Βιοεξουσία και ιστοριογραφία

Οι ιστοριογραφικές χρήσεις του Μισέλ Φουκό

800px-Arbeitsdienst

Τα θερινά σεμινάρια φουκολογίας θα κλείσουν μ’ ένα κείμενο του Έντσο Τραβέρσο,* κείμενο αφιερωμένο στην επίδραση του Φουκό στο χώρο της ιστορίας – μια σχέση που γενικώς θεωρείται «δύσκολη», όχι μόνο σε ό,τι αφορά τον Φουκό αλλά γενικώς για όλες τις, πώς-να-τις-πω, «γλωσσοφιλολογικές» σχολές. Ο ιταλός ιστορικός αφενός διαπιστώνει μια εκτεταμένη και διάχυτη επιρροή, που μερικές φορές δεν δηλώνεται ρητά,** καθώς συχνά οι ιστορικοί νιώθουν «δυσπιστία», ή έστω μια διάθεση να κρατήσουν αποστάσεις απέναντι στο φουκοϊκό έργο – αφετέρου ασχολείται λιγάκι με ορισμένες αντιφάσεις και ατολμίες του ίδιου του Φουκό. Σ’ αυτή την ανίχνευση ενός απόηχου, ο Τραβέρσο εστιάζει κυρίως στη φουκοϊκή έννοια της βιοεξουσίας / βιοπολιτικής, αφού αυτή πατάει περισσότερο στα χωράφια των ιστορικών: «Μια βιοπολιτική διάσταση είναι παρούσα σε όλες τις νεοτερικές εξουσίες, σε ποικίλες μορφές, ανάλογα με τις ιδεολογίες που τις εμπνέουν κι ανάλογα με τη φύση των πολιτικών τους καθεστώτων. Οι κρατικές εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες είναι βιοπολιτικές, το ίδιο όμως ισχύει για τις δημογραφικές πολιτικές, τη ρύθμιση των μεταναστευτικών ροών, την πρόληψη των όγκων, τους νόμους που αφορούν την έκτρωση, την προώθηση των αθλητικών δραστηριοτήτων, τους κανονισμούς της οδικής κυκλοφορίας και την απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους. Αυτά αφορούν μια κυβερνητικότητα που χαραχτηρίζει όλες τις νεοτερικές εξουσίες. Όταν όμως χρησιμοποιείται σαν κλειδί για μια σφαιρική ανάγνωση της ιστορίας του 20ού αιώνα, η έννοια της βιοπολιτικής κινδυνεύει να δημιουργήσει καταστροφικές παρανοήσεις, καθώς αποδεικνύεται περισσότερο διφορούμενη και από την έννοια του ολοκληρωτισμού».

 Οι ιστοριογραφικές χρήσεις του Μισέλ Φουκό

του Έντσο Τραβέρσο

 

Για να κατανοήσουμε τις βιαιότητες του 20ού αιώνα χρειάζεται να εξετάσουμε τις σχέσεις τους με την εξουσία. Ωστόσο, εδώ και τριάντα περίπου χρόνια, οι κοινωνικές επιστήμες τείνουν να μη θεωρούν πια την εξουσία απλό μηχανισμό κυριαρχίας, με τη μαρξιστική έννοια του Gewalt (η εξουσία ως εξαναγκασμός) ή με τη βεμπεριανή έννοια της Machtpolitik (η εξουσία ως πολιτική ισχύος), αλλά μάλλον σαν ένα σύνολο πρακτικών ελέγχου και διαχείρισης – αυτό που ο Φουκό, αποδίδοντάς του ένα ιδιαίτερο νόημα, ονόμασε «βιοεξουσία» και το οποίο αφορά μια «μικροφυσική της εξουσίας». Για να εξετάσουμε τις ιστοριογραφικές χρήσεις αυτής της έννοιας χρειάζεται λοιπόν να στοχαστούμε γύρω από την περίπλοκη και δύσκολη σχέση που διατηρούν οι ιστορικοί με το έργο του Φουκό. Θεμελιωτής, σύμφωνα με τον Πολ Βεν, μιας «εμπειρικής ανθρωπολογίας», η πρωτοτυπία της οποίας συνίσταται στην εκμετάλλευση των αρχείων και των παραδοσιακών πηγών της ιστορικής έρευνας, ο Φουκό άσκησε αξιόλογη –και γόνιμη– επίδραση στις εργασίες των ιστορικών. Το έργο του στάθηκε αποφασιστικό, στον αγγλοσαξονικό κόσμο ιδιαίτερα, για τη γέννηση των πολιτισμικών σπουδών και των σπουδών φύλου, καθώς και για το σύνολο των ιστοριογραφικών τάσεων που συνδέονται με τη γλωσσολογική στροφή, την οποία ο συγγραφέας του Οι λέξεις και τα πράγματα δεν ξεκίνησε άμεσα αλλά έθεσε τις βάσεις της αντιλαμβανόμενος τις γνώσεις (μεταξύ των οποίων και η ιστορική επιστήμη) ως «αγορευτικές πρακτικές» (pratiques discursives). Αυτή η επίδραση συνεισέφερε κυρίως σε μια αμφισβήτηση της ιστορίας ως επιστημονικού κλάδου, αν σκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίον όριζε ο φιλόσοφος, ιδίως στα μαθήματά του στο Κολέγιο της Γαλλίας, την ιστορική αγόρευση ως άσκηση που, από τη γέννησή της, αποσκοπούσε πάντα, σε τελική ανάλυση, στη νομιμοποίηση της εξουσίας. Κατά βάθος, ο Φουκό ήταν περισσότερο «αντιεπιστημονικός» παρά διεπιστημονικός ερευνητής. Αυτό εξηγεί ασφαλώς τη δυσπιστία που προκάλεσε, δυσπιστία που στάθηκε πάντα αξεδιάλυτη με την επίδρασή του. Οι ιστορικοί εκδήλωσαν συχνά τη δυσανεξία τους απέναντι σ’ ένα στοχαστή με καινοτόμο λεξιλόγιο, πηγή παραπλανητικών κι ενοχλητικών μεθοδολογικών αναρωτημάτων. Στις σελίδες που ακολουθούν, θα εξετάσουμε τις πιθανές χρήσεις –καθώς και τα όρια– της έννοιας της βιοεξουσίας στη μελέτη των βιαιοτήτων του 20ού αιώνα.

It's Smart to Drink Milk, advt.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, λίγο μετά την κυκλοφορία του Επιτήρηση και τιμωρία, έργου που άλλαξε βαθιά τη θεώρηση της ιστορίας του σωφρονιστικού συστήματος και που αντίκρισε με νέο βλέμμα τις πειθαρχικές πρακτικές της βιομηχανικής κοινωνίας, ο Φουκό αναδιατύπωσε τις έννοιες της βιοπολιτικής και της βιοεξουσίας, οι οποίες υπήρχαν εδώ και μισό αιώνα αλλά είχαν μείνει σχεδόν αχρησιμοποίητες στον τομέα των κοινωνικών επιστημών.[1] Στο χώρο της ιστοριογραφίας, η φουκοϊκή έρευνα άνοιξε γόνιμες προοπτικές και άσκησε μια διάχυτη, αν και κατά πολύ έμμεση και αφανή, επιρροή. Λίγοι ιστορικοί χρησιμοποίησαν ρητά τις έννοιες αυτές, κι ακόμα λιγότερο οι ειδικοί στον σύγχρονο κόσμο, αναμφίβολα αδιάφοροι απέναντι σ’ ένα φιλόσοφο και κοινωνικό θεωρητικό που έγραψε ελάχιστα για τον 20ό αιώνα. Επιστρατεύοντας φουκοϊκούς όρους, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι έννοιες αυτές έδρασαν σαν «επιστημοσύνες» («épistèmes»), σαν «κάνναβοι» ή σαν «υποστρώματα» της σκέψης, σαν τρόποι σκέψης που εισχώρησαν σιωπηρά, ανεπαίσθητα σχεδόν, στις νοητικές μας αποσκευές. Το όνομα του Φουκό, καθώς και οι όροι της βιοπολιτικής και της βιοεξουσίας, σπάνια αναφέρονται στην τώρα πια επιβλητική ιστοριογραφία σχετικά με την ευγονική, τις φασιστικές και σοβιετικές δημογραφικές πολιτικές, ή τις πρακτικές της ευθανασίας που εφάρμοσε ο ναζισμός κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι όμως αναμφίβολο ότι τα γραπτά του πότισαν το έδαφος στο οποίο βλάστησαν οι έρευνες αυτές. Ορισμένοι δεν διστάζουν να βεβαιώσουν ότι η πιο πρόσφατη ιστοριογραφία του ναζισμού και του σταλινισμού θα ήταν «αγνώριστη» χωρίς τον Φουκό (άποψη του Μαρκ Μαζάουερ), και δεν θα ήταν δύσκολο να επεκτείνουμε τις παρατηρήσεις αυτές και σε άλλες ιστορικές περιόδους. Χάρι στον Φουκό, η δημιουργία των τεχνικών και διοικητικών δομών των νεοτερικών κρατών δεν ερμηνεύεται αποκλειστικά κάτω από το φως της βεμπεριανής ορθολογικότητας, ούτε η εμφάνιση των δελτίων ταυτότητας ερμηνεύεται απλώς κάτω από το φιλελεύθερο-δημοκρατικό πρίσμα της επέκτασης των δικαιωμάτων. Και τα δύο αναλύονται μάλλον σαν διατάξεις (dispositifs) κοινωνικού ελέγχου και διαχείρισης των κινήσεων των πληθυσμών.[2] Η δημιουργία των δελτίων ταυτότητας στις αρχές του 19ου αιώνα σχετιζόταν με την επιθυμία να επιτηρούνται οι μετακινήσεις των επαιτών και των περιπλανώμενων, ο αριθμός των οποίων είχε πολλαπλασιαστεί την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης. Δίχως ιθαγένεια, οι μετανάστες αποτέλεσαν αντικείμενο νόμων που στόχευαν στο να τους εντοπίζουν και να τους θέτουν υπό έλεγχο. Χάρι στην επινόηση της φωτογραφίας, ο Αλφόνς Μπερτιγιόν επεξεργάστηκε ένα σύστημα ταξινόμησης των αστυνομικών αρχείων βασισμένο σε ανθρωπομετρικές καρτελοθήκες, το οποίο, αφού χρησιμοποιήθηκε αρχικά για υπότροπους κακοποιούς, επεκτάθηκε στη συνέχεια στους ξένους.[3] Η «επανάσταση των ταυτοτήτων» ήταν αρχικά «μια τεχνική επινοημένη για τους ενόχους και για τους κακούργους», δηλαδή για άτομα που θεωρούνταν «επικίνδυνα» κι έπρεπε επομένως να είναι «σεσημασμένα».[4] Με άλλα λόγια, ο έλεγχος και η καταστολή των «επικίνδυνων τάξεων» συμβάδισε με τη συγκρότηση των εθνικών κρατών. Στη Γαλλία, αυτή η τάση είχε ήδη ξεκινήσει επί Παλαιού Καθεστώτος και ολοκληρώθηκε επί Τρίτης Δημοκρατίας, που γενίκευσε και συνάμα διαχώρισε το κοινωνικό σώμα. Το έθνος συγκροτήθηκε αφενός ενσωματώνοντας τους πολίτες του σε μια οντότητα που υπερέβαινε τις τοπικές πραγματικότητες και αφετέρου σε διάκριση προς τα άλλα κράτη, που βρίσκονταν έξω από αυστηρά καθορισμένα σύνορα. Αποκλεισμένοι από την ιθαγένεια, οι μετανάστες θεωρήθηκαν αναπόφευκτα ξένο σώμα που έπρεπε είτε να «αφομοιωθεί» είτε να απορριφθεί, ανάλογα με τις περιστάσεις. Η Τρίτη Δημοκρατία δημοσίευσε το νόμο ο οποίος καθορίζει τα κριτήρια της πολιτογράφησης με βάση το jus soli, που υπερισχύει έως και σήμερα, και κωδικοποίησε την κατάσταση του ιθαγενούς, στοχεύοντας να διαχωρίσει τους πολίτες από τα αποικισμένα υποκείμενα. Εξού και η διάκριση, που υπογραμμίζεται από τον Φουκό, ανάμεσα στον «άγριο» και τον «βάρβαρο»: ο πρώτος πρέπει να «εκπολιτιστεί» (δηλαδή να ενσωματωθεί στην εθνική κοινότητα), ενώ ο δεύτερος πρέπει να κρατηθεί σε απόσταση σαν εχθρός, γιατί η ενδεχόμενη εισβολή του θα απειλούσε την υγεία και την ακεραιότητα του εθνικού σώματος.

Anthropometry, 19th century

Η ιστορία της μετανάστευσης, του ρατσισμού και της αποικιοκρατίας ερμηνεύεται συχνά κάτω από το πρίσμα της βιοεξουσίας, έστω κι αν οι ερευνητές που τη γράφουν δεν αναφέρονται ρητά στον Φουκό, προτιμώντας ορισμένες φορές ένα αφηγηματικό ύφος. Εμβληματική από αυτή τη άποψη είναι η γερμανική ιστοριογραφία, οι νεοθετικιστικές τάσεις της οποίας είναι αρκετά προφανείς σήμερα. Αν και ελάχιστα επιρρεπής προς τα έργα του γάλλου φιλόσοφου, γνώρισε, μέσα στα τελευταία τριάντα χρόνια, μια πραγματική αλλαγή παραδείγματος: το γερμανικό παρελθόν δεν ερμηνεύεται πια σαν ένας Sonderweg, ένας «ιδιαίτερος δρόμος», εχθρικός προς τη νεοτερικότητα, αλλά μάλλον σαν ένα είδος βιοπολιτικού εργαστηρίου που συμπυκνώνει τις εκρηκτικές αντιφάσεις της νεοτερικότητας. Αν οι ιστορικοί του ναζισμού που καταφεύγουν σ’ αυτή τη φουκοϊκή έννοια παραμένουν αρκετά σπάνιοι, η μετάβαση αυτή έχει γίνει πια φανερή.[5] Περισσότερες και περισσότεροι είναι όσες και όσοι χρησιμοποίησαν τον Φουκό για να μελετήσουν τη φασιστική και τη ναζιστική πολιτική απέναντι στις γυναίκες, στο σταυροδρόμι της ενίσχυσης των έμφυλων διαχωρισμών στον κοινωνικό χώρο, των εκστρατειών υπέρ των γεννήσεων και των ευγονικών μέτρων κοινωνικής πρόληψης (όπως π.χ. η υποχρεωτική στείρωση).[6]

large_no_to_vodka

Αφού απαλλάχτηκαν από τον ιδεολογικό χαλκά που βάραινε πάνω στις έρευνές τους, οι ιστορικοί της Σοβιετικής Ένωσης δεν μπορούσαν παρά να συναντήσουν το έργο του Φουκό. Οι έννοιες της πειθαρχικής κοινωνίας και της βιοεξουσίας πρόσφεραν ένα μεθοδολογικό πλαίσιο για να ερμηνευτούν τόσο οι μορφές αυταρχισμού και κοινωνικού ελέγχου που εγκαινιάστηκαν τη δεκαετία του 1920 όσο και, γενικότερα, η πολιτική του εκσυγχρονισμού που εφαρμόστηκε από το σταλινισμό κατά την επόμενη δεκαετία. Η κολεκτιβοποίηση της υπαίθρου, οι υποχρεωτικές μετακινήσεις πληθυσμών, ο αποικισμός και η βιομηχανοποίηση της Σιβηρίας εντάσσονταν, πέρα από τις αντιφάσεις και τα ανορθολογικά στοιχεία της σταλινικής πολιτικής, σε ένα τεράστιο σχέδιο διαχείρισης πληθυσμών που έκανε το σοσιαλισμό πραγματικό βιοπολιτικό εργαστήρι. Η κατοίκηση, η αστικοποίηση και η βιομηχανοποίηση ερημικών περιοχών ήταν τα αποτελέσματα μιας ολοκληρωτικής κυβερνητικότητας που ήθελε να σφυρηλατήσει τον σοσιαλιστικό «νέο άνθρωπο». Το Γκουλάγκ ριζοσπαστικοποιούσε στο έπακρο την αρχή της νεοτερικής φυλακής, με τις τεχνικές της για την πειθάρχηση των σωμάτων, για να γεννήσει διά της βίας ένα νέο κοινωνικό κόσμο. Από την άποψη αυτή, η έννοια της βιοεξουσίας θα μπορούσε να βρει πεδίο εφαρμογής πολύ πιο ευρύ απ’ όσο είχε υποδηλώσει ο Φουκό στα μαθήματά του στο Κολέγιο της Γαλλίας, όταν έδειχνε τη μεταμόρφωση του εχθρού σ’ ένα είδος «βιολογικού κινδύνου», με τη μορφή του «άρρωστου, του έκτροπου και του τρελού».

couverture manuel colonies

Οι ιστορικοί της αποικιοκρατίας, από τη μεριά τους, τείνουν να υπογραμμίζουν την καταστροφική, και ορισμένες φορές γενοκτονική, διάσταση που πήρε η «εκπολιτιστική αποστολή» των δυτικών δυνάμεων σε Ασία, Αφρική και Ωκεανία κατά το 19ο αιώνα. Η δημογραφική κατάρρευση του Κονγκό ή της Ινδίας κάτω από το πλήγμα των ασθενειών που έφεραν οι αποικιοκράτες, καθώς και λόγω της καταστροφής των παραδοσιακών κοινωνικών μορφών, έκαναν τις περιοχές αυτές ευάλωτες στις πλημμύρες αλλά και στην ξηρασία – μετέτρεψαν τα εδάφη αυτά σε χώρους βιοπολιτικής κυριαρχίας όπου οι λιμοί χρησιμοποιήθηκαν σαν μέσα υποταγής των πληθυσμών και σαν μέσα «οικολογικού» ελέγχου από την αποικιακή εξουσία. Κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, δυο κύματα λιμών στοίχισαν, στην Κίνα και στην Ινδία, όχι λιγότερο από τριάντα εκατομμύρια θύματα, σύμφωνα με τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις. Για αρκετούς ιστορικούς δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια τέτοια «φυσική» καταστροφή ήταν στην πραγματικότητα το προϊόν μιας πολιτικής για την αναδιοργάνωση των εδαφών και τη διαχείριση των πληθυσμών. Σύμφωνα με τον Γιούργκεν Οστερχάμελ, η ιστορία της αποικιοκρατίας συνοψίζεται σε μια απέραντη διαδικασία «πολιτικής, κοινωνικής και βιολογικής αποσταθεροποίησης».[7]

Παρότι διαμορφωμένες μέσα από άλλες ιστορικές εμπειρίες και προοπτικές, οι έννοιες της βιοεξουσίας και της κυβερνητικότητας («gouvernementalité», που αποδίδεται επίσης διακυβερνητικότητα ή, αν προτιμάτε, κυβερνοοτροπία) μπορούν επομένως να βρουν καρποφόρες εφαρμογές στη μελέτη των σταλινικών, αποικιακών ή φασιστικών βιαιοτήτων (όπως θα δούμε παρακάτω). Και πράγματι έχουν γονιμοποιήσει αυτούς τους τομείς της έρευνας, έστω κι αν η επίδρασή τους δεν γίνεται πάντα άμεσα ορατή.[8]

53b3c571c38884654b67861a88e476f2

Ο όρος «βιοεξουσία» δεν επινοήθηκε από τον Φουκό, αυτός όμως ήταν που τον μεταμόρφωσε σε πραγματική έννοια, πλάι σε κείνη της βιοπολιτικής, με την οποία συχνά χρησιμοποιούνται σαν συνώνυμα. Εμφανίζεται στη Βούληση για γνώση, πρώτο τόμο της Ιστορίας της σεξουαλικότητας, όπου ορίζει ένα βαθύ μετασχηματισμό των μορφών δυτικής κυριαρχίας ανάμεσα στο τέλος του 18ου και την αρχή του 19ου αιώνα. Σε αντίθεση με το κλασικό μοντέλο της εξουσίας, ενσαρκωμένο από το κράτος και κωδικοποιημένο από τη νομοθεσία, η βιοπολιτική κατακλύζει την κοινωνία και εισχωρεί στον ιστό της ίδιας της ζωής. Το κράτος, ως κυριαρχική εξουσία, διαθέτει τη νόμιμη βία, εγκεκριμένη από το λαό τον οποίο εκπροσωπεί και στον οποίο παραχωρεί δικαιώματα και υποχρεώσεις, περιορίζοντας τους χώρους της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας του. Η βιοεξουσία, απεναντίας, δεν είναι εξαναγκαστικό σύστημα αλλά διάχυτος μηχανισμός διαχείρισης της ζωής από απρόσωπα μέσα, διοικητικές πρακτικές και συχνά άγραφους νόμους. Η ανάδυση της βιοεξουσίας συμπίπτει με την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού αλλά –και εδώ έγκειται το παράδοξό της– φαίνεται να αντιφάσκει προς τη φιλελεύθερη αρχή του διαχωρισμού μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας. Από τον Χομπς ως τον Βέμπερ, το κυριαρχικό κράτος νοούνταν ως εξουσία ικανή ν’ αποφασίζει για τη ζωή και το θάνατο των υπηκόων και πολιτών του, ενώ η βιοεξουσία «θεωρεί έργο της τη διαχείριση της ζωής». Ο άξονας της βιοεξουσίας δεν είναι πια η βία του κράτους αλλά η οικονομική πολιτική της διακυβέρνησης που δεν αποσκοπεί πια στην καταστολή αλλά στον έλεγχο και τη ρύθμιση της ζωής και των κινήσεων των πληθυσμών. Ο πληθυσμός δεν είναι πια ο «λαός» –δηλαδή το έθνος εννοημένο σε αφηρημένους όρους, ως νομικοπολιτική κοινότητα– αλλά ένα σύνολο ζωντανών πλασμάτων, σωμάτων ενταγμένων σ’ ένα κοινωνικό και οικονομικό δίκτυο, αντικείμενο δημογραφικών, επισιτιστικών, ιατρικών, εκπαιδευτικών, υγειονομικών και οικολογικών πολιτικών. Σε αντίθεση με την κλασική πολιτική φιλοσοφία, που αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο αποκλειστικά ως «πολιτικό ζώο», διακριτό από τον άνθρωπο ως ζωντανό ον, η βιοπολιτική θεωρεί το νεοτερικό άνθρωπο ως «ένα ζώο στην πολιτική από το οποίο εξαρτάται η ζωή του ως ζωντανού όντος». Η περιοχή δράσης της βιοεξουσίας είναι το έδαφος που ορίζεται όχι τόσο από τα σύνορα της κρατικής κυριαρχίας αλλά ως χώρος κατοικημένος από ζωντανά όντα. Η τάξη πραγμάτων που κυριαρχεί εκεί δεν είναι η τάξη του νόμου και της στρατιωτικής βίας αλλά, ιδεατά τουλάχιστον, μια τάξη που καθορίζεται από ένα «αόρατο χέρι» –ο Φουκό επαναλαμβάνει και ξαναορίζει τη μεταφορά του Άνταμ Σμιθ– το οποίο προσανατολίζει από το εσωτερικό, με αυτόματο και «φυσικό» τρόπο, τις πρακτικές και τους τρόπους ζωής. Η νεοτερική βιοεξουσία εκδηλώνεται σύμφωνα με δυο διακριτές τροπικότητες: από τη μία, πειθαρχικές και εξαναγκαστικές τεχνικές που υποτάσσουν τα σώματα (το πανοπτικό μοντέλο της φυλακής, του εργοστάσιου και του στρατώνα) από την άλλη η «κυβερνητικότητα», δηλαδή η εξουσία που ασκείται πάνω στον πληθυσμό, εννοημένο σαν ένα σύνολο ζωτικών διαδικασιών, η εξουσία που ενεργεί σαν τεχνική ρύθμισης μεταβολικών ανταλλαγών ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία. Περισσότερο από κυρίαρχος που κατέχει την εξουσία για θανάτωση, η βιοεξουσία είναι εργοστάσιο ζωντανών σωμάτων, των οποίων ρυθμίζει και προστατεύει τη ζωή.

27489

Η έννοια της βιοεξουσίας προσφέρει ένα κλειδί ανάγνωσης –όχι αποκλειστικό μα ουσιαστικό– για να αναλυθεί μια μεγάλη γκάμα σύγχρονων φαινομένων. Προσανατόλισε τη μελέτη του μεταπολεμικού κράτους προνοίας, με τις στατιστικές και τα σχέδιά του, μια σειρά παρεμβάσεων στον τομέα της υγείας και της εκπαίδευσης, τη μέριμνά του για τα παιδιά και για τους ηλικιωμένους. Άσκησε μια όχι αμελητέα επιρροή στη μελέτη φαινομένων όπως η μαζικοποίηση των πρότυπων ζωής, με την ευρύτερη έννοια, από την αγορά, και η έλευση νέων μορφών κυριαρχίας. Στην Αυτοκρατορία, ο Μάικλ Χαρντ και ο Τόνι Νέγκρι χρησιμοποιούν την έννοια της βιοεξουσίας για να ορίσουν την «κοινωνία ελέγχου» του κόσμου σήμερα, όπου «οι μηχανισμοί επιστασίας γίνονται όλο και πιο “δημοκρατικοί”, όλο και πιο εγγενείς στο κοινωνικό πεδίο, διάχυτοι στο μυαλό και το σώμα των πολιτών». Στο σύστημα αυτό, οι μορφές διάκρισης και αποκλεισμού εσωτερικεύονται από τα άτομα με αυξανόμενο τρόπο. «Η εξουσία –γράφουν– ασκείται τώρα από μηχανές που οργανώνουν άμεσα τα μυαλά (μέσω συστημάτων επικοινωνίας, δικτύων πληροφόρησης, κλπ) και τα σώματα (μέσω συστημάτων κοινωνικών πλεονεκτημάτων, μέσω πλαισιωμένων δραστηριοτήτων) προς μια κατάσταση αυτόνομης αλλοτρίωσης, ξεκινώντας από το νόημα της ζωής και την επιθυμία για δημιουργικότητα». Σύμφωνα με τον Φουκό, η βιοεξουσία περιορίζει σταδιακά τα προνόμια της κρατικής κυριαρχίας: η ολοκλήρωσή της θα κάνει περιττά τα όργανα και τα εξαναγκαστικά εργαλεία που συνοδεύουν από πάντα το κράτος. Διάχυτη, πολύμορφη, τριχοειδής, πανταχού παρούσα μα συχνά αόρατη και άπιαστη, η βιοεξουσία δεν έχει πολλά κοινά με την κλασική σύλληψη της εξουσίας –εκείνη που πηγαίνει από τον Χομπς ως τον Βέμπερ κι απέναντι στην οποία ο Φουκό συνιστά περίσκεψη στους αναγνώστες του– η οποία τοποθετεί τις πηγές της στον κρατικό μηχανισμό, μετατρέποντάς τον σε σχεδόν αποκλειστικό εργαλείο της κυριαρχίας.

Smallpox4

Ωστόσο, ανεξάρτητα από την εμβέλειά του και τις πολλαπλές εφαρμογές του, αυτό το επιστημολογικό μοντέλο δεν προσφέρεται για να ερμηνεύσει τις βιαιότητες του 20ού αιώνα, βιαιότητες που αποφασίστηκαν από κυριαρχικά κράτη και πραγματοποιήθηκαν από στρατούς οργανωμένους σαν γιγάντιες μηχανές καταστροφής. Θα μπορούσαμε να δηλώσουμε, χρησιμοποιώντας φουκοϊκό λεξιλόγιο, ότι οι ολοκληρωτικοί πόλεμοι και οι γενοκτονίες του 20ού αιώνα σχετίζονται πολύ λιγότερο με την «ανατομοπολιτική» της βιοεξουσίας απ’ ό,τι με τις τρομακτικές δυνατότητες της «θανατοπολιτικής» του κυριαρχικού κράτους. Οι προσπάθειες του Φουκό να εντάξει τους νεοτερικούς ολοκληρωτισμούς στο βιοπολιτικό του παράδειγμα ταλαντεύονται ανάμεσα σε δυο πόλους: από τη μία ο πειρασμός για αναγωγή της βίας τους στους παραδοσιακούς μηχανισμούς της πειθαρχικής κοινωνίας, από την άλλη μια μονόπλευρη προσέγγιση που, θέλοντας με κάθε τρόπο να ευνοήσει τη βιοπολιτική, υποχρεώνεται ν’ αγνοήσει την πολιτική. Η πρώτη προσέγγιση συνοψίζεται ωραία σ’ ένα κείμενο του 1976 που αποδέχεται μια γραμμική εξέλιξη ανάμεσα στο Πανοπτικόν του Μπένθαμ και το ναζιστικό ή σοβιετικό σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. «Πράγματι –γράφει ο Φουκό– τα φυλάκια, οι σκύλοι, τα μακριά γκρίζα παραπήγματα δεν είναι “πολιτικά” παρά μόνο επειδή θα σχετίζονται για πάντα με τον Χίτλερ και τον Στάλιν και γιατί τα χρησιμοποίησαν για ν’ απαλλαγούν από τους εχθρούς τους. Ωστόσο, σαν τεχνικές τιμωρίας (εγκλεισμός, στερήσεις, καταναγκαστική εργασία, βιαιότητες, ταπεινώσεις), βρίσκονται κοντά στον παλιό πειθαρχικό μηχανισμό που επινοήθηκε το 18ο αιώνα». Με άλλα λόγια, τα workhouses της βιομηχανικής επανάστασης όχι μόνο προμηνύουν αλλά και εμπεριέχουν την εμπειρία των ολοκληρωτισμών του 20ού αιώνα, οι οποίοι τελικά δεν παρουσιάζουν κανένα πραγματικά νέο γνώρισμα. Η δεύτερη προσέγγιση δηλώνεται ήδη στο συμπέρασμα της Βούλησης για γνώση, όπου ο Φουκό βεβαιώνει ότι οι νεοτερικές γενοκτονίες δεν αφορούν μια «επιστροφή, σήμερα, του αρχαίου δικαιώματος στο φόνο» αλλά φανερώνουν μια νέα διαμόρφωση της εξουσίας που, στο εξής, «τοποθετείται και ασκείται στο επίπεδο της ζωής, του είδους, της φυλής και των μαζικών πληθυσμιακών φαινομένων». Στα μαθήματά του στο Κολέγιο της Γαλλίας, όριζε το ναζισμό σαν ρατσισμό επιφορτισμένο να προστατέψει βιολογικά την εθνική κοινότητα, ένα ρατσισμό στον οποίο η ορθολογική έννομη κυριαρχία που ενσαρκώνεται στον κρατικό μηχανισμό είχε πρακτικά εκμηδενιστεί, αφενός από τη χαρισματική αρχή του Fürhertum, αφετέρου από την επιβεβαίωση του Volk ως έσχατης πηγής της πολιτικής τάξης πραγμάτων. Παραμένει το γεγονός ότι το Τρίτο Ράιχ δεν ήταν μόνο ένα γιγάντιο εργαστήριο βιολογικής και κοινωνικής μηχανικής αλλά και μια εξαιρετικά ισχυρή πολεμική μηχανή, που στράφηκε ενάντια σε εχθρούς καταρχήν εσωτερικούς (το εργατικό κίνημα, οι δημοκρατικές δυνάμεις), στη συνέχεια εξωτερικούς (ο κομμουνισμός, οι δυτικές δημοκρατίες), πάντα πολιτικά προσδιορισμένους. Κατά καιρούς, ο Φουκό μοιάζει να παραδέχεται τον προβληματικό χαραχτήρα αυτής της διχοτόμησης μεταξύ κυριαρχικής εξουσίας και βιοεξουσίας. Στο μάθημά του το 1976, υπογραμμίζει ότι ο ναζιστικός ρατσισμός δεν μπορεί να αναχθεί ούτε σε ιδεολογία ούτε στην αναζήτηση ενός αποδιοπομπαίου τράγου. Η βία του εκδηλώνεται σαν μια μοναδική σύνθεση ανάμεσα σε μια πειθαρχική και φονική κυριαρχία κι ένα πολύ φιλόδοξο σχέδιο διαχείρισης του κοινωνικού σώματος. Από τη μία, γράφει, ο ναζισμός παρουσιάζεται σαν «καθολικά ασφαλιστική, καθολικά καθησυχαστική, καθολικά ρυθμιστική κοινωνία», από την άλλη όμως πραγματοποιεί «την πιο πλήρη αποχαλίνωση της φονικής εξουσίας, δηλαδή της παλιάς κυριαρχικής εξουσίας για φόνο». Αυτοί οι δύο μηχανισμοί της εξουσίας, «ο κλασικός, αρχαϊκός, που έδινε στο κράτος δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους πολίτες του», και ο νέος, η βιοεξουσία, «συμβαίνει να συμπίπτουν επακριβώς». Όμως αυτή η διαίσθηση εγκαταλείφθηκε γρήγορα. Από το μάθημα του 1978, όπως είδαμε, ο Φουκό επαναλάμβανε την άποψή του για έναν ιστορικό διαχωρισμό μεταξύ κυριαρχικής εξουσίας και βιοεξουσίας.

Σχεδιασμένος σαν μια τεράστια εκστρατεία κατάχτησης και εξολόθρευσης, ο ναζιστικός πόλεμος ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και ενάντια στον «εβραιομπολσεβικισμό» υποδείκνυε εχθρούς και επιστράτευε μέσα καταστροφής που ωθούσαν στον παροξυσμό τα προνόμια του κράτους ως υλικού και εξαναγκαστικού μηχανισμού. Ο πόλεμος, όμως, είχε γίνει η συνθήκη μιας βιοπολιτικής κυβερνητικότητας στο Τρίτο Ράιχ. Η αποχαλίνωση του ολοκληρωτικού Βεεμώθ στο ανατολικό μέτωπο συνδυαζόταν πράγματι με τα ευεργετήματα της ναζιστικής «ποιμενικής εξουσίας» στους κόλπους της γερμανικής «κοινότητας του λαού» (völkische Gemeinschaft). Πρέπει λοιπόν να σταθούμε λίγο στην έννοια αυτή.

volksgenossen

Σύμφωνα με τον Φουκό, η νεοτερικότητα γέννησε μια νέα μορφή «ποιμενικής εξουσίας», διαφορετική από εκείνη που είχε θεσμοποιήσει η χριστιανική Ευρώπη το μεσαίωνα. Αντίθετα προς την παραδοσιακή πολιτική εξουσία, που ασκείται σ’ ένα έδαφος με σαφώς καθορισμένα σύνορα και πάνω σ’ ένα υποταγμένο πληθυσμό, και που αντιτίθεται σε κάποιους εξωτερικούς εχθρούς, η ποιμενική εξουσία (ή, σύμφωνα με άλλη απόδοση, ποιμαντορική εξουσία) δεν γνωρίζει ούτε εχθρούς ούτε βία. Δεν προσανατολίζεται προς τον πόλεμο αλλά προς την ειρήνη – είναι η εξουσία του ποιμένα απέναντι στο ποίμνιό του. «Η ποιμενική εξουσία –γράφει ο Φουκό– δεν έχει σαν κύρια λειτουργία της να κάνει κακό στους εχθρούς, έχει σαν κύρια λειτουργία της να κάνει καλό σε κείνους πάνω στους οποίους αγρυπνά. Να κάνει καλό με την πιο υλική έννοια του όρου, δηλαδή: να θρέψει, να εξασφαλίσει το βιοπορισμό, να δώσει βοσκή, να οδηγήσει στις πηγές, να επιτρέψει να πιουν, να βρει καλά λιβάδια».[9]

EuthanasiePropaganda

Οι πιο πρόσφατες εργασίες της γερμανικής ιστοριογραφίας μοιάζει να επιβεβαιώνουν την υπόθεση μιας «ποιμενικής εξουσίας», ενταγμένης στην ολοκληρωτική πολιτική του ναζισμού. Σύμφωνα με τον Γκετς Άλι, ο χιτλερικός πόλεμος στην Ευρώπη και το Ολοκαύτωμα έλαβαν χώρα για να πραγματοποιηθεί ο στόχος ενός ναζιστικού «κοινωνικού κράτους»: «Η μέριμνα για την ευημερία των Γερμανών –γράφει– ήταν η κινητήρια δύναμη της πολιτικής τρόμου, υποδούλωσης και εξολόθρευσης».[10] Ο Άλι υπενθυμίζει πρώτα την ανάμνηση του Μεγάλου Πολέμου, που είχε τραυματίσει βαθιά τη γερμανική κοινωνία και στοίχειωνε τον Χίτλερ στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Στη διάρκεια εκείνης της σύγκρουσης, στην οποία είχε εμπλακεί η αυτοκρατορία του Κάιζερ με αντίτιμο ένα κολοσσιαίο χρέος, ο γερμανικός πληθυσμός είχε εξαθλιωθεί σε τρομερό βαθμό. Ο στρατός ενισχυόταν ενώ ο βρετανικός αποκλεισμός καταδίκαζε στην πείνα εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανών. Η κατάρρευση του εσωτερικού μετώπου είχε κάνει ανέφικτη τη συνέχιση του πολέμου, που τον διαδέχτηκε, στις απαρχές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ο υπερπληθωρισμός και μια εμφυλιοπολεμική ατμόσφαιρα. Για τον Χίτλερ, ήταν απαραίτητο να μην επαναληφθούν τα λάθη της περιόδου 1914-1918. Σύμφωνα με τον Άλι, ο Χίτλερ ήταν ένας πολιτικός που συνειδητοποιούσε ότι έπρεπε πάντα να παίζει το ρόλο του «μεγάλου ενοποιητή» (grosse Integrator): ενός χαρισματικού ηγέτη, ικανού να βρίσκει μαζική υποστήριξη στη γερμανική κοινωνία χάρι στην κοινωνική του πολιτική. Ο ναζισμός εγκωμίαζε μια κοσμοθεωρία στηριγμένη στην ιδέα μιας ακλόνητης φυλετικής ιεραρχίας, αυτό όμως δεν ήταν ασύμβατο με μια «εξισωτική» θέαση της γερμανικής φυλετικής κοινότητας. Ο ρατσισμός είχε προβληθεί προς το εξωτερικό και ενέπνεε την πολιτική του καθεστώτος πέρα από τα σύνορά του. Εντός του γερμανικού Volk, όμως, κυριαρχούσε η μέριμνα για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και μια γενικευμένη ευημερία, εξασφαλισμένη από το κράτος. Αυτό εξηγεί, πάντα σύμφωνα με τον Άλι, τη μαζική προσχώρηση της κοινωνίας στο καθεστώς και την υποστήριξη προς την πολιτική του, μέχρι το τέλος του πολέμου. Με άλλα λόγια, η Γερμανία δεν είχε ναζιστικοποιηθεί αλλά είχε κερδηθεί χάρι στην κοινωνική πολιτική του ναζισμού. Ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να μην αφήσει να πέσει και πάλι στους ώμους του γερμανικού πληθυσμού το φορτίο του πολέμου, ο οποίος έπρεπε να αυτοχρηματοδοτηθεί. Σύμφωνα με τον Άλι, τα δύο τρίτα των στρατιωτικών εξόδων εξασφαλίστηκαν από την οικονομική λεηλασία και τις πολιτικές «αριοποίησης» που εφαρμόστηκαν στις καταχτημένες χώρες (το 95% του γερμανικού πληθυσμού, γράφει, δεν είχε να πληρώσει κανένα φόρο για τη χρηματοδότηση του πολέμου). Ισχυρίζεται μάλιστα ότι, μεταξύ 1939 και 1945, η μεγάλη πλειοψηφία των Γερμανών διέθετε αυξημένα οικονομικά μέσα, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Παρότι οι εκτιμήσεις αυτές είναι συζητήσιμες,[11] δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λεηλασία των καταχτημένων χωρών από το γερμανικό Ράιχ ήταν συστηματική. Ο Άλι την περιγράφει σε όλη της την ευρύτητα, με μια εμμονή για τις λεπτομέρειες που καταντάει κάποτε κουραστική, όπως όταν καταγράφει τις επιτάξεις σε ρωσικό ζαμπόν, γαλλικά κρασιά και νορβηγικές ρέγκες ή όταν σημειώνει πόσους τόνους βούτυρο, αυγά, χορταρικά, χοιρινό και μαρμελάδα απόσπασε το Armeeoberkommando στη Νορβηγία το 1942. Χιλιάδες αμαξοστοιχίες μετέφεραν στη Γερμανία τα κατασχεμένα έπιπλα των γάλλων, βέλγων κι ολλανδών εβραίων, τα οποία μοιράστηκαν στους άμαχους Γερμανούς που είχαν πληγεί από βρετανικούς βομβαρδισμούς. Στα κατεχόμενα εδάφη της Σοβιετικής Ένωσης, αυτή η πολιτική μεταφράστηκε σε μια σχεδιοποίηση της πείνας για τους τοπικούς πληθυσμούς, ώστε να τραφούν οι στρατιώτες της Βέρμαχτ. Στις δημόσιες ομιλίες του, ο Γκέρινγκ δεν έκρυβε αυτή την πολιτική της λιμοκτονίας (Hungerpolitik) που έπρεπε να πλήξει συστηματικά τους σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου, τους εβραίους και μεγάλα τμήματα των σλαβικών πληθυσμών.

Advertisement for a German public information brochure titled "Healthy Parents - Healthy Children!", 1934 (colour litho)

Αν ο ναζισμός είχε υπάρξει «ποιμενική εξουσία», θα μπορούσαμε, ακολουθώντας τον Γκετς Άλι, να χαραχτηρίσουμε τους ηγέτες του παραδοσιακούς πολιτικούς, με την έγνοια να κερδίσουν τη συναίνεση των ψηφοφόρων τους. Όμως, αν ο Χίτλερ, ο Χίμλερ κι ο Γκέμπελς ήταν κανονικοί εθνικιστές πολιτικοί (klassische Stimmungspolitiker), όπως τους παρουσιάζει, δεν θα είχαν ριχτεί σ’ ένα πόλεμο για την κατάχτηση της Ευρώπης, με αβέβαιη, το λιγότερο, έκβαση, ούτε σε ένα ουτοπικό εγχείρημα για εθνοτική και «φυλετική» αναμόρφωση της ηπείρου. Το πολύ-πολύ να έφταναν ως το 1938, με την προσάρτηση της Αυστρίας και των Σουδητών, όταν ο Χίτλερ είχε φτάσει στο απόγειο της δημοτικότητάς του, έχοντας πραγματοποιήσει το σχέδιο μιας «Μεγάλης Γερμανίας», σε πείσμα μιας πολιτικής επιταχυνόμενου εξοπλισμού που ωθούσε αντικειμενικά προς μια νέα σύγκρουση. Όμως ο Χίτλερ, ο Χίμλερ κι ο Γκέμπελς δεν ήταν παραδοσιακοί πολιτικοί. Όπως έχει δείξει ο Ίαν Κέρσοου, η ναζιστική ουτοπία δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί παρά μόνο με τίμημα μια σταδιακή και διαρκή ριζοσπαστικοποίηση. Οδήγησε αρχικά στον πόλεμο, συνεχίστηκε με τη συστηματική λεηλασία της ηπείρου, την υποδούλωση των Σλάβων και την εξόντωση των εβραίων, για να καταλήξει στην κατάρρευση του καθεστώτος μέσα σε μια αποθέωση της βίας. Η έννοια της «ποιμενικής εξουσίας» δεν δίνει, σε καμία περίπτωση, το κλειδί για να κατανοήσουμε το Ολοκαύτωμα. Βοηθάει ωστόσο να καταλάβουμε τι είχε στο νου του ο Χίτλερ όταν μιλούσε για Volksgemeinschaft και γιατί το καθεστώς του κατάφερε να επωφεληθεί, μέχρι το τέλος, από μια μαζική υποστήριξη τόσο εκτεταμένη και παρατεταμένη στους κόλπους της γερμανικής κοινωνίας.

Έντσο Τραβέρσο

(μετάφραση: tetartoskosmos@gmail.com)

eb88de409fd9aaad6c615a66f2c05f79

σημειώσεις

* Για την ακρίβεια, πρόκειται για ένα μέρος του έχτου κεφαλαίου του βιβλίου Η ιστορία ως πεδίο μάχης, Ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2016), κεφαλαίου που φέρει τον τίτλο «Βιοεξουσία. Οι ιστοριογραφικές χρήσεις του Μισέλ Φουκό και του Τζόρτζο Αγκάμπεν». Εδώ, δημοσιεύεται μόνο το μεγαλύτερο κομμάτι του, αυτό που κυρίως αφορά τον Φουκό, με ορισμένες μικροαλλαγές και επεξηγήσεις, ενώ από τις εξήντα περίπου υποσημειώσεις διατηρήθηκαν επιλεκτικά μόνο καμιά ντουζίνα. Θα ήταν πειρασμός να δημοσιευτεί ολόκληρο το κεφάλαιο, καθώς μάλιστα το μέρος που αφορά τον Αγκάμπεν περιλαμβάνει μια συνοπτική και, πιστεύω, πειστική κριτική προς αυτόν, προτίμησα όμως να μη γίνει απέραντη τούτη η δημοσίευση, τόσο ως προς το ίδιο το κείμενο («μήκος») όσο και ως προς το θέμα («πλάτος»). Οι πιο αχόρταγοι θα χρειαστεί να καταφύγουν στο χαρτί, όπως και οι πιο σχολαστικοί που θα θέλουν να αναζητήσουν την τεκμηρίωση των βιβλιογραφικών υποσημειώσεων.

** Αυτή η άδηλη παρουσία (που είναι η άλλη όψη του συρμού, π.χ. της συνήθειας να πασπαλίζονται με λίγο Φουκό κείμενα ή έργα όπου αυτό το άρτυμα δεν μοιάζει απαραίτητο) αποτελεί ίσως μέτρο της επιτυχίας του Φουκό, ακόμα κι αν υπονοεί επιφυλακτικότητα ή έλλειψη συμπάθειας.

[1] Για την ιστορία της έννοιας της βιοεξουσίας βλ. Antonella Cutro (επιμ.), Biopolitica. Storia e attualità di un concetto, Ombre corte, Βερόνα, 2005.

[2] Ανάμεσα στις πολλές εργασίες αυτής της νέας ιστοριογραφίας που αναγνωρίζουν το χρέος τους απέναντι στο Φουκό, βλ. Elsa Dorlin, La Matrice de la race. Généalogie sexuelle et coloniale de la nation française, La Découverte, Παρίσι, 2006, Gérard Noiriel (επιμ.), L’Identification. Genèse d’un travail d’État, Belin, Παρίσι, 2007, και Vincent Denis, Une histoire de l’identité. France 1715-1815, Champ Vallon, Σεσέλ, 2008.

[3] Βλ. Gérard Noiriel, Immigration, antisémitisme et racisme en France (XIXe-XXe siècle), Fayard, Παρίσι, 2007, σελ. 199.

[4] Βλ. Marcel Detienne, Où est le mystère de l’identité nationale?, Panama, Παρίσι, 2008, σελ. 43-44.

[5] Βλ. Edward Ross Dickinson, «Biopolitics, fascism, democracy. Some reflections on one discourse about “Modernity”», Central European History, 2004, τχ. 1, σελ. 1-48. Σύμφωνα με τον Ντέτλεβ Πόικερτ, συγγραφέα ενός δοκιμίου κατά πολύ εμπνευσμένου από τον Βέμπερ, τον Ελίας και τον Φουκό, ο ναζισμός δεν ήταν αντινεοτερική αντίδραση αλλά μάλλον «παθολογία της νεοτερικότητας» που στόχευε να αναμορφώσει την «κοινότητα του λαού (Volksgemeinschaft)» (Detlev Peukert, Volksgenossen und Gemeinschaftsfremde, Bund-Verlag, Κολονία, 1982). Για τον ιστορικό του φασισμού Ρότζερ Γκρίφιν, η «ναζιστική επανάσταση» είχε «βιοπολιτική φύση», επειδή θεωρούσε ότι ήταν «θεμελιωμένη πάνω στις ζωτικές δυνάμεις», τις οποίες και σκόπευε «να διαπλάσσει» (Roger Griffin, Modernism and Fascism. The Sense of a Beginning under Mussolini and Hitler, Palgrave, Νέα Υόρκη, 2007, σελ. 317).

[6] Βλ. για παράδειγμα Claudia Koonz, Les Mères-Patrie du Troisième Reich, Lieu Commun, Παρίσι, 1989, και Klaus-Dietmar Henke (επιμ.), Tödliche Medizin im Nationalsozialismus. Von der Rassenhygiene zum Massenmord, Böhlau, Κολονία, 2008, που συνοψίζει τα αποτελέσματα τριάντα χρόνων έρευνας σε διεθνή κλίμακα, καθώς και Victoria De Grazia, How Fascism Ruled Italy (1922-1945), University of California Press, Μπέρκλεϊ, 1992.

[7] Jürgen Osterhammel, Die Verwandlung der Welt. Eine Geschichte des 19. Jahrhunderts, C. H. Beck, Μόναχο, 2009, σελ. 196 (αγγλική μετάφραση: The Transformation of the World: A Global History of the Nineteenth Century, Princeton University Press, 2014). Για μια ανάλυση της αποικιοκρατίας κάτω από το πρίσμα του Φουκό βλ. David Simo, «Colonization and modernization. A case study of german colonization of Cameroon», στο Eric Ames, Marcia Klotz & Lora Wildenthal (επιμ.), Germany’s Colonial Pasts, Nebraska University Press, Λίνκολν, 2005, σελ. 97-112.

[8] Χωρίς τον Φουκό, δύσκολα θα μπορούσαμε να διανοηθούμε τις έρευνες του Ρόμπερτ Πρόκτορ πάνω στη ναζιστική ιατρική και του Πολ Βάιντλινγκ πάνω στη φυλετική υγιεινή, παρότι το όνομα του γάλλου φιλόσοφου δεν εμφανίζεται ποτέ στα ευρετήριά τους. Βλ. Robert Proctor, Racial Hygiene. Medecine under the Nazis, Harvard University Press, Νέα Υόρκη, 1988, Robert Proctor, La Guerre des nazis contre le cancer, Les Belles Lettres, Παρίσι, 2001, και Paul Weindling, L’Hygiène de la race. Hygiène raciale et eugénisme médical en Allemagne 1870-1932, La Découverte, Παρίσι, 1998.

[9] Υπάρχει αναμφίβολα, σ’ αυτό τον ορισμό της «ποιμενικής εξουσίας», μια υποτίμηση της κυνηγητικής βίας, στόχος της οποίας μπορούν να γίνουν και οι άνθρωποι (βλ. Grégoire Chamayou, Les Chasses à l’homme, La fabrique, Παρίσι, 2010, σελ. 30-31).

[10] Götz Aly, Hitlers Volksstaat. Raub, Rassenkrieg und nationaler Sozialismus, Fischer, Φρανκφούρτη επί του Μάιν, 2005, σελ. 308 [ελλ. μτφ. Νίκος Δεληβοριάς, Το λαϊκό κράτος του Χίτλερ. Ληστεία, φυλετικός πόλεμος και εθνικοσοσιαλισμός, Κέδρος, 2009].

[11] Σύμφωνα με τον βρετανό ιστορικό Άνταμ Τουζ, τα αγαθά που αρπάχτηκαν από τις καταχτημένες χώρες ήταν ασφαλώς σημαντικά, ωστόσο τα τρία τέταρτα των πόρων που ξοδεύτηκαν για τον πόλεμο προέρχονταν από τη γερμανική οικονομία (Adam Tooze, The Wages of Destruction. The Making and Breaking of the Nazi Economy, Viking Press, Νέα Υόρκη, 2007).

Advertisements