάχιστα για το παρελθόν, δεν αναπολούσε. Όντας είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από τη γυναίκα του, πατέρας σε ηλικία παππού, ήταν μάλλον αποφασισμένος να μη γίνει ποτέ ένας φλύαρος γερο-γκρινιάρης που μουρμουρίζει συνέχεια για τις παλιές καλές μέρες. Αλλά και από ιδιοσυγκρασία δεν ζούσε στο παρελθόν, ζούσε στο παρόν, ζούσε τη στιγμή, ίσαμε το θάνατό του, στα ογδόντα τέσσερα. Θα ήθελα να αναπολούσε περισσότερο, επειδή είχε κάνει ένα σωρό ενδιαφέροντα πράγματα σε ενδιαφέροντα μέρη κι επειδή ήταν λαμπρός αφηγητής. Αλλά σε ό,τι αφορούσε το παρελθόν του, δεν του έπαιρνες κουβέντα. Κάποια φορά μας είπε τι έκανε κατά την πυρκαγιά του 1906 στο Σαν Φρανσίσκο (υπάρχει στη βιογραφία που έγραψε γι’ αυτόν η μητέρα μου) και μιας κι είχε διάθεση για αναπολήσεις τον ρώτησα τι ένιωθε στη διάρκεια του σεισμού και μετά. Ασχολήθηκε για λίγο με την πίπα του, ανάβοντας σπίρτα και στοιβάζοντάς τα σε μικρούς σωρούς ώσπου είπε: «Έξαψη».

images

Δεν θέλω να πω ότι ήταν από κείνους τους βλοσυρούς και λιγομίλητους τύπους. Απεναντίας, ήταν πολύ ομιλητικός αλλά ενδιαφερόταν υπερβολικά πολύ για το τι συνέβαινε τώρα ώστε να κάθεται να αναμασάει τα περασμένα. Ήθελα πολύ να μάθω λίγα πράγματα για την πρώτη του γυναίκα, την Ενριέτα Ρότσιλντ, απ’ το Σαν Φρανσίσκο, αλλά εγώ δεν ήξερα πώς να τον ρωτήσω κι αυτός δεν ήξερε πώς να μου απαντήσει, ή υπήρχε εκεί καταχωνιασμένη πολύ μεγάλη θλίψη ώστε να θέλει να την ξεθάψει και να την επιδείξει. Υπάρχει σεμνότητα στη θλίψη και ήταν άνθρωπος σεμνός.

Ίσως γι’ αυτό να μη μιλούσε και για τον Ίσι. Πολύ μεγάλη θλίψη, παλιός καημός, που ακόμα έτσουζε. Όχι οι φτηνές τύψεις που οι ψυχοδραματιστές βγάζουν απ’ τα φτηνά τους καπέλα: ο συναισθηματικά στεγνός επιστήμονας που εκμεταλλεύεται τον ευγενή άγριο –ο Δρ. Τριβς και ο Άνθρωπος Ελέφαντας, ο Δρ Κρέμπερ και ο Ίσι– δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Έχει συμβεί, όπως το ξέρουμε όλοι και όπως το ήξερε κι εκείνος. Όχι όμως στην περίπτωση αυτή. Ίσως ακριβώς το αντίθετο.

Η ιδέα ότι η αντικειμενική παρατήρηση μπορεί να γίνει μόνο από ένα παρατηρητή ολικά απαλλαγμένο από υποκειμενικότητα συνεπάγεται ένα ιδεώδες απάνθρωπης καθαρότητας, το οποίο αναγνωρίζουμε σήμερα ότι είναι, ευτυχώς, ανέφικτο. Παραμένει όμως το δίλημμα του υποκειμενικού επαγγελματία της αντικειμενικότητας, και στους ανθρωπολόγους εκδηλώνεται στην οξύτερη και την πιο οδυνηρή μορφή: η σχέση ανάμεσα στον παρατηρητή και το παρατηρούμενο όταν και οι δύο είναι άνθρωποι. Οι μυθιστοριογράφοι, άνθρωποι που γράφουν για ανθρώπους, έχουν το ίδιο ηθικό πρόβλημα, το πρόβλημα της εκμετάλλευσης, σπάνια όμως το αντιμετωπίζουν σε τόσο έντονη μορφή. Θαυμάζω το θάρρος κάθε επιστήμονα που το αποδέχεται μέσα σε όλη τη δυσκολία του.

Κοιτώντας από την απλοϊκή και εξωτερική σκοπιά μου, μου φαίνεται ότι οι περισσότεροι μαθητές του Μπόας είχαν μια μάλλον αυστηρή άποψη επ’ αυτού. Ξέρω ότι ο πατέρας μου ήταν δύσπιστος απέναντι στους λευκούς –επαγγελματίες ή ερασιτέχνες– που ισχυρίζονταν ότι έχουν συναισθηματική ή πνευματική ταύτιση με τους Ινδιάνους. Θεωρούσε τέτοιες αξιώσεις αισθηματολογικές και πατερναλιστικές. Στο στόμα του, η έκφραση γίνομαι ιθαγενής σήμαινε αποδοκιμασία. Οι φιλίες του με Ινδιάνους ήταν ακριβώς αυτό: φιλίες. Έχοντας γεννηθεί μέσα από τη συνεργασία, βασισμένες στην προσωπική συμπάθεια και το σεβασμό, δεν περιλάμβαναν ούτε πατρονάρισμα ούτε χειραγώγηση.

Ishi-the-Last-of-His-Tribe-Yahi

Με τον Ίσι, έναν άνθρωπο αφάνταστα ευάλωτο μέσα στην τραγική μοναξιά του, εξ ανάγκης εξαρτημένο, ωστόσο δυνατό, γενναιόδωρο, συνετό και συναισθηματικό, ένα ξεχωριστό άτομο από κάθε άποψη, αυτή η σχέση φιλίας πρέπει να υπήρξε ασυνήθιστα περίπλοκη και έντονη.

Ο πατέρας μου ήταν συνειδητά και σταθερά πιστός στο ιδεώδες της αντικειμενικής επιστήμης, ήταν όμως τα αισθήματα της προσωπικής θλίψης και της προσωπικής αφοσίωσης που υπαγόρευσαν το μήνυμά του από τη Νέα Υόρκη, όταν προσπάθησε να αποτρέψει τη νεκροψία πάνω στο λείψανο του Ίσι: «Πείτε τους ότι σε ό,τι με αφορά ας πάει στο διάβολο η επιστήμη. Πρέπει να υποστηρίζουμε τους φίλους μας».

Το μήνυμά του έφτασε πολύ αργά. Ένας σύγχρονος ανθρωπολόγος έχει πει ότι, αν τον ένοιαζε τόσο πολύ, γιατί δεν πήρε ένα αεροπλάνο για να πάει στη Δύση και να το φροντίσει; Θα μπορούσε κανείς να του απαντήσει ότι ένας ανθρωπολόγος θα έπρεπε να έχει υπόψη του ότι το 1916 δεν υπήρχαν άφθονα αεροπλάνα, διαθέσιμα στον καθένα. Το τηλεγράφημα ήταν το μόνο μέσο που είχε για να προσπαθήσει να αποτρέψει την ασέβεια.

Δεν ξέρω πολλά για τις περιστάσεις του επακόλουθου αποκρουστικού τεμαχισμού του σώματος, που μου θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο θάβονταν σε κομμάτια βασιλιάδες και αυτοκράτορες, το κεφάλι στη Βιέννη, η καρδιά στο Αψβούργο, άλλα μέλη σε άλλα μέρη της αυτοκρατορίας. Το ίδιο και οι άγιοι – ένας βραχίονας εδώ, ένα δάχτυλο εκεί, ένα δάχτυλο του ποδιού σε κάποια λειψανοθήκη… Θα μπορούσε να πει κανείς ότι για τον Ευρωπαίο, το να τεμαχίζει ένα πτώμα και να φυλάει κομμάτια του από δω κι από κει είναι ένδειξη σεβασμού. Αυτό μάλλον θέτει ένα ζήτημα στον αμερικάνικό μας πολιτισμικό σχετικισμό. Αφήνω εσάς τους ανθρωπολόγους να το επιλύσετε.

Ο Κρέμπερ αποδέχτηκε την ήττα και συνέχισε τη δουλειά που είχε να κάνει. Δεν πιστεύω ότι η σιωπή του ήταν αδιαφορία αλλά η βουβαμάρα της αθέλητης συνενοχής και η αφωνία των απορφανισμένων. Είχε χάσει το φίλο του. Είχε χάσει έναν άνθρωπο τον οποίο αγαπούσε και για τον οποίο ήταν υπεύθυνος, και τον είχε χάσει από την ίδια αρρώστια που είχε σκοτώσει τη γυναίκα του, λίγα χρόνια πριν, από φυματίωση, τη «Λευκή Ασθένεια». Είχε δουλέψει επανειλημμένα με άτομα που ήταν ανάμεσα στους τελευταίους του λαού τους. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τους είχε αφανίσει ο δικός του λαός κι η δικιά τους λευκή ασθένεια. Έμενε σιωπηλός γιατί ούτε ο ίδιος ούτε η επιστήμη του είχαν ένα λεξιλόγιο για τη γνώση του. Και αν δεν μπορούσε να βρει τις σωστές λέξεις, δεν θα χρησιμοποιούσε τις λάθος λέξεις.

Όχι πολύ μετά το θάνατο του Ίσι, ο πατέρας μου έκανε ένα διάλειμμα στην ανθρωπολογία, ψυχαναλύθηκε και άσκησε για μερικά χρόνια την ψυχανάλυση. Αλλά δε νομίζω ότι ο Φρόιντ, ούτε αυτός, είχε τις λέξεις που χρειαζόταν. Το φάσμα της εργασίας του και των γραφτών του διευρύνθηκε με τα χρόνια, όμως στα τέλη της ζωής του επέστρεψε στην καλιφορνέζικη εθνολογία, χρησιμοποιώντας την από καιρό συσσωρευμένη εμπειρία του για να υποστηρίξει καλιφορνέζικες φυλές στην αγωγή τους εναντίον της κυβέρνησης των ΗΠΑ για αποκατάσταση και επιστροφή της γης τους, ξοδεύοντας μήνες σε μαρτυρικές καταθέσεις και αντιπαραστάσεις σ’ ένα ομοσπονδιακό δικαστήριο. Ο αδερφός μου ο Τεντ, που τον είχε πάει σε πολλές από αυτές τις συνεδριάσεις, θυμάται τις σποραδικές προσπάθειες του δικαστή να κάμψει τον γέροντα και την καρτερική αλλά πεισματική αποφασιστικότητα του Άλφρεντ να κάνει σωστά τη δουλειά του.

color

Έγραψε για τον Ίσι όσο λιγότερο μπορούσε. Όταν τον ρωτούσαν για τον Ίσι, απαντούσε. Όταν του έλεγαν ότι θα έπρεπε να γράψει μια βιογραφία του Ίσι, δεν συμφωνούσε. Ο Ρόμπερτ Χάιζερ[4] είχε την τέλεια ιδέα να αναθέσει το έργο αυτό στη μητέρα μου, που δεν είχε γνωρίσει τον Ίσι, που δεν είχε σταθεί ποτέ φίλη του, που δεν ήταν ανθρωπολόγος, που δεν ήταν άντρας, και που μπορούσες να την εμπιστευτείς ότι θα έβρισκε τις σωστές λέξεις, αν κάποιος το μπορούσε.

Ήμουν στο Μουσείο Λόουι,[5] εδώ, με τη μικρή δισέγγονη του Άλφρεντ Κρέμπερ, πριν δέκα χρόνια, και μου έδειξε τα ακουστικά στην έκθεση για τον Ίσι, από τα οποία μπορούσες ν’ ακούσεις τον Ίσι να δηγιέται μια ιστορία. Τα φόρεσα και άκουσα τη φωνή του για πρώτη φορά. Έβαλα τα κλάματα. Για μια στιγμή. Έμοιαζε η μόνη ταιριαστή αντίδραση.

*  *  *

Μερικοί από εσάς μπορεί να έλπιζαν ότι θ’ ακούσουν περισσότερα για την οικογένειά μου ή για τους συναδέλφους και τους μαθητές του πατέρα μου, που αποτελούσαν ασφαλώς μεγάλο κομμάτι της οικογενειακής μας ζωής. Φοβάμαι ότι μοιράζομαι την ανικανότητα του Άλφρεντ για αναπόληση. Είμαι πολύ καλύτερη στο να επινοώ πράγματα παρά στο να τα θυμάμαι. Οι δυο ινδιάνοι φίλοι του πατέρα μου για τους οποίους μπορώ να πω κάτι, επειδή σαν παιδί είχα πράγματι σχέση μαζί τους, είναι ο παπάγκο Χουάν Ντολόρες και ο γιούροκ Ρόμπερτ Σποτ. Αλλά εδώ συναντάω πάλι το ηθικό πρόβλημα που εμείς οι αφηγητές ιστοριών μοιραζόμαστε με σας τους ανθρωπολόγους: την εκμετάλλευση πραγματικών ανθρώπων. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να χρησιμοποιούν άλλους ανθρώπους. Οι αναμνήσεις μου από αυτούς τους δύο ιθαγενείς αμερικανούς φίλους κυκλώνονται με επιφύλαξη και ζώνονται με φόβο. Σε τελική ανάλυση, τι καταλάβαινα ή τι καταλαβαίνω γι’ αυτούς; Πότε τους γνώρισα, τι έμαθα γι’ αυτούς, για την πολιτική τους ή για την ατομική τους κατάσταση; Τίποτα. Ούτε για την ιστορία του λαού τους, ούτε για την προσωπική τους ιστορία, ούτε για τη συνεισφορά τους στην ανθρωπολογία – τίποτα.

Ήμουνα μικρό παιδί, το μικρότερο της οικογένειας. Πηγαίναμε πάντα στην Κοιλάδα της Νάπα τον Ιούνη, μόλις έκλειναν τα σχολεία. Οι γονείς μου είχαν αγοράσει εκεί ένα ράντσο, γύρω στα εκατόν πενήντα στρέμματα, για δυο χιλιάδες δολάρια. Βολεύαμε τα πράγματά μας και στρώναμε με πατημένο χώμα το γήπεδο του κροκέ, και ο Χουάν –φοβερός παίχτης του κροκέ– ερχόταν πάντα εγκαίρως για τα γενέθλιά του.

8d5771b8d53b4b86b94e3e70a5440e8c

Είχα εντυπωσιαστεί όταν έμαθα πως ο Χουάν Ντολόρες, μεγάλος άνθρωπος, δεν ήξερε πραγματικά ποια μέρα είχε γεννηθεί. Τα γενέθλια ήταν σημαντικά. Τα δικά μου και των αδερφών και των γονιών μου γιορτάζονταν με γλυκά και παγωτά και κεράκια και κορδέλες και δώρα, και ήταν σπουδαία υπόθεση όταν ήσουν εφτά χρονών. Μα πώς μπορούσε κάποιος να μη νοιάζεται για τα γενέθλιά του; Όταν αναλογιζόμουνα αυτή την πρώτη μου ανακάλυψη της διαφοράς ανάμεσα στο δυτικό χρόνο και τον ινδιάνικο χρόνο, λίπαινα ίσως το έδαφος στο οποίο θα φύτρωνε και θα άνθιζε ο πολιτισμικός σχετικισμός των μυθοπλασιών μου. Όμως ο Χουάν (εμείς τα παιδιά τον φωνάζαμε «Γουάν», δεν ξέραμε το ισπανικό «Χουάν»), ο Χουάν λοιπόν έπρεπε να έχει ημερομηνία γέννησης για να συμπληρώσει τα χαρτιά για την κοινωνική του ασφάλιση ή για το επίδομά του από το πανεπιστήμιο ή κάτι τέτοιο: οι γραφειοκράτες, όπως κι εγώ, πιστεύουν στα γενέθλια. Έτσι, αυτός μαζί με τον πατέρα μου καθίσανε κι επιλέξανε την ημέρα των γενεθλίων του. Τώρα, μα αυτό ήταν καταπληκτικό, να κάθεσαι και να αποφασίζεις πότε θα ήθελες να έχεις γεννηθεί! Διαλέξανε την παραμονή του Άι-Γιάννη, τη Νύχτα του Μεσοκαλόκαιρου. Και από τότε και στο εξής, τα γενέθλια του Χουάν γιορτάζονταν με γλυκά, κεράκια και όλα τα υπόλοιπα: μια γιορτή για τη μικρή μας φυλή, που γιορταζόταν λίγο μετά την ετήσια μετανάστευσή μας εξήντα μίλια πιο βόρεια, σημαδεύοντας ταυτόχρονα το θερινό ηλιοστάσιο και την τελετουργική επίσκεψη του Παπάγκο.

Ο Παπάγκο έμενε ένα μήνα ή και περισσότερο. Η επάνω μπροστά κρεβατοκάμαρα του παλιού σπιτιού στην Κοιλάδα ονομάζεται ακόμα «Δωμάτιο του Χουάν» από τους πρεσβύτερους της φυλής. Σ’ εκείνες τις επισκέψεις του, αυτός κι ο πατέρας μου δουλεύανε μαζί. Δεν έδινα σημασία. Το μόνο που θυμάμαι από τις επισκέψεις του Χουάν είναι το πώς τον χρησιμοποιούσα. Η χρησιμοποίηση των μεγάλων εκ μέρους των παιδιών είναι μια από τις πολλές εξαιρέσεις στον απόλυτο κανόνα μου ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να χρησιμοποιούν άλλους ανθρώπους. Οι πιο αδύναμοι άνθρωποι, φυσικά, μπορεί να χρησιμοποιούν τους ισχυρότερους, πρέπει μάλιστα να το κάνουν. Αλλά τα όρια της χρήσης τα θέτουν καλύτερα οι ισχυροί, όχι οι αδύναμοι. Ο Χουάν δεν ήταν πολύ καλός στο να θέτει όρια, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τα παιδιά. Μόνο που δεν μας άφηνε να τον σκοτώσουμε. Τον παίρναμε και τον κάναμε ταμπούρλο και, όπως θυμάμαι, επιμέναμε ότι είναι ταμπούρλο των Ινδιάνων των Πεδιάδων, επειδή ήταν πραγματικό ινδιάνικο ταμπούρλο, άσχετα με το ότι ήταν πραγματικός Ινδιάνος αλλά όχι των Πεδιάδων. Όπως και να ’χει ήταν εξαιρετικό ταμπούρλο και το χτυπάγαμε για χρόνια.

2019_01-Winter_LeGuin_06

Ξεσηκώναμε φράσεις όπως «Κοίτα! Ένας φουκαράς Ινδιάνος!» και, από τον τίτλο κάποιου άρθρου σε περιοδικό, «Ο Υπό Εξαφάνιση Ερυθρόδερμος». Με κείνο που ονομάζεται παιδική σκληρότητα, χρησιμοποιούσαμε τέτοιες φράσεις, τον φωνάζαμε Χουάν Κοίτα, ο Υπό Εξαφάνιση Παπάγκο. Γεια σου, Κοίτα! Δεν εξαφανίστηκες ακόμα! Νομίζω ότι κι αυτός το έβρισκε αστείο – νομίζω ότι αν δεν του φαινόταν αστείο, θα το καταλαβαίναμε και θα το βουλώναμε. Έτσι ελπίζω. Δεν ήμασταν σκληροί, είχαμε άγνοια και ήμασταν ανόητοι. Τα παιδιά έχουν άγνοια και είναι ανόητα. Μαθαίνουν όμως. Αν έχουν την ευκαιρία να μάθουν.

Στους λόφους υπήρχαν άφθονες τοξικές βελανιδιές και ήμασταν διαρκώς καλά πασαλειμμένοι με προστατευτική αλοιφή από καλαμίνη. Ο Χουάν καμάρωνε ότι τους Ινδιάνους δεν τους πειράζει ποτέ το δηλητήριο της τοξικής βελανιδιάς. Τα αδέρφια μου τον προκαλούσαν –Α, ώστε οι Ινδιάνοι ποτέ δεν δηλητηριάζονται από βελανιδιά; Ποτέ; Απόδειξέ το! Για δείξε μας!– Κι ο Χουάν κατέβαινε μια μέρα με σαράντα βαθμούς θερμοκρασία σε μια πυκνή συστάδα, τέσσερα μέτρα ψηλή, από τοξικές βελανιδιές και τις καθάριζε όλες με τη μασέτα. Έχουμε μια μικρή φωτογραφία: μια θάλασσα από τοξικές βελανιδιές, μέσα τους ένα μικρό, καραφλό, σκούρο κρανίο που μόλις φαίνεται να γυαλίζει απ’ τον ιδρώτα. Ξεθεωνόταν, όμως το δηλητήριο δεν τον πείραζε. Δεκαετίες αργότερα, όταν διάβασα στην αυτοβιογραφία της Σάρα Γουινεμούκα[6] πώς κόντεψε να πεθάνει όταν, παιδί, εκτέθηκε πρώτη φορά σε τοξικές βελανιδιές, διόρθωσα τον ισχυρισμό του Χουάν: μερικούς Ινδιάνους δεν τους πειράζουν ποτέ οι τοξικές βελανιδιές. Μπορεί αυτός να ήταν πολύ αποφασισμένος να μην τον πειράξουν.

Juan-Dolores-photo-from-Ishi-in-Two-Worlds

Ήταν, πιστεύω, ένας δυνατός, αποφασισμένος άνθρωπος: η διανοητική δουλειά που έκανε το αποδεικνύει κι αυτό κάνει την ατέλειωτη υπομονή που έδειχνε προς εμάς τα παιδιά ακόμα πιο όμορφη. Τούτη η ανάμνηση που θα σας πω δεν είναι δική μου αλλά προέρχεται από μια αφήγηση της μητέρας μου: η πρώτη καλοκαιρινή επίσκεψη του Χουάν, πολύ καιρό πριν αποχτήσει γενέθλια, ήταν το καλοκαίρι που μάθαινα να περπατάω, το 1931 υποθέτω. Το νήπιο που ήμουνα προχωρούσε τρεκλίζοντας προς τον Χουάν κι έλεγε «Άτα;». Κι ο Χουάν, ό,τι και να ’κανε, είτε έγραφε είτε διάβαζε, είτε μιλούσε είτε δούλευε, ζητούσε συγγνώμη και με συνόδευε με κάθε επισημότητα μέσα από την αυλή και, για τη διαδρομή ενός μεγάλου ταξιδιού, καμιά εκατοστή μέτρα, τον κρατούσα γερά από το δάχτυλο. Αυτό το μέλος μοιάζει να το θυμάμαι καλά, ίσως γι’ αυτό να φταίει η ζωντανή περιγραφή της μητέρας μου, πάντως ξέρω ποιο δάχτυλο ήταν, το πρώτο της αριστερής του παλάμης, ένα γερό, παχύ, σκούρο δάχτυλο που γέμιζε εντελώς και ζεστά τη μικρή μου χούφτα.

Στα χρόνια του 1940, όταν ζούσα στο Όκλαντ, ο Χουάν δέχτηκε επίθεση, τον λήστεψαν και τον χτύπησαν άσκημα. Όταν ήρθε επίσκεψη στο σπίτι μας στο Μπέρκλεϊ, αφού βγήκε από το νοσοκομείο, φοβόμουνα να κατέβω τις σκάλες. Μου είχαν πει ότι «του τσάκισαν το κεφάλι» και φανταζόμουνα διάφορα φριχτά. Πιέστηκα τελικά να κατέβω, και να τον χαιρετήσω, και να του ρίξω μια κλεφτή ματιά. Δεν ήταν φριχτός. Ήταν κουρασμένος, και γερασμένος, και θλιμμένος. Ένιωθα πολλή ντροπή και συστολή για να του δείξω τη στοργή μου. Δεν ήξερα ότι τον αγαπούσα. Τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε μεγάλη ασφάλεια, της φυλής ή της οικογένειας, δεν συνειδητοποιούν την αγάπη, όπως υποθέτω ότι τα ψάρια δεν συνειδητοποιούν το νερό. Έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει, η αγάπη σαν τον αέρα, η αγάπη σαν το ανθρώπινο στοιχείο. Αλλά βλέπω τον Χουάν τώρα, έναν ευγενικό, πνευματικό άνθρωπο, που ζούσε στην εξορία και στη φτώχια, και λόγω της μισαλλοδοξίας να έχει πέσει θύμα τραμπούκων – ο κόσμος ήταν γεμάτος από τέτοιους ανθρώπους στη δεκαετία του ’40. Είναι γεμάτος από τέτοιους ανθρώπους σήμερα. Ελπίζω να είχα την ετοιμότητα να του σφίξω το χέρι.

*  *  *

Την πρώτη φορά που ήρθε να μείνει μαζί μας στην Κοιλάδα ο Ρόμπερτ Σποτ, το βασικό του πρόβλημα πρέπει να ήταν το να βρει χρόνο για να φάει. Ό,τι θυμάμαι από τα έθιμα του τραπεζιού των Γιούροκ είναι ότι, αν κάποιος μιλήσει στο τραπέζι, όλοι αφήνουν κάτω το πιρούνι τους, το κουτάλι τους ή ό,τι άλλο, καταπίνουν και σταματούν να τρώνε μέχρι να τελειώσει η συζήτηση. Μόνο όταν τελειώσει η κουβέντα ξαναρχίζουν το φαγητό. Ένα τέτοιο έθιμο θα μπορούσε να εμφανιστεί σ’ έναν λαό πολύ των τύπων, που έχει στη διάθεσή του άφθονο φαγητό και άφθονο χρόνο για να το φάει. (Έχοντας αυτή την ιδέα στο μυαλό, σαν μυθιστοριογράφος, επινόησα κάποτε ένα λαό που ζούσε σ’ ένα πλανήτη των παγετώνων, όπου η τροφή, η ζέστη κι ο ελεύθερος χρόνος σπάνιζαν: γι’ αυτούς ήταν εξαιρετικά κακός τρόπος η οποιαδήποτε ομιλία στη διάρκεια του γεύματος. Πρώτα φάε, μίλα μετά – πρώτα το σπουδαιότερο. Είναι κάτι μάλλον υπερβολικά λογικό ώστε να είναι πραγματικό έθιμο.) Και μπορεί βέβαια να μην είχα καταλάβει καλά ή να μην θυμάμαι καλά, η ανάμνηση του αδερφού μου του Καρλ για τους σωστούς τρόπους των Γιούροκ στο τραπέζι είναι ότι έχοντας φάει μια μπουκιά, αφήνει κανείς το κουτάλι ή το χέρι του στο τραπέζι μέχρι που να τη μασήσει εντελώς – επίσης ότι όταν σταματήσει να τρώει ο οικοδεσπότης, σταματάει κι ο φιλοξενούμενος. Όπως και να ’χει, ήταν ο Ρόμπερτ κι εμείς τα τέσσερα παιδιά κι οι γονείς μου και η θεία Μπέτσι και διάφοροι άλλοι συγγενείς ή εθνολόγοι ή πρόσφυγες γύρω απ’ το τραπέζι του φαγητού, κι ήμασταν ένα πλήθος πολύ της κουβέντας, της συζήτησης και της επιχειρηματολογίας, με τα παιδιά να ενθαρρύνονται να πάρουν υπεύθυνα μέρος στη συζήτηση. Οπότε κάθε φορά που κάποιος έλεγε κάτι, δηλαδή συνέχεια, ο φουκαράς ο Ρόμπερτ άφηνε κάτω το πιρούνι του, κατάπινε και κοιτούσε με ευγενική και αταλάντευτη προσήλωση, ενώ εμείς χλαπακιάζαμε και φλυαρούσαμε. Και καθώς ο πατέρας μου έτρωγε πάντα με εξαιρετική ταχύτητα, ο Ρόμπερτ έπρεπε να σταματήσει το φαγητό πριν να βρει τον καιρό να φάει τίποτα. Πιστεύω ότι στο τέλος έμαθε να μιμείται τους άξεστους τρόπους μας.

6b3bf575042cc1e33d7c4ef379f5712e

Και άξεστη ένιωθα συχνά πλάι στον Ρόμπερτ Σποτ. Είχε τρομερή προσωπική αξιοπρέπεια και κύρος. Πίστευα για χρόνια ότι ήταν αυτό που ο γλωσσολόγος ανιψιός μου με πληροφόρησε ότι τώρα προφέρεται shawman, αλλά εγώ συνεχίζω να το προφέρω shayman, επειδή έτσι το ’λεγε ο πατέρας μου κι επειδή δεν ακούγεται τόσο Νιου Έιτζ. Η μνήμη του αδερφού μου του Τεντ, πιο φωτισμένη από τη δική μου κατά έξι χρόνια, λέει ότι σαμάνα ήταν η μητέρα του Ρόμπερτ, κι ότι αυτή και ίσως και κάποιες άλλες γυναίκες του λαού του τον εκπαίδευσαν, όχι επακριβώς σαν σαμάνο ή γιατρό αλλά στη γνώση των εθίμων της φυλής και της θρησκείας τους. Απαίτησαν να έχει αυτή την εκπαίδευση, μια βαριά και ισόβια δέσμευση, επειδή δεν υπήρχε άλλος κατάλληλος υποψήφιος και επειδή η γνώση αυτή θα πέθαινε μαζί τους αν εκείνος δεν την αποδεχόταν. Μου έχει μείνει η εντύπωση ότι ο Ρόμπερτ αποδέχτηκε αυτό το φορτίο μάλλον απρόθυμα. Ο Τεντ μου είπε πως ο Ρόμπερτ χρησίμευε σαν συνήγορος του λαού του στο Σακραμέντο, αναλαμβάνοντας τον τότε φαινομενικά απελπισμένο αγώνα να συντηρήσει την κουλτούρα και τις αξίες των Γιούροκ ενάντια στη λευκή περιφρόνηση και εκμετάλλευση – ένα καθήκον που θα μπορούσε να στοιχειώσει τον οποιονδήποτε. Την εποχή εκείνη, δεν καταλάβαινα τίποτα από αυτό το θλιβερό πολιτικό έργο και ίσως να το ωραιοποιούσα εξιδανικεύοντας τον Ρόμπερτ σαν απρόθυμο σαμάνο. Ένα κορίτσι πάντα έχει την τάση να πλέκει φανταστικές ιστορίες γύρω από έναν όμορφο, επιβλητικό, βλοσυρό, σκούρο άντρα που δεν λέει πολλά λόγια.

ft8g5008k8_00037

Ο Ρόμπερτ ήταν αυστηρός και σοβαρός, δεν είχαμε πολλά θάρρητα μαζί του. Έχει άραγε να κάνει με πολιτισμική διαφορά ή με διαφορά ιδιοσυγκρασίας, ή και με τα δύο, που ενώ ο Χουάν Ντολόρες υπόφερε πολλά από μας, τα κακομαθημένα παλιόπαιδα, ο Ρόμπερτ Σποτ ήταν απρόσιτος και επιτιμητικός; Μπορώ ακόμα και τώρα να κοκκινίσω όταν θυμάμαι τον εαυτό μου να παίρνει καμιά φορά το λόγο, να φλυαρεί παράτολμα, λέγοντας τα νέα της ημέρας, και να υποχρεώνεται να σωπάσει απότομα εξαιτίας του Ρόμπερτ. Είχα ξεπεράσει κατά πολύ το όριο των όσων θα μπορούσε να πει μια καλοαναθρεμμένη κόρη των Γιούροκ, που φαντάζομαι θα ήταν δυο-τρεις λέξεις. Ο Ρόμπερτ άφηνε κάτω το πιρούνι του και κατάπινε και, όταν εγώ σταματούσα για να πάρω ανάσα, μιλούσε στους μεγάλους για ένα θέμα που ενδιέφερε τους μεγάλους. Η κουλτούρα μου μού έλεγε ότι είναι απρέπεια να διακόπτεις τους άλλους και στενοχωριόμουνα, όμως το βούλωνα. Το παιδιά πρέπει να είναι ηλίθια, ή να έχουν αποβλακωθεί πολιτισμικά, για να μην αναγνωρίζουν την πραγματική αυθεντία. Η στενοχώρια μου ήταν μια προσπάθεια να δικιολογήσω την αμηχανία μου. Ο Ρόμπερτ με είχε διδάξει ένα πολύ γιούροκ ηθικό συναίσθημα, τη ντροπή. Όχι την ενοχή, δεν υπήρχε τίποτα για να νιώθω ένοχη, απλώς τη ντροπή. Κοκκινίζεις στενοχωρημένη, κρατάς τη γλώσσα σου και τα βγάζεις πέρα μ’ αυτό. Οφείλω να ευγνωμονώ εν μέρει τον Ρόμπερτ για τον βαθύ μου σεβασμό απέναντι στη ντροπή ως κοινωνικό εργαλείο. Η ενοχή πιστεύω ότι είναι αντιπαραγωγική, όμως η ντροπή μπορεί να είναι αφάνταστα ωφέλιμη: φανταστείτε για παράδειγμα κάποιο μέλος του Κογκρέσου που να μπορεί να νιώσει ντροπή οποιασδήποτε μορφής – καλά, ξεχάστε το.

Και ο Χουάν και ο Ρόμπερτ συνδέονται στο μυαλό μου με τη μετακίνηση μεγάλων βράχων. Μπλε ογκόλιθοι από σερπεντίνη, βγαλμένοι απ’ το κόκκινο χώμα πάνω απ’ το δρόμο. Οι άντρες και η θεία Μπέτσι φτιάχνανε μ’ αυτούς μια ξερολιθιά. Ο τελευταίος βράχος προς το σπίτι, ένα όμορφο πρασινογάλαζο τέρας, εξακολουθεί να ονομάζεται απ’ όλα τα μέλη της φυλής «ο Βράχος του Χουάν», έστω κι αν μερικοί δεν ξέρουν το γιατί. Τον διάλεξε, τον έσπρωξε και μόχθησε να τον ξεχώσει και να τον κυλήσει από πάνω απ’ το δρόμο μέχρι την τωρινή του θέση. Κανένας δεν σκοτώθηκε, ούτε καν σακατεύτηκε, παρότι οι γυναίκες ανησυχούσαν και μοιρολογούσαν στην κουζίνα κι εμένα μου είπανε χίλιες φορές να μη στέκω αποκάτω απ’ αυτό το βράχο.

201801_ukl

Τότε, ή πιο πριν –υπήρχε ασφαλώς κάποιος ανταγωνισμός ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο, κάτι σαν ο βράχος μου είναι μεγαλύτερος απ’ το βράχο σου– ο Ρόμπερτ μάς έφτιαξε μια υπέροχη υπαίθρια εστία. Είναι, και θεωρητικά και στην πράξη, ιερός τόπος. Είναι φτιαγμένη έτσι όπως φτιάχνεται ένα γιούροκ καταφύγιο διαλογισμού, και όμοια προσανατολισμένο – όμως εκεί που θα καθόταν ο διαλογιστής ανάβει η φωτιά, έτσι ο Ρόμπερτ συμπλήρωσε το ημικύκλιο του καταφύγιου με ένα ημικύκλιο από ισιασμένες πέτρες, για να καθόμαστε γύρω απ’ τη φωτιά. Και εκεί λοιπόν κάθισε ο λαός μου, για εβδομήντα χρόνια, να τρώει, να λέει ιστορίες και να κοιτάζει τα καλοκαιρινά αστέρια.

Έχω μια φωτογραφία του πατέρα μου και του Ρόμπερτ, ο ένας να μιλάει κι ο άλλος ν’ ακούει, με τα χέρια σηκωμένα και με βλέμμα απόμακρο. Κάθονται στις πέτρες αυτής της εστίας. Ο Ρόμπερτ κι ο Άλφρεντ κουβέντιαζαν άλλοτε στ’ αγγλικά κι άλλοτε στα γιούροκ. Ήταν μάλλον ασυνήθιστο η κόρη ενός γερμανού μετανάστη πρώτης γενιάς, από τη Νέα Υόρκη, να τον ακούει να μιλάει στα γιούροκ, αλλά τότε δεν το ήξερα. Δεν ήξερα τίποτα. Νόμιζα ότι όλος ο κόσμος μιλούσε γιούροκ. Αλλά ήξερα πού βρισκόταν το κέντρο του κόσμου.

Ursula K. Le Guin

(μετάφραση: Β.Α. & Ν.Κ.)

tetartoskosmos@gmail.com

σημειώσεις

[1] Για περισσότερη ακρίβεια, η ομιλία έγινε σε δύο περιστάσεις (με παραλλαγές) και δημοσιεύθηκε τελικά στον τόμο The wave in the mind (2004), συλλογή δοκιμίων η οποία πρόκειται να κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Στάσει εκπίπτοντες.

[2] Σύμφωνα με την καθιερωμένη προφορά αυτού του γαλλικού επωνύμου, το οποίο η Ούρσουλα Κρέμπερ χρωστάει στον γάλλο σύζυγό της, τον ιστορικό Charles Le Guin. Η ίδια, ωστόσο, δήλωσε κάποια στιγμή ότι προτιμάει τη βρετόνικη προφορά του, αφού πρόκειται ασφαλώς για βρετόνικης προέλευσης όνομα: επομένως «Λε Γκουίν», με το ου ημίφωνο και το γκουίν προφερμένο σε μονοσύλλαβο (πρβλ. ουαλλικό Gwyn), κάτι που μπορεί να προφερθεί (με κάποια προσπάθεια) από κάποιον ελληνόφωνο αλλά δυστυχώς δεν γίνεται να αποδοθεί στην ελληνική ορθογραφία.

[3] Για τον Ίσι (Ishi) βλ. Ο Ίσι και οι φίλοι του. Το αναφερόμενο βιβλίο είναι το: Theodora Kracaw Brown, Ishi in Two Worlds (1961).

[4] Robert Heizer: Σημαντική φυσιογνωμία στην ινδιάνικη αρχαιολογία, καθηγητής στο ίδιο πανεπιστήμιο με τον Κρέμπερ.

[5] Lowie Museum: Το ανθρωπολογικό μουσείο του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϊ (σήμερα Phoebe A. Hearst Museum of Anthropology), το οποίο διεύθυνε για πολλές δεκαετίες ο ίδιος ο Κρέμπερ.

[6] Sarah Winnemucca: Μέλος μιας ηγετικής οικογένειας των Βόρειων Παγιούτ και με «λευκή» εκπαίδευση, στάθηκε πρωτοπόρα στην υπεράσπιση των ινδιάνικων δικαιωμάτων το 19ο αιώνα (η αυτοβιογραφία της, Life Among the Paiutes: Their Wrongs and Claims, κυκλοφόρησε το 1883).