Τα κακά παιδιά, τα πρώην κακά παιδιά και η απείθαρχη θυγατέρα

καλιγκάρι 1

Τα παιδιά του Χάιντεγκερ, ποιον είχανε πατέρα; Με τίτλο την αρχή τούτης της φράσης, το βιβλίο του Ρίτσαρντ Γουόλιν κινδυνεύει ν’ αφήσει στον αναγνώστη του μια μετέωρη αίσθηση, ανάλογη με το παραπάνω ερώτημα. Τουλάχιστον αυτή ήταν η εντύπωσή μου μετά τη σύντομη παρουσίασή του από ένα φίλο, όμως ο άνθρωπος αποδείχτηκε πολύ ήπιος και διακριτικός. Από την άλλη, μια ματιά στα ονόματα των συντελεστών της ελληνικής έκδοσης υποσχόταν διεστραμμένες απολαύσεις. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν ήμουν επαρκώς προετοιμασμένος για να διαβάσω γαλήνια τούτο δω το απόσπασμα. Με τρομάζει, θέλω να πω, το ότι υποκειμενικές και τραβηγμένες ερμηνείες παρουσιάζονται σαν αποδειγμένες και κοινά αποδεχτές αλήθειες, με σαστίζει τόση εμπάθεια και τόση στρέβλωση των θέσεων του εχθρού (της Χάνα Άρεντ, εδώ) σε, ξερωγώ, ακαδημαϊκό περιβάλλον, τέλος εντυπωσιάζομαι όταν όλη αυτή η αφρισμένη έλλειψη νηφαλιότητας δηλώνει με σιγουριά νηφάλια. Έχω στο νου μου φράσεις όπως: «Είχε μελετήσει –και ερωτευθεί– τον Μάρτιν Χάιντεγκερ, έναν από τους κύριους εκπροσώπους του Geist. Ήταν μήπως εκείνοι οι δεσμοί της –ανοίκειοι και υπόγειοι– που με κάποιον τρόπο την οδήγησαν να διαδίδει τέτοιες συκοφαντίες για τους Εβραίους στο βιβλίο για τον Αιχμαν;». Θα κινδύνευε κανείς να πιστέψει ότι η Άρεντ, στο βιβλίο για τον Άιχμαν, πλέκει το εγκώμιο του γερμανικού πνεύματος, ότι περνούσε την ώρα της εξυβρίζοντας συκοφαντικά τους εβραίους (έτσι, με οριστικό άρθρο), ενώ στην ερωτική και κατασκοπευτική πινελιά και στην ερμηνευτική χρήση της θα επανέλθω.

Der Golem, wie er in die Welt kam

Άλλα παραδείγματα: Ο Γουόλιν δηλώνει ότι η συνεργασία με τους ναζί και η υπακοή στους ναζί ήταν καλύτερη μέθοδος επιβίωσης από την αντίσταση («Ισχυρίστηκε [η Άρεντ] ότι, αν οι Εβραίοι ηγέτες είχαν αρνηθεί να συνεργασθούν με τους ναζί, θα είχαν επιζήσει περισσότεροι Εβραίοι»).[1] Σα να λέμε, εκείνους στο γκέτο της Βαρσοβίας, ποιοι ανεύθυνοι τους υποκίνησαν να εξεγερθούν; Και προσθέτει αμέσως μετά: «γνωρίζουμε σήμερα ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χάρις στη συνεργασία κερδήθηκε πολύτιμος χρόνος». Θα μπορούσαμε όμως, νομίζω, να ισχυριστούμε ακριβώς το αντίθετο: Ίσως η συνεργασία με τους ναζί να ήταν μια εύλογη αντίδραση εκείνη τη στιγμή, για όσους προσπαθούσαν να διασωθεί ό,τι γινόταν να διασωθεί (ή έστω «πολύτιμος χρόνος»), αλλά εκ των υστέρων (με όσα «γνωρίζουμε σήμερα») αποδεικνύεται εντελώς λανθασμένη συμπεριφορά, ακριβώς επειδή οι ναζί είχαν «ξεκάθαρο στόχο την εξολόθρευση των Ευρωπαίων Εβραίων» και επειδή «για την κεντρική σημασία του αντισημιτισμού στην κοσμοθεωρία των ναζί δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία», όπως γράφει ο ίδιος ο Γουόλιν παρακάτω, επομένως δεν ήταν πολύ καλή ιδέα η προσπάθεια να εξαγοραστούν με χρήματα, αγαθά, προσφορά καταναγκαστικής εργασίας ή οτιδήποτε άλλο.

Ο Γουόλιν παραδέχεται ότι η Αρεντ «στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο ανυπέρβλητο έργο του Ράουλ Χίλμπεργκ Η εξόντωση τον Ευρωπαϊκού Εβραϊσμού», και πράγματι ο Χίλμπεργκ θεωρούνταν, εκείνη τη στιγμή και για μερικές δεκαετίες ακόμα, η αυθεντία, το βασικό βιβλίο αναφοράς για το θέμα αυτό. Ωστόσο, ο Γουόλιν προσθέτει: «Αν και το έργο του Χίλμπεργκ ήταν από πολλές απόψεις ρηξικέλευθο, δεν του έλειπαν τα σφάλματα· κάθε άλλο. Η πραγμάτευση του ρόλου των Εβραϊκών Συμβουλίων αποτελούσε μία από τις μείζονες αδυναμίες του. Ο Χίλμπεργκ στηρίχθηκε κυρίως σε μη εβραϊκές πηγές, που συχνά παρουσίαζαν τους Εβραίους σύμφωνα με τα χυδαιότερα αντισημιτικά στερεότυπα». Αυτό μου φαίνεται λιγάκι παραδοξολογία αλλά για χάρη της συζήτησης ας το δεχτούμε. Πρόσφατα όμως εκδόθηκε το επίσης μνημειώδες (ή και ανυπέρβλητο, αν μας αρέσουν τα ηχηρά ρητορικά σχήματα του Γουόλιν) βιβλίο του Σαούλ Φριντλέντερ,[2] το οποίο επικαιροποιεί ή και αντικαθιστά τον Χίλμπεργκ και το οποίο κανείς, απ’ όσο ξέρω, δεν έχει κατηγορήσει για ανάλογα σφάλματα. Εντούτοις, ο Φριντλέντερ αφιερώνει πολλές σελίδες, στο Πρώτο Μέρος του έργου του, για να δείξει τη στάση ενός σημαντικού μέρους της εβραϊκής ελίτ, που προσπάθησε να κολακέψει, να καθησυχάσει ή και να συνεργαστεί με τον Χίτλερ. Ε, λοιπόν, μπορούμε να δείξουμε κατανόηση (ή και συμπόνια αν θέλετε) γι’ αυτή τη συμπεριφορά, εξετάζοντάς την μέσα στις δεδομένες δραματικές συνθήκες, αλλά εκ των υστέρων και εκ των αποτελεσμάτων, με όσα «γνωρίζουμε σήμερα» (και τα γνώριζαν ήδη τη στιγμή της δίκης του Άιχμαν, ο Χίλμπεργκ, η Άρεντ και όλος ο κόσμος), η συμπεριφορά αυτή κρίνεται κοντόφθαλμη, παράλογη και αυτοκαταστροφική.

καλιγκάρι 2

Αλλά σε ό,τι αφορά την Άρεντ, και την άτεγκτη και μεροληπτική κριτική του Γουόλιν προς αυτήν, αρκεί νομίζω για να μας καλύψει ο επίλογος που πρόσθεσε στο έργο της η Άρεντ, στη δεύτερη έκδοση, απαντώντας στους επικριτές της.[3] Η Άρεντ, αν «ποτέ δεν κατάφερε να συνέλθει πλήρως από το σκάνδαλο που προκάλεσε κλπ», κυρίως δεν κατάφερε να χωνέψει «την απίστευτη πληθώρα ψεμάτων που χρησιμοποιήθηκαν στην “αντιδικία” – ψέματα για ό,τι είχα γράψει, από τη μία πλευρά, και για τα γεγονότα τα οποία είχα αναφέρει, από την άλλη»,[4] πληθώρα που τη βλέπουμε να αναβιώνει περιοδικά. Όμως η υπόθεση Άιχμαν και η εμπλοκή της Άρεντ, σε τελική ανάλυση, χρησιμοποιείται εργαλειακά για να προκύψει, για να ενισχυθεί το προαποφασισμένο πολιτικό συμπέρασμα (κι αν υπάρχει κάποια κολακεία προς μια ορισμένη ισραηλινή δεξιά, ας την προσμετρήσουμε απλώς στις παράπλευρες απώλειες): ότι οι κριτικοί της «νεωτερικής τεχνολογίας», της «νεωτερικής κοινωνίας», της «δυτικής νεωτερικότητας», του «αστικού πολιτισμού» ή τέλος πάντων της φιλελεύθερης δημοκρατίας όπως την εννοεί ο Γουόλιν, δεν μπορεί παρά να εμπνέονται από φασιστικά, ή πρωτοφασιστικά, ή κρυπτοφασιστικά στοιχεία, ακόμα κι αν (ή μάλλον κυρίως αν) επικαλούνται αριστερούς ή μαρξιστικούς προσανατολισμούς. Το πόρισμα, προφανές, είναι ότι αυτού του είδους οι κριτικές είναι πολύ επικίνδυνες και, αν δεν μπορούμε να τις αποφύγουμε εντελώς, καλό είναι να γίνονται με μύριες προφυλάξεις και επιφυλάξεις (και να συνοδεύονται, υποθέτω, με όρκους πίστης στη φιλελεύθερη δημοκρατία). Η τετράδα (Χάνα Άρεντ, Καρλ Λέβιτ, Χανς Γιόνας και Χέρμπερτ Μαρκούζε) χρησιμοποιείται παραδειγματικά, με την ποικιλία των μελών της να αποτελεί περαιτέρω επιχείρημα (για κανένα δεν μπορείς να είσαι σίγουρος…), και προγραμματικά ως προς το παραπάνω συμπέρασμα.

Με άλλα λόγια, ο οδοστρωτήρας ισοπεδώνει τους τέσσερις (πολύ διαφορετικούς σε τελική ανάλυση), την περίπλοκη πορεία που ακολούθησε ο καθένας τους και η μία (πέρασαν από διάφορες καμπές, εποχές κι αλλαγές στο κάτω-κάτω), τις πάρα πολλές επιρροές που είχαν δεχτεί στα νιάτα τους, στην τόσο πλούσια σε ερεθίσματα ατμόσφαιρα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (για να την περιορίσει στην ολέθρια επίδραση του πατέρα-Χάιντεγκερ), τέλος και την ίδια τη σκέψη του Χάιντεγκερ (για να απομείνει μόνο ο ναζί, ναζί από κούνια, ισόβιος και αμετανόητος), ε, και μετά από τόση δουλειά προκύπτει ένας ωραίος και ολόισιος ασφαλτοστρωμένος δρόμος, χωρίς λακούβες ή ανωμαλίες: τα ποικίλα και αντιφατικά συμπεράσματα αυτής της περίεργης Συμμορίας των Τεσσάρων συμπυκνώνονται στην κριτική προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία («βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις που αφορούν στη φύση του πολιτικά νεωτερικού –στη δημοκρατία, στον φιλελευθερισμό, στα ατομικά δικαιώματα κ.ο.κ–»).

καλιγκάρι 6

Όμως η Χάνα Άρεντ, για να επιστρέψω στο παραπάνω λινκαρισμένο απόσπασμα, αυτή η απείθαρχη θυγατέρα της Σιών[5] λοιπόν, θέτει στον Γουόλιν ένα επιπλέον πρόβλημα: αν είναι για κάτι γνωστή ακόμα και σ’ αυτούς που δεν την διάβασαν ποτέ, είναι ακριβώς σαν «κορυφαία ερμηνεύτρια του ολοκληρωτισμού».[6] Είναι επίσης γνωστό ότι δεν ανήκε διόλου στην αριστερά, τουλάχιστον όχι με την καθιερωμένη έννοια (την επικαλέστηκαν ίσως κάποια ρεύματα της ελευθεριακής αριστεράς, αλλά μάλλον όψιμα) κι επιπλέον δήλωνε ότι της έλειπε η μαρξιστική παιδεία, όπως κι αν την ορίσουμε. Έχει ενδιαφέρον το πώς αντιμετωπίζει ο Γουόλιν αυτό το εμπόδιο: «Στην απάντησή της στον Σόλεμ σχετικά με το βιβλίο της για τον Άιχμαν, [η Άρεντ] αρνήθηκε ότι καταγόταν από το milieu της γερμανικής Αριστεράς, όμως δεν ήταν απολύτως ειλικρινής. Ήταν σαφές ότι η επιρροή του Χάινριχ Μπλύχερ –πρώην κομμουνιστή, αυτοδίδακτου και όχι Εβραίου– στον τρόπο που η σκέψη της αντιμετώπιζε τον ολοκληρωτισμό και την πορεία της ευρωπαϊκής Ιστορίας ήταν τεράστια, και μάλιστα σε τέτοιον βαθμό που ίσως ούτε η ίδια η Άρεντ καλά καλά μπορούσε να αντιληφθεί».

tumblr_pplmgbzY3B1ueapts_540

Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει στο καταπληκτικό αυτό παράθεμα. Καταρχήν, μια νοοτροπία αντάξια της βασιλικής χωροφυλακής της δεκαετίας του ’50 («Πώς θες να σου δώσουμε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, μ’ αυτές τις παρέες που κάνεις;»). Δεύτερον, την επιλογή της λέξης «ειλικρινής» για κάτι που η ίδια η Άρεντ ίσως να μην «μπορούσε να αντιληφθεί»: ο Γουόλιν μοιάζει να αναρωτιέται αν πρέπει να της καταλογίσει πρόθεση εξαπάτησης και μοιάζει να την αθωώνει λόγω αμφιβολιών.[7] Τρίτον, ο Χάινριχ Μπλύχερ, πέρα από τα κουσούρια που του καταλογίζονται, ήταν όπως ξέρουμε ο δεύτερος σύζυγος της Άρεντ:[8] υπάρχει κάτι το βαθιά περιφρονητικό στην άποψη γι’ αυτή τη μυστήρια και «τεράστια» επίδραση που ασκούσε ο άντρας στη γυναίκα του, και μάλιστα οι μολυσμένες ιδέες του άντρα μπαίνουν μέσα της χωρίς η ίδια η Φράου Μπλύχερ να το συνειδητοποιεί. Αν σας φαίνεται ότι γίνομαι υπερβολικός, προσέξτε παρακαλώ ότι στο οπισθόφυλλο η Άρεντ αναφέρεται σαν «ερωμένη αλλά και φοιτήτρια του Χάιντεγκερ» (με αυτήν ακριβώς τη σειρά των λέξεων) και ότι όσοι έγραψαν για Τα παιδιά του Χάιντεγκερ θεώρησαν υποχρέωσή τους να τονίσουν αυτή την ερωτική ιστορία με το δάσκαλο, μπας και την ξεχάσουμε ή σάμπως αυτή να εξηγούσε κάτι στο επίπεδο των ιδεών, ενώ κι ο ίδιος ο Γουόλιν τη χρησιμοποιεί συχνά και καταχρηστικά, κινούμενος «μεταξύ βιογραφισμού και κουτσομπολιού».[9] Κοντολογίς, μπορεί η Άρεντ να ήταν, κατά δήλωση του Γουόλιν, «πιθανότατα η σπουδαιότερη από τους πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα», όμως, υποβάλλει τη σκέψη στον αναγνώστη, δεν έπαυε να είναι γυναίκα, και επομένως…[10]

Τελειώνοντας, και παραμένοντας πάντα στο ανωτέρω θαυμαστό παράθεμα, αξίζει κάποια σκέψη ο χαραχτηρισμός του «πρώην κομμουνιστή», για τον Μπλύχερ (ο οποίος είχε αποχωρήσει, νωρίς στο μεσοπόλεμο, από το γερμανικό ΚΚ για να προσχωρήσει στην αντισταλινική αντιπολίτευση). Όπως και να ’χει, με τον τίτλο που του αποδίδεται όπως και με τα συμφραζόμενα υπονοείται ότι δεν είχε απαλλαγεί εντελώς από το μίασμα. Κάτι τέτοιο κρίνεται δύσκολο. Μόνο στην Ελλάδα, φαίνεται, συναντιόνται μαζικά περιπτώσεις πλήρους απολύμανσης, τέτοιες όπου δεν χρειάζεται να χρησιμοποιούμε την υγιεινομική σήμανση «πρώην κομμουνιστής» ή που να αξίζει να τους βοηθάμε να ξεχάσουν. Κι ο ίδιος ο Γουόλιν δηλώνει πρώην, αν όχι πρώην κομμουνιστής τουλάχιστον πρώην μαρξιστής, στην περίπτωσή του όμως η ασθένεια ήταν μάλλον ελαφριάς μορφής, αν σκεφτούμε το ήπιο φάρμακο που, κατά δήλωσή του πάλι, χρησιμοποίησε για να θεραπευτεί ριζικά (τον Χάμπερμας). Όμως η Χάνα Άρεντ είχε εντοπίσει νωρίς αυτό το φαινόμενο των πρώην κακών παιδιών και είχε προτείνει ακριβέστερη ορολογία, ας έχει λοιπόν την τελευταία λέξη. Γράφοντας την εποχή του μακαρθισμού, έκανε τη διάκριση ανάμεσα στους «όχι πια κομμουνιστές» (former communists), εκείνους που είχαν εγκαταλείψει την κομματική τους στράτευση, και στους «πρώην κομμουνιστές» (ex-communists), οι οποίοι είχαν αλλάξει στρατόπεδο αλλά διατηρούσαν αντεστραμμένο το ίδιο σταυροφορικό πνεύμα, συνδυάζοντας τον ζήλο του προσήλυτου με τη μνησικακία του αποστάτη.[11]

tetartoskosmos@gmail.com

71NjtJannrL._SX355_

σημειώσεις

[1] Απ’ όσο θυμάμαι, η Άρεντ δίνει σαν παράδειγμα την Ολλανδία και λέει ότι, με βάση τους αριθμούς που είχε στη διάθεσή της, από τους εβραίους που πέρασαν στην παρανομία σώθηκε περίπου το 50%. Από όσους όμως άφησαν να οδηγηθούν στα στρατόπεδα, χάθηκε το 90%.

[2] Saul Friedländer, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. Ι. Τα χρόνια των διώξεων 1933-1939. ΙΙ. Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, μτφ. Ηλίας Ιατρού, Πόλις, 2013.

[3] Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, μτφ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, 2009, ενώ υπάρχει και παλιότερη έκδοση, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η κοινοτυπία του κακού, μτφ. Αγγελική Μέντζα, Θύρσος, 1995.

[4] Σημείωση της Άρεντ στο «Η κρίση της κουλτούρας», δοκίμιο που είχε σαν αφορμή, λέει, τη «λεγόμενη αντιδικία που ξέσπασε μετά τη δημοσίευση του βιβλίου μου Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ», βλ. Η κρίση της κουλτούρας και άλλα κείμενα, μτφ. Γ. Ν. Μερτίκας, Στάσει εκπίπτοντες, 2012.

[5] Η έκφραση εμπνευσμένη από το: Gabriel Piterberg, «Zion’s rebel daughter. Hannah Arendt on Palestine and politics», New Left Review, τχ. 48, 2007.

[6] Ας σημειώσουμε την πρόσφατη, πλήρη έκδοση του Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού, σε τρεις τόμους από τις εκδόσεις Νησίδες και σε μετάφραση Βασίλη Τομανά (2017). Τη μακάρια δεκαετία του ’90 κυκλοφορούσε μια πετσοκομμένη έκδοση του 1988 (μόνο το «πολιτικά χρήσιμο» τρίτο μέρος), απ’ όπου έλειπε, δηλαδή, το μέρος το αφιερωμένο στον ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία (ως βασική ρίζα του φασισμού/ολοκληρωτισμού).

[7] Ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος εντοπίζει κι άλλα σημεία «αστυνομικής αντίληψης», για να μην πούμε συνωμοσιολογικής, στον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο Γουόλιν την ιστορία των ιδεών, βλ.«Χάιντεγκερ αντί Καντ. Δηλαδή ναζισμός;».

[8] Ο πρώτος δεν ήταν πολύ καλύτερος, από τη σκοπιά της χωροφυλακής των ιδεών: ήταν ο Γκύντερ Άντερς.

[9] Όπως έγραψε πάλι ο Δημοσθένης Παπαδάτος, ό.π., που δίνει σαν παράδειγμα τα εξής αποσπάσματα του βιβλίου: «Η Άρεντ δεν είχε μόνον εβραϊκό πρόβλημα, είχε επίσης ένα “χαϊντεγκεριανό πρόβλημα”. Από πολλές απόψεις, τα δύο προβλήματα ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Η ερωτική σχέση μεταξύ Χάιντεγκερ και Άρεντ τη δεκαετία του 1920 είναι, εδώ και πολλά χρόνια παγκοίνως γνωστή. Το περίγραμμα της σχέσης τους, ωστόσο, παραμένει αντικείμενο εικασιών […] Ο Χάιντεγκερ είχε ήδη αποκτήσει αξιόλογη φήμη, σύμφωνα με τη σωκρατική παράδοση, ότι ξελόγιαζε τους νέους. Η σύζυγός του, Ελφρίντε, ήταν διαβόητη για τη ζηλοτυπία της, ιδιαίτερα σε σχέση με την κουστωδία των υπνωτισμένων από τα μάγια του Χάιντεγκερ φοιτητών […] Μέχρι τέλους πάντως, η Άρεντ παρέμεινε υποδουλωμένη στον Χάιντεγκερ» (σ. 47, 49, 53).

[10] Για μια πιο ισορροπημένη, κατά τη γνώμη μου, γενική αποτίμηση της Άρεντ (η οποία ασφαλώς αξίζει μια σοβαρή κριτική), βλ. Enzo Traverso, «Μεταξύ δύο εποχών: εβραϊκότητα και πολιτική στη Χάνα Άρεντ», κεφάλαιο του βιβλίου Το τέλος της εβραϊκής νεοτερικότητας. Ιστορία μιας συντηρητικής στροφής (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου), που πρόκειται να κυκλοφορήσει μέσα στις προσεχείς βδομάδες.

[11] «The Ex-Communists» (1953), υπάρχει στο Essays in Understanding, 1930-1954 (Schocken Books, 1994).