Ο Ίσι και οι φίλοι του

Μια εισαγωγή

Ishi-photographed-by-Joseph-Dixon-1913

Ο Ίσι, που δεν τον λέγανε ακόμα Ίσι, ήταν ακριβώς ένας άνθρωπος που είχε απομείνει χωρίς καθόλου φίλους – στον πιο απόλυτο βαθμό: χωρίς καθόλου ανθρώπους. Κάποια ωραία ημέρα του 1911, σε κάποια κωμόπολη της Καλιφόρνιας εμφανίστηκε ξαφνικά ένας «άγριος Ινδιάνος». Έτσι έγραψαν μετά οι εφημερίδες. Για την ακρίβεια, δεν εμφανίστηκε έτσι, αυθόρμητα κι από μόνος του, να πει: «Γεια σας», ή έστω «Ουγκ! Εγώ άγκριο Ιντιάνο» (στην απίστευτη γλώσσα των κόμιξ που διαβάζαμε μικροί)… Αυτό που συνέβη ήταν ότι σε κάποιο ξεμοναχιασμένο σφαγείο, τα σκυλιά άρχισαν ξαφνικά να γρυλλίζουν. Οι χασάπηδες βγήκαν να δουν τι συμβαίνει (αγρίμι; κλέφτης;) και στη ρίζα της μάντρας βρήκαν, ζαρωμένο και αποκαμωμένο, ένα ανθρώπινο πλάσμα. Όμως καθόλου δεν πήγε το μυαλό τους σε άγριο Ινδιάνο, πόσο μάλλον στον «τελευταίο άγριο Ινδιάνο», όπως γράφτηκε αργότερα. Βλέποντας αυτό τον άνθρωπο, μισόγυμνο, μ’ ένα μόνο κουρέλι περασμένο στους ώμους, υποσιτισμένο, με απλανές βλέμμα και καψαλισμένα μαλλιά, ακίνδυνο και διόλου επιθετικό αλλά κι εντελώς ανίκανο για επικοινωνία, σκέφτηκαν ότι είχαν μπροστά τους ένα δραπέτη από άσυλο, κάποιον που το είχε σκάσει από το τρελάδικο.

Ishi-at-the-Oroville-jail
Η πρώτη φωτογραφία: σκεπασμένος με μια ποδιά του χασάπικου

Φώναξαν το σερίφη, όπως ήταν η συνήθεια, κι αυτός έφτασε όπως έπρεπε, με τα πιστόλια του και τους βοηθούς του, και πέρασε σ’ αυτό το ανθρώπινο κουρέλι χειροπέδες – έμελλε όμως να του τις βγάλει γρήγορα, γιατί ακόμα κι ένας σερίφης μπορούσε να καταλάβει ότι τούτος ο άνθρωπος ήταν ακίνδυνος. Τον κουβάλησε στα γραφεία του και τον έκλεισε στο κρατητήριο, πιο πολύ για την προστασία του παρά για να τον κρατήσει φυλακισμένο (ή τουλάχιστον έτσι δήλωσε μετά). Κι ενώ έστελνε τηλεγραφήματα για να ρωτήσει αν υπάρχει δραπέτης, φυγάς, αγνοούμενος, οτιδήποτε, στη γύρω περιοχή, προσπάθησε να βγάλει κάποια άκρη. Ο άνθρωπος ήταν σκουρόχρωμος, αν και όχι τόσο σκουρόχρωμος όσο θα έπρεπε να ήταν, κατά τη γνώμη του σερίφη, ένας Ινδιάνος – επειδή όμως ήταν προφανές ότι δεν καταλάβαινε γρυ ούτε από εγγλέζικα ούτε από σπανιόλικα, αποφασίστηκε ότι είναι όντως Ινδιάνος. Έστειλε λοιπόν ο σερίφης και φώναξε Ινδιάνους, «καθαρόαιμους και μιγάδες», τους λιγοστούς που είχαν απομείνει στην κωμόπολη και τα περίχωρα. Ούτε αυτοί κατόρθωσαν να συνεννοηθούν μαζί του – οι γλώσσες τους του ήταν εξίσου ακατανόητες με την αγγλική και την ισπανική, ενώ κι αυτοί δεν καταλάβαιναν τίποτα απ’ τη δική του λαλιά. Επιπλέον, δημιουργούσε την ανησυχητική εντύπωση ότι δεν αναγνώριζε το παραμικρό αντικείμενο γύρω του: όλα έμοιαζαν πρωτόφαντα για κείνον.

Εκεί που ο σερίφης έξυνε το κεφάλι του για να βρει τι θα κάνει, έλαβε τηλεγράφημα από το γειτονικό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Πολύ σύντομα, ταξίδευε με το τρένο ο επιστήμονας που θα αναλάβαινε να ασχοληθεί με τούτο το εύρημα, ένας εθνολόγος με ταλέντο στις γλώσσες. Ο Τόμας Τάλμποτ Γουότερμαν, γιος ιερέα, θέλοντας αρχικά να ακολουθήσει το πατρικό επάγγελμα με περισσότερα εφόδια είχε ξεκινήσει να σπουδάζει εβραϊκή φιλολογία: έτσι ανακάλυψε το πάθος του για τις γλώσσες, με αποτέλεσμα ν’ αλλάξει προσανατολισμό και να σπουδάσει ανθρωπολογία κοντά στον Φραντς Μπόας. Είχε μελετήσει επισταμένα τις ινδιάνικες γλωσσικές οικογένειες της περιοχής και τώρα δούλευε πλάι σ’ έναν άλλον, διασημότερο, μαθητή του Μπόας, τον Κρέμπερ – και σαν απεσταλμένος του έφτανε τώρα στην Οροβίλ, γιατί αυτό ήταν το σημαδιακό όνομα της μικρής καλιφορνέζικης κωμόπολης. Όσο για τον ίδιο τον Άλφρεντ Λούις Κρέμπερ, γιο γερμανού μετανάστη όπως ο δάσκαλός του, έμελλε να συνδέσει όλη του τη ζωή με την Καλιφόρνια: ιδρυτής του τοπικού Τμήματος Ανθρωπολογίας και για δεκαετίες διευθυντής του αντίστοιχου Μουσείου, στάθηκε ο κυριότερος μελετητής της ιστορίας και της αρχαιολογίας των Ινδιάνων της Καλιφόρνιας.[1] Από τους σημαντικότερους αμερικανούς ανθρωπολόγους της εποχής, ωστόσο το όνομά του επισκιάστηκε στη συνέχεια από τα κατορθώματα της επόμενης γενιάς[2] – εκτός του πανεπιστημιακού κόσμου, οι περισσότεροι σήμερα τον θυμούνται κυρίως σαν τον (μελλοντικό) πατέρα της Ούρσουλας Λεγκέν.

waterman_thomas
Ο Τόμας Τάλμποτ Γουότερμαν και τα μαγικά του μηχανήματα

Οι Κρέμπερ και Γουότερμαν δεν βάδιζαν λοιπόν στα τυφλά: είχαν μια συγκεκριμένη υποψία, με βάση το σημείο της εμφάνισής του και τα διαθέσιμα στοιχεία, ότι τούτος ο άνθρωπος ήταν ίσως μέλος μιας «χαμένης φυλής», των Γιάχι. Και όπως αποδείχτηκε, ο άνθρωπος που έμελλε να ονομαστεί Ίσι (ας τον λέμε έτσι λοιπόν στο εξής) ήταν πράγματι Γιάχι, και μάλιστα ο τελευταίος των Γιάχι – μια χούφτα άνθρωποι που ζούσαν κρυμμένοι σε απόμερες περιοχές μετά από αυτό που ονομάστηκε αναδρομικά «Καλιφορνέζικη Γενοκτονία», δηλ. τη μαζική εξόντωση των Ινδιάνων της Καλιφόρνιας σαν παράπλευρη απώλεια του αμερικάνικου αποικισμού, με κορυφαία στιγμή τον «Πυρετό του Χρυσού» (ξεκινώντας από το 1848). Για να μείνουμε στο θέμα μας, οι Γιάχι ποτέ δεν ήταν πολλοί, ίσως 400 άνθρωποι γύρω στο 1850. Αποτελούσαν το νοτιότερο κομμάτι μιας κάπως ευρύτερης φυλετικής ομάδας, των Γιάνα, οι οποίοι, ανάλογα με τις εκτιμήσεις, αριθμούσαν 2.000 με 3.000 ανθρώπους στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Παρενθετικά, στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι οι Ινδιάνοι της Καλιφόρνιας γενικώς είχαν τούτο το γνώρισμα, να είναι κατακερματισμένοι σε πολλές και ολιγάριθμες ομάδες, με ασαφείς καταγωγικές σχέσεις μεταξύ τους (μάλιστα ο Κρέμπερ επινόησε τον όρο «tribelet», υποκοριστικό της «φυλής»/tribe, για να δηλώσει αυτόν τον τύπο κοινωνικής οργάνωσης),[3] αλλά ακόμα και σ’ αυτό το περιβάλλον οι Γιάνα αποτελούσαν ιδιαίτερη περίπτωση καθώς τα «tribelets» τους ήταν ιδιαίτερα μικρά ενώ ταυτόχρονα η γλώσσα τους ήταν απομονωμένη, χωρίς σχέση με τις πολλές γειτονικές γλωσσικές οικογένειες και με αβέβαιη προέλευση. Λιγοστοί Γιάνα επιβίωσαν και οι απόγονοί τους ζουν μέχρι σήμερα, μαζί με τα υπολείμματα άλλων φυλών, στη ρεζέρβα Ρέντινγκ Ραντσερία. Οι Γιάχι (που ήταν, επαναλαμβάνω, μια υποδιαίρεση των Γιάνα) στάθηκαν λιγότερο τυχεροί. Μετά από μερικές στοχευμένες σφαγές, μεταξύ 1865 και 1871, είχαν απομείνει μόνο λίγες δεκάδες που αποσύρθηκαν σε απόμακρες και αφιλόξενες περιοχές και αποφεύγανε, με το δίκιο τους, κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Για αρκετές δεκαετίες, κυκλοφορούσαν γι’ αυτούς μόνο αβέβαιες και σποραδικές πληροφορίες ή φήμες (κάποιος απομονωμένος κυνηγός νόμισε ότι είχε δει κλπ). Όμως λίγα χρόνια πριν την αρχή της ιστορίας μας, το 1908, υπήρξε μια συγκεκριμένη και διαπιστωμένη μαρτυρία κι ο Γουότερμαν ο ίδιος είχε προσπαθήσει, μάταια, να βρει τα ίχνη τους. Εκ των υστέρων, ξέρουμε ότι η ομάδα είχε τελικά περιοριστεί σε τέσσερα μόνο άτομα και, αφού ο Ίσι έθαψε τη μητέρα του, απόμεινε ολομόναχος για τα τρία περίπου τελευταία χρόνια της παράνομης, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ζωής του.

Ο Γουότερμαν έφτασε λοιπόν στην Οροβίλ εφοδιασμένος μ’ ένα γλωσσάρι της γλώσσας των Γιάνα, που το είχε φτιάξει ο ίδιος βασισμένος σε δυο ηλικιωμένους πληροφορητές (δεν υπήρχαν στοιχεία για τη γλώσσα των Γιάχι) και, μετά τα προκαταρκτικά, κάθισε δίπλα στον Ινδιάνο και άρχισε να του διαβάζει, αργά και με όσο καλύτερη προφορά μπορούσε, το κατεβατό των λέξεων. Στην αρχή δεν υπήρξε κανένα σημείο κατανόησης, ώσπου έφτασε στη λέξη siwini, ένα είδος πεύκου, χτυπώντας ταυτόχρονα το χέρι του στο πλαίσιο, από ξύλο πεύκου, του καθίσματός του. Ο Ινδιάνος την επανέλαβε αμέσως, διορθώνοντας κάπως την προφορά, και το πρόσωπό του φωτίστηκε. Για μερικά λεπτά, μέσα σε τρομερή έξαψη, και οι δύο δεν σταμάτησαν να επαναλαμβάνουν ο ένας στον άλλο τη λέξη siwini, χτυπώντας ταυτόχρονα κι οι δυο με το χέρι το ξύλο. Μετά από αυτή την αρχή της επικοινωνίας, που επιστέφθηκε από την ερώτηση του Ινδιάνου «Ι-νε-μα-Γιάχι;» (Είσαι Γιάχι;), με τον Γουότερμαν να απαντάει θετικά (άχα, ή κάπως έτσι), θέλοντας να δηλώσει ότι είναι φίλος, μετά λοιπόν, με την ανάλογη καλή θέληση, η συνεννόηση προχώρησε, αν και διόλου γρήγορα. Αποδείχτηκε ότι η γλώσσα, ή η διάλεκτος, των Γιάχι είχε σημαντικές διαφορές από τη γλώσσα, ή τις διαλέκτους, των υπόλοιπων Γιάνα – αλλά ο Ίσι αποδείχτηκε αρκετά εύστροφος στο να αναγνωρίζει τις κοινές ρίζες και να διορθώνει τον εθνολόγο. Μπόρεσε επίσης να πει, κοπιαστικά και σε αδρές γραμμές, την ιστορία του – με πολλά κενά και με παρανοήσεις από τη μεριά του ακροατή. Στον Γουότερμαν, μεγαλύτερη εντύπωση έκανε το ότι ο Ίσι γελούσε διαρκώς όταν μιλούσε μαζί του, ακόμα και για τα πιο θλιβερά ή μακάβρια θέματα: κι ήταν μάλλον η απέραντη χαρά από την ανακάλυψη μιας ξεχασμένης δυνατότητας για επαφή. Καλύτερη συνεννόηση, αλλά πάλι με δυσκολίες, είχαμε μερικές μέρες αργότερα, όταν ο Κρέμπερ φρόντισε να έρθει από το Ρέντινγκ ο Σαμ Μπάτουι, ένας από τους ηλικιωμένους Γιάνα που είχαν ήδη δώσει γλωσσικές πληροφορίες.

ishi-3-300
Ο Ίσι πλάι στον Κρέμπερ και τον Σαμ Μπάτουι

«Ίσι», όπως δηλώθηκε ήδη, δεν είναι το πραγματικό όνομα αυτού του ανθρώπου. Τα έθιμα των Γιάχι απαγόρευαν στον καθένα να δηλώσει το όνομά του σε ξένους: χρειαζόταν, απεναντίας, να τον συστήσει κάποιος άλλος Γιάχι. Έτσι, το όνομα τούτου του «τελευταίου των Μοϊκανών» έμεινε για πάντα άγνωστο. Στις αφηγήσεις του προς τους ανθρωπολόγους, όταν έγινε δυνατή η συζήτηση στη γλώσσα του, αποκαλούσε τον εαυτό του ishi, που σημαίνει «ενήλικος άντρας»: εκείνοι, ελλείψει καλύτερου, άρχισαν να τον αποκαλούν έτσι και ο ίδιος αποδέχτηκε, ή συνήθισε με τον καιρό, αυτή την ονομασία.

Για άνθρωπος που είχε βιώσει μια τόσο τραγική ιστορία και που είχε περάσει όλη του τη ζωή κρυμμένος, με απομόνωση και φόβο για τους άλλους, ο Ίσι αποδείχτηκε εντούτοις αρκετά «επικοινωνιακός» – κάτι μάλλον ασυνήθιστο σε περιπτώσεις μόγληδων. Πρέπει να είχε ξεχωριστά χαρίσματα ενώ βοήθησε και το ευνοϊκό περιβάλλον – γιατί γρήγορα αποσπάστηκε από τα χέρια των σερίφηδων και από την (όχι ιδιαίτερα φιλική) περιέργεια του πλήθους για να ζήσει την υπόλοιπη, σύντομη ζωή του στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας. Είχε γύρω του ανθρώπους σχετικά ευαίσθητους και, μολονότι πρέπει να είχε πατήσει τα πενήντα, μπόρεσε να μάθει αρκετά αγγλικά ώστε να συνεννοείται και έδειξε μεγάλη περιέργεια για τον άγνωστό του, μοντέρνο κόσμο. Από την άλλη, δίδαξε τη γλώσσα του, καθώς και την κουλτούρα και την ιστορία του λαού του (όσα και όπως τα ήξερε, τέλος πάντων) στους οικοδεσπότες του.

Do4Z7AC
Ένας άγριος στον πολιτισμό;

Ο κόσμος (ξεκινώντας από τις εφημερίδες) αντιμετώπισε τον Ίσι μέσα από το πρίσμα του πριμιτιβισμού («ο τελευταίος Άγριος Ινδιάνος των Ηνωμένων Πολιτειών», «ο τελευταίος άνθρωπος της Λίθινης Εποχής» και πάει λέγοντας): πέρα από τη δίψα για το αξιοπερίεργο, το κοινό είδε στην τραγωδία του το αποτέλεσμα μιας φυσιολογικής εξέλιξης, μια λυπηρή μα αναπόφευκτη συνέπεια της Προόδου, η οποία στην ακάθεκτη προέλασή της περικύκλωσε και σύνθλιψε το φυσικό περιβάλλον του Αγρίου. Όμως η ιστορία του, αν το καλοσκεφτούμε, είναι εξαιρετικά μοντέρνα, μια ιστορία λεηλασίας, σφετερισμού και αποστέρησης. Ακόμα και οι «πρωτόγονες» τεχνικές που χρησιμοποιούσε ο Ίσι για να επιβιώσει δεν είναι σίγουρο ότι ήταν τυπικές της προγονικής του κουλτούρας: αντλούσαν ασφαλώς από αυτήν αλλά ήταν περισσότερο φτωχά τεχνάσματα, προσαρμοσμένα στην αντιμετώπιση μιας εξαιρετικής και ασυνήθιστης κατάστασης.

ishi-2-at-UC-Museum-of-Anthropology-350

Ο Γουότερμαν και ο Κρέμπερ, δυο επιστήμονες λοιπόν, ήταν αυτοί που έγιναν οι στενότεροι φίλοι του Ίσι. Εκ των πραγμάτων, αποτελούσε γι’ αυτούς όχημα για να πραγματοποιηθεί μια επιχείρηση «σωστικής εθνογραφίας» (η αγωνία να διασωθούν κάποια γλωσσικά, πολιτισμικά κλπ στοιχεία που αλλιώς θα χάνονταν για πάντα) και ηχογράφησαν με τις ώρες και με τα άβολα μέσα της εποχής τις αφηγήσεις του. Φρόντισαν να εγκατασταθεί σε κτίρια του Πανεπιστημίου και ρύθμισαν διάφορες ενοχλητικές λεπτομέρειες (για να καμφθούν οι αντιρρήσεις κάποιου σφιχτοχέρη ταμία, φαίνεται ότι χρειάστηκε να δηλωθεί πως ο Ίσι θα πρόσφερε εργασία, σαν βοηθός επιστάτη ή κάτι τέτοιο, για να ξεπληρώσει το, πενιχρό οπωσδήποτε, κόστος αυτής της διαμονής). Επιπλέον, τον φιλοξένησαν κατά καιρούς στα σπίτια τους. Είναι αλήθεια ότι, στο πνεύμα της εποχής, τον χρησιμοποίησαν σαν ζωντανό έκθεμα σε εθνολογικές επιδείξεις του Μουσείου της Ανθρωπολογίας (στο Σαν Φρανσίσκο) – αλλά μήπως κι ο μεγάλος Μπόας δεν είχε γυμνωθεί ο ίδιος σε μια ανάλογη περίσταση, για να παραστήσει το κοράκι ή κάποιο άλλο πετούμενο, επιτελώντας μπροστά σε θεατές έναν ινδιάνικο χορό…

ish_bow_400_2
Ο άγριος σαν περφόρμανς

Μια άλλη σχέση δείχνει ωστόσο καλύτερα τα όρια της ασύμμετρης φιλίας αυτού του είδους. Καθώς ο Ίσι δεν είχε ανοσία στις «απλές», συνηθισμένες και μεταδοτικές ασθένειες των Αμερικάνων, αρρώσταινε συχνά και βαριά και συχνά μεταφερόταν στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο. Εκεί, τον κούραρε ένας εκκεντρικός γιατρός, ο Σάξτον Πόουπ, που έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για την περίπτωσή του. Ο Πόουπ έφτασε στο σημείο να μάθει κάπως τη γλώσσα του ασθενή του για να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες για τα έθιμα του λαού του, δείχνοντας ιδιαίτερη περιέργεια για τα τόξα και τα βέλη, τη μέθοδο της κατασκευής τους, τη χρήση τους στο κυνήγι ζώων κλπ. Το αποτέλεσμα ήταν, κάποιες φορές, γιατρός και ασθενής να πηγαίνουν μαζί για κυνήγι στο δάσος (ο Πόουπ έμελλε να θεωρηθεί, αργότερα, πατέρας της σύγχρονης «κυνηγετικής τοξοβολίας»). Όταν όμως ο Ίσι έπεσε θύμα της φυματίωσης (αρρώστιας που θέριζε, έτσι κι αλλιώς, εκείνη την εποχή) κι έχασε τη ζωή του πριν συμπληρωθούν πέντε χρόνια από την ανάδυσή του στο μοντέρνο κόσμο, το 1916, ο Πόουπ θεώρησε καλό να προχωρήσει αμέσως σε μια «επιστημονική νεκροψία» πάνω στο σώμα του νεκρού φίλου του. Ο Ίσι είχε ενημερωθεί γι’ αυτά τα αλλόκοτα έθιμα των λευκών κι είχε δηλώσει ρητά ότι δεν επιθυμούσε να έχει τέτοια μεταχείριση,[4] κάποιοι από τους φίλους του προσπάθησαν να εμποδίσουν αυτό που τους φαινόταν ασέβεια, όμως ο Κρέμπερ (εκείνος που είχε το μεγαλύτερο κύρος και θα μπορούσε ίσως να την αποτρέψει) έτυχε να λείπει με εκπαιδευτική άδεια στην Ανατολική Ακτή. Ο Πόουπ, από τη μεριά του, θεωρούσε επιστημονικό του χρέος, ή έστω μεγάλη ευκαιρία για την επιστήμη, τον κατατεμαχισμό του σώματος ενός «γνήσιου Ινδιάνου». Η ιδεολογία μιας ρατσικής «φυσικής ανθρωπολογίας», που βιαζόταν να μετρήσει, να ζυγίσει και να κατατάξει τις «ανθρώπινες φυλές», κυριαρχούσε σχεδόν απόλυτα στον κόσμο των σοφών εκείνες τις μέρες – όμως ο Κρέμπερ τηλεγράφησε στον Πόουπ από τη Νέα Υόρκη: «Ας πάει στο διάβολο η επιστήμη. Πρέπει να υποστηρίζουμε τους φίλους μας».

Saxton_Pope_and_grizzly
Ο Νεμρώδ γιατρός μ’ ένα θύμα του

Η υπόθεση, σύμφωνα με διάφορες πηγές, προκάλεσε στον Κρέμπερ βαθιά μελαγχολία αλλά και μια κρίση στη σχέση του με την ανθρωπολογία, από την οποία αποστασιοποιήθηκε για κάποιο διάστημα.[5] Αλλά και αργότερα, αρνιόταν πεισματικά να γράψει το βιβλίο που ζητούσε επίμονα ο ανθρωπολογικός κόσμος από αυτόν, δηλ. μια μονογραφία για τον Ίσι.[6] Πολύ καιρό αργότερα, τη δεκαετία του 1950 κι ενώ είχε περάσει τα 75, ο Κρέμπερ δέχτηκε να καταθέσει υπέρ των Ινδιάνων της Καλιφόρνιας, που ζητούσαν αναγνώριση και επανορθώσεις, μπροστά στην αρμόδια επιτροπή (Indian Claims Commission), κι αυτό σε μια εποχή που οι ανθρωπολόγοι αποφεύγανε να μπλέξουνε με ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί πολιτική στράτευση – καθώς προσπαθούσαν ακόμα να κατοχυρώσουν για τον εαυτό τους το κύρος του αντικειμενικού επιστήμονα. Σε μια περίσταση, ο γέρο-Άλφρεντ έδινε τρίωρες καταθέσεις για δέκα μέρες στη σειρά και, απ’ ό,τι φαίνεται, διεκπεραίωσε με επιτυχία το έργο του, δημιουργώντας μια «παράδοση».[7]

Ο εγκέφαλος του Ίσι, μέσα σ’ ένα ινδιάνικο πήλινο αγγείο, είχε καταλήξει στο Σμιθσόνειο Ινστιτούτο, που φιλοξενούσε για καιρό άφθονα τέτοια μακάβρια δείγματα. Τον είχε στείλει εκεί ο ίδιος ο Κρέμπερ, μετά από κάποιους μήνες αμηχανίας. Το 2000, σύμφωνα με την πρόσφατη τότε νομοθεσία και μετά τις δέουσες δικαστικές διαδικασίες, παραδόθηκε στους εκπρόσωπους της ρεζέρβας του Ρέντινγκ Ραντσερία, που θεωρήθηκαν οι πλησιέστεροι εν ζωή συγγενείς, κι αυτοί τον έσμιξαν με τις στάχτες του υπόλοιπου σώματος για να τα θάψουν μαζί σε μυστικό τόπο.

PSM_V86_D243_Ishi_at_the_present_time_1915-1

tetartoskosmos@gmail.com

σημειώσεις

[1] Το κυριότερο σχετικό έργο του, Handbook of the Indians of California (1925), εξακολουθεί να είναι βασικό βιβλίο αναφοράς για το θέμα του.

[2] Προς την οποία, πάντως, άφησε σαν παρακαταθήκη, γραμμένη μαζί με τον Κλάιντ Κλάκχοουν, το Culture. A Critical Review of Concepts and Definitions (1952), όπου, σε μια κριτική και πανοραμική επισκόπηση, επιχειρούσαν να συνοψίσουν «το σύνολο των πιθανών ορισμών του πολιτισμού σε τρεις γλώσσες» (βλ. Δ. Γκέφου-Μαδιανού, Πολιτισμός και εθνογραφία, 1999, σελ. 53 κ.ε.).

[3] Ο Κρέμπερ υπολόγιζε ότι υπήρχαν περισσότερες από 500 τέτοιες ομάδες στην Καλιφόρνια τη στιγμή της προσάρτησής της (1848) και ότι ο συνολικός πληθυσμός τους ήταν πάνω από 130.000. Άλλες εκτιμήσεις μιλούσαν για ακόμα μεγαλύτερο συνολικό πληθυσμό.

[4] Η ανάλογη επιθυμία της Τρουγκανίνι έγινε ακόμα λιγότερο σεβαστή: βλ. τις μεταθανάτιες περιπέτειες των «τελευταίων Τασμανών», στο Οι δαίμονες της Τασμανίας.

[5] Πέρα από την ενδοοικογενειακή μαρτυρία της Ούρσουλας Λεγκέν, το γεγονός αναφέρεται επίσης από την ανθρωπολόγο Νάνσι Σέπερ-Χιουζ. Επιπλέον, πρέπει να σημειώσουμε ότι, τρία χρόνια νωρίτερα, ο Κρέμπερ είχε χάσει την πρώτη του γυναίκα, την Ενριέτα Ρότσιλντ, επίσης από φυματίωση.

[6] Το καθήκον αυτό έπεσε στη δεύτερη σύζυγό του, την Τέοντορα Κρακάου Μπράουν, που έγραψε πράγματι το Ishi in Two Worlds (1961). Από την άλλη, η Ούρσουλα Λεγκέν, κόρη της, παρατήρησε: «Θαυμάζω το βιβλίο της το ίδιο βαθιά όσο θαυμάζω και το κύριό του πρόσωπο, πάντα όμως με στενοχωρούσε ο υπότιτλος, Μια βιογραφία του τελευταίου άγριου Ινδιάνου στη Βόρεια Αμερική, γιατί έρχεται σε αντίφαση με το νόημα και το πνεύμα της ιστορίας που αφηγείται. Ο Ίσι δεν ήταν άγριος. […] Δεν έζησε σε άγρια κατάσταση αλλά σε έναν αγαπημένο οικείο κόσμο που αυτός και ο λαός του γνώριζαν λόφο προς λόφο, ποτάμι προς ποτάμι, πέτρα προς πέτρα» («On the Frontier», The Wave in the Mind, 2004).

Η Κρακάου έμελλε εξάλλου να γράψει και τη βιογραφία του ίδιου του Κρέμπερ: Alfred Kroeber: A Personal Configuration (1970).

[7] Omer C. Stewart, «Kroeber and the Indian Claims Commission cases». Στην τελευταία σελίδα του άρθρου, με την κατά Κρέμπερ κατανομή των ινδιάνικων ομάδων στην Καλιφόρνια, μπορούμε να δούμε την τοποθεσία των Γιάνα και των Γιάχι στο χάρτη.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ο Ίσι και οι φίλοι του

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.