Πάλι ο Φουκό;

(κάτι σαν βιβλιοκριτική)

bayeux a

Τοπίο μετά τη μάχη: Η συζήτηση για τον Φουκό, στο πλαίσιο του 3ου Θερινού Βιβλιοστάσιου, πραγματοποιήθηκε στον Κήπο των Αρχαιολόγων και μπροστά σε πολύ κόσμο, στις 14 Ιουλίου 2019 (βίντεο). Το κείμενο της εισήγησης του Νίκου Ν. Μάλλιαρη, σε εμπλουτισμένη μορφή, είναι διαθέσιμο εδώ. Η εισήγηση του Θανάση Λάγιου δημοσιεύτηκε στα marginalia, τεύχος 9, ενώ αναγγέλθηκε μια επεξεργασμένη και επαυξημένη εκδοχή που θα εμφανιστεί στο τεύχος 2 του περιοδικού Νεγκατίβα.

bayeux d

Στο μεταξύ παράπλευρες αψιμαχίες: Γράφω εδώ ένα κριτικό σχολιασμό για το βιβλίο του Μαντοζιό, από προσωπική σκοπιά, δηλαδή σύμφωνα με τα γούστα και τα ενδιαφέροντά μου, κάτι σαν βιβλιοκριτική αλλά χωρίς μεγάλες αξιώσεις.

bayeux e

Το έργο δηλώνει τη θέση του ήδη από τον τίτλο, από τις πρώτες αράδες καταλαβαίνουμε ότι ο συγγραφέας δε μασάει τα λόγια του και ότι μπορεί να γίνει αφάνταστα δηκτικός. Αυτό πιέζει τον αναγνώστη του να αποφασίσει αμέσως τη στάση του απέναντι στον στόχο του βιβλίου, που είναι η καταγγελία μιας απάτης. Σύμφωνα με τον Μαντοζιό, το πράγμα επείγει εξαιτίας της μεγάλης ζημιάς που προκαλεί, επομένως υιοθετεί το κατάλληλο ύφος και συνοπτικές διαδικασίες.

Ο λίβελος, τιμημένο φιλολογικό είδος, εξασφαλίζει μερικές διασκεδαστικές σελίδες και προσφέρεται για την κατάδειξη σκανδάλων, όμως έχει τα όριά του και π.χ. σε ζητήματα θεωρίας δεν βοηθάει το διάλογο. Από την άλλη μεριά, η κριτική (σαν κάτι διαφορετικό από τη σκέτη πολεμική) στρέφεται σ’ ένα αντικείμενο που έχει ήδη και καταρχήν κριθεί άξιο κριτικής, και προϋποθέτει δυνατότητα συζήτησης, νοερής έστω, με τον αντίπαλο. Η ειρωνεία και το χιούμορ δεν είναι το ίδιο με το χλευασμό και το σαρκασμό και η μέθοδος του Μαντοζιό είναι καλή όταν, ακριβώς, δεν θέλουμε συζήτηση, διάλογο, ανταλλαγή απόψεων, αλλά μας αρκεί η συνοπτική απόρριψη (π.χ. απέναντι στους δημοσιογράφους της βιτρίνας). Σε άλλη διατύπωση, όπως υπονοείται σε μια βιβλιοκριτική που αναφέρει ο ίδιος ο Μαντοζιό (σελ. 165-166), το βιβλίο μοιάζει να απευθύνεται σε όσους είναι ήδη πεισμένοι και να απωθεί ή να αποκλείει όσους έχουν μια ελάχιστη εκτίμηση ή ενδιαφέρον για το έργο του Φουκό.

Οι περιορισμοί αυτής της μεθόδου γίνονται σαφέστεροι αν π.χ. κοιτάξουμε μια από τις στρατηγικές (αν ο όρος δεν θεωρείται υπερβολικά φουκοϊκός) της πολεμικής, ένα από τα τεχνάσματά της τέλος πάντων: το αντικείμενο της κριτικής παρουσιάζεται μέσα από τα πιο δοξαστικά και υπερβολικά λόγια, που αντλούνται π.χ. από ενθουσιώδεις δηλώσεις ένθερμων οπαδών, κολακείες, διαφημιστικό υλικό κλπ («ο μεγαλύτερος γάλλος φιλόσοφος») ή του αποδίδονται τραβηγμένα οι πιο υπερβολικές αξιώσεις («όλοι οι προηγούμενοι από αυτόν ιστορικοί ήταν αφελείς οπαδοί της προόδου», ισχυρισμοί για απόλυτες ή ριζικές καινοτομίες), ώστε μετά η αποτίμηση να γίνει μετρώντας και ζυγίζοντας αυτή την κωμικά παραφουσκωμένη εικόνα – και το συμπέρασμα να είναι προδιαγεγραμμένο. Με ανάλογο στιλ, η κληρονομιά του «φουκοϊσμού» ανιχνεύεται στους πιο ατάλαντους κι επίπεδους συνεχιστές κι επιγόνους, που προσφέρουν άλλωστε και περισσότερες ευκαιρίες για γέλιο.

ιππότης Α

Κατά τον Μαντοζιό, εκείνο που δικιολογεί το ύφος του, εκείνο που κάνει αναγκαία μια ισοπεδωτική αντιπαράθεση, είναι το διαχρονικό κύρος που απολαμβάνει «ακόμα και σήμερα»[1] το έργο του Φουκό, και οι κατά τη γνώμη του ολέθριες συνέπειες αυτού του κύρους. Αλλά σε ποιο στερέωμα μεσουρανεί ο Φουκό; Ο Μαντοζιό τού αποδίδει μια γενική και διάχυτη κυριαρχία στη σφαίρα της κουλτούρας ή έστω στον ευρύτερο ακαδημαϊκό κόσμο, η επιστημολογία του «διαποτίζει σήμερα τον επίσημο λόγο του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών (CNRS)» (σελ. 45), μια λατρεία του πλανιέται πάνω απ’ τη Γαλλία και τον υπόλοιπο κόσμο («ενδεχομένως ακόμα περισσότερο εκεί παρά στην ίδια του τη χώρα», σελ. 127), ο σεβασμός προς το πρόσωπό του παραλύει ή μετριάζει την κριτική. (Η εισήγηση του Ν.Μ. κάνει ένα βήμα περισσότερο για να τον αναγορεύσει κατεξοχήν εκπρόσωπο της κυρίαρχης σκέψης, αγαπημένο φιλόσοφο του γαλλικού κράτους κλπ με επιχειρήματα που δεν φαίνονται ιδιαίτερα στέρεα.[2] Όμως η χώρα των 365 τυριών έχει τουλάχιστον ισάριθμους εθνικούς στοχαστές, τον ένα πιο μεγάλο από τον άλλο, τουλάχιστον αν πιστέψουμε τους οπαδούς τους.[3])

καβγάς

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε αυτό που λέμε κυρίαρχη άποψη και σε αυτό που λέμε συρμός. Έπειτα, άλλο είναι κυρίαρχη άποψη στην κοινωνία και άλλο κυρίαρχη άποψη στα πανεπιστήμια, τα οποία, αν και διατηρούν κάτι από το κύρος τους, έχουν κατά πολλές απόψεις απαξιωθεί μέσα στις τελευταίες δεκαετίες.[4] Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για ορισμένες σχολές και ορισμένους κλάδους που θεωρούνται σχεδόν άχρηστοι (επειδή δεν συνδέονται άμεσα, λέει, με την παραγωγή, την οικονομία, την ανάπτυξη, ή κάτι τέτοιο) και θεωρούνται περιττή πολυτέλεια, αν όχι άσυλο για χαραμοφάηδες κοκ.[5] Κατά σύμπτωση, ο περισσότερος, αν όχι όλος ο «φουκοϊσμός», το φουκοϊκό ρεύμα, περιορίζεται σε αυτούς ακριβώς τους κλάδους. Επιπλέον, και στους κλάδους αυτούς, «το πιο συντηρητικό τμήμα» τους, όπως λέει ο Μαντοζιό, ήταν και παραμένει σταθερά αντίθετο στον Φουκό (όπως και σε ανάλογες ιδέες και απόψεις) ή τον αγνοεί. Αλλά και πέρα από αυτούς τους πιο συντηρητικούς, όπως πάλι λέει ο Μαντοζιό, δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν δηλώσει επιφυλάξεις, αντιρρήσεις, δυσανεξία, αλλεργία ή αναφυλαξία απέναντι στο έργο του Φουκό, ή δεν του έχουν δώσει και πολλή σημασία – και μιλάμε πάντα για τον ακαδημαϊκό κόσμο των κοινωνικών και των ανθρωπιστικών επιστημών. Επίσης, αν ο Φουκό είναι από κείνους που έχουν τις περισσότερες παραπομπές σε επιστημονικά άρθρα και δοκίμια, είναι επίσης κι από κείνους που έχουν δεχτεί τις περισσότερες κριτικές σε επιμέρους θέματα (αφού σε επιμέρους θέματα εστιάζουν συνήθως τα άρθρα αυτού του είδους).

Αν τα αθροίσουμε όλ’ αυτά, δύσκολα μπορώ να διακρίνω κάποια επιβλητική και καταθλιπτική φουκοϊκή κυριαρχία γενικώς αλλά μόνο ένα φουκοϊκό συρμό, μια μόδα που επανέρχεται κατά καιρούς σε μερικά πεδία, καθώς επίσης και μια διάχυτη επιρροή ορισμένων ιδεών ή όρων ή συλλήψεων του Φουκό, που ερμηνεύονται ή χρησιμοποιούνται ποικιλοτρόπως. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν αποτελεί ένα συγκροτημένο «φουκοϊσμό», όσο καταχρηστικά κι αν σκεφτούμε τον όρο, πόσο μάλλον αυτή τη φουκοποίηση των πάντων που υπονοεί ο Μαντοζιό (και ακόμα περισσότερο ο ένας από τους μεταφραστές του).

ιππότης Β

Νομίζω ότι ο Μαντοζιό έχει τις καλύτερες στιγμές του όταν στέκεται και κριτικάρει συγκεκριμένα θεωρητικά μοτίβα – από αυτή την άποψη βρίσκω ότι το πρώτο κεφάλαιο («Η ιστορία ως εννοιακός μύθος») είναι σαφώς το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του βιβλίου, ενώ αυτό το συγκεκριμένα κριτικό πνεύμα επανέρχεται και σε μερικές σελίδες του δεύτερου κεφαλαίου (που είναι αφιερωμένο στην «πρακτική», αλλά δεν υπάρχει αυστηρός διαχωρισμός, και σωστά). Λίγα σκόρπια σχόλια γύρω απ’ όλ’ αυτά:

Η απόρριψη μιας γραμμικής ιστορικής συνέχειας, μιας ομαλής και συσσωρευτικής εξέλιξης, ήταν ήδη μια διάχυτη ιδέα στις κοινωνικές επιστήμες τον καιρό του Φουκό (για να γίνει κοινός τόπος στη συνέχεια) και πολλοί θα έβλεπαν με συμπάθεια την άποψή του ότι η ιστορία «προχωράει με διαδοχικές ρήξεις». Όμως, όλο το ζουμί θα ήταν να καθοριστεί τι είναι ακριβώς αυτές οι ρήξεις, τι τις προκαλεί κλπ. Η απόπειρα του Φουκό να τις διαφωτίσει επινοώντας έννοιες όπως το «καθεστώς γνώσης» ή οι περιβόητες επιστήμες (épistémès), παρά τις επιτήδειες και σχοινοτενείς αναλύσεις, στάθηκε προβληματική – ως προς αυτό συμφωνώ με τον Μαντοζιό. Μάλλον συμφωνώ επίσης και με την εκτίμησή του ότι ο Φουκό συνειδητοποίησε κάποια στιγμή την αποτυχία του και εγκατέλειψε σιωπηρά το σχέδιο. Δεν τον είχε βοηθήσει, ως προς αυτό, η τάση του να ορίζει τις ιστορικές περιόδους που προκύπτανε από το σχήμα του χρησιμοποιώντας τυποποιημένες ετικέτες («Αναγέννηση», «Κλασική Εποχή»), οι οποίες αφενός ήταν υπερβολικά φορτισμένες με διανοητικές προκαταλήψεις και αφετέρου έβρισκαν πολύ διαφορετικούς ορισμούς –ακόμα και ως προς τη χρονολόγηση– ανάλογα με τον επιστημονικό τομέα, τη χώρα ή το συγγραφέα.

Για τη φουκοϊκή αντίληψη περί εξουσίας (αυτή την περίφημη διάχυτη και τριχοειδή pouvoir που πνίγει και παραλύει τα πάντα) μίλησε η προηγούμενη δημοσίευση (όπου τη σχολιάζει ο Σάλινς) ενώ στη συναφή έννοια της βιοπολιτικής (και συγκεκριμένα στις δυσκολίες που προκύπτουν στην ιστοριογραφική χρήση της) θα είναι μάλλον αφιερωμένη η επόμενη δημοσίευση – αξίζει όμως να σταθούμε στη χαριτωμένη παρατήρηση του Μαντοζιό για τη «διακυβερνητικότητα» και τη «βιοπολιτική» ή «βιοεξουσία», που τις χαραχτηρίζει «έννοιες αναστρέψιμες»: η βιοπολιτική περιγράφει τη μετατροπή της πολιτικής σε μια κοινωνική ιατρική που στοχεύει στην πειθάρχηση και τη διαχείριση όλων των όψεων της ζωής των πληθυσμών, αλλά «περιγράφει επίσης –και αντίστροφα– τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατόν να απαντήσουμε σε αυτές τις εξουσίες επί της ζωής». Η «διακυβερνητικότητα», με τη σειρά της, περιγράφει την νεοτερική «τέχνη του κυβερνάν», αλλά και «το σύνολο των πρακτικών με τις οποίες μπορούμε να συγκροτήσουμε, να ορίσουμε, να οργανώσουμε και να ενορχηστρώσουμε τις στρατηγικές μέσω των οποίων τα άτομα, όντας ελεύθερα, μπορούν να αλληλεπιδρούν». Και σχολιάζει ο Μαντοζιό: «Τέλος, το γεγονός ότι οι όροι “βιοπολιτική” και “διακυβερνητικότητα” είναι σχεδόν συνώνυμοι προκαλεί περαιτέρω σύγχυση, με τους σχολιαστές να υποφέρουν στην απελπισμένη τους προσπάθεια να τους διαφοροποιήσουν. Προφανώς, η χρησιμοποίηση ενός μόνο όρου για την περιγραφή δύο αντίστροφων διαδικασιών και δύο διαφορετικών όρων για την περιγραφή του ίδιου πράγματος είναι κάθε άλλο παρά συνετή, καθώς υπονομεύει σοβαρά τη σαφήνεια του λόγου» (σελ. 96-97). Πάντως ο Μαντοζιό προσθέτει σωστά ότι «αυτή η αμφισημία δεν οφείλεται απλά σε παραδρομή» ή αστοχασιά αλλά επιβάλλεται στον Φουκό από το αντικείμενό του, δηλαδή από τις αντιλήψεις του περί εξουσίας.[6] Προηγουμένως, έχει επισημάνει τον κίνδυνο μιας άλλης σύγχυσης, μεταξύ «γενεαλογίας» και «αρχαιολογίας» («οι δύο όροι είναι πρακτικά ισοδύναμοι», σελ. 21).

Ενώ θα συμφωνούσα με τον Μαντοζιό (σελ. 100) ότι η ανθρώπινη πλαστικότητα, αν και εξαιρετικά μεγάλη, δεν είναι στην κυριολεξία απεριόριστη, άπειρη (με απλά λόγια, οι άνθρωποι μπορεί να γίνουν πολλά πράγματα, να αλλάξουν, να μεταλλαχθούν, να προσαρμοστούν κλπ, αλλά δεν μπορούν να γίνουν τα πάντα και οτιδήποτε), νομίζω εντούτοις ότι η «ανθρώπινη φύση», έτσι όπως την έχει αντιληφθεί η δυτική παράδοση, είναι πολύ κακός οδηγός. Οπότε η σχετική κριτική του Φουκό δεν είναι καταρχήν άστοχη, ανεξάρτητα από τις ενδεχόμενες υπερβολές του, και εν πάση περιπτώσει, το θέμα αυτό πολύ απέχει από το να θεωρείται λυμένο και θα χρειαζόταν εδώ μεγαλύτερη εμβάθυνση.

psalter-use-of-sarum-the-rutland-psalter-date-c-E9fec8a3d9ba298c85806948eaa67a6d6

Πολύ κατώτερο βρίσκω το δεύτερο κεφάλαιο («Οι περιπέτειες της πρακτικής»), που είναι πιο «πολιτικό», αλλά μάλλον με τη φατριαστική έννοια, και το οποίο, με τη βοήθεια π.χ. του Χάιμε Σεμπρούν,[7] μας βυθίζει νοσταλγικά στις σεχταριστικές διαμάχες του παλιού καλού καιρού. Πρόκειται στην ουσία για μια πολιτική βιογραφία του Φουκό, σε μορφή κωμωδίας, όπου βλέπουμε τον πρωταγωνιστή να κάνει αλλεπάλληλες γκάφες, να αλλάζει γνώμη όποτε τον στριμώχνουν ή ανάλογα με το πού φυσάει ο άνεμος, να σκαρώνει μικροκομπίνες, να προσφέρει αλλοπρόσαλλα την υποστήριξή του αποδώ κι αποκεί …και όμως, απρόσμενα και χάρι στην καλή του τύχη, να διατηρεί αλώβητη τη φήμη του και τη γοητεία του ως το τέλος της ταινίας. Κατά βάθος, εκείνο που παρουσιάζεται εδώ είναι η τεθλασμένη πορεία μιας ολόκληρης γενιάς διανοούμενων ή στοχαστών, εντός ή εκτός πανεπιστημίου, όπως διαπλάστηκε από τις ιστορικές περιπέτειες μισού αιώνα, με πολιτικές στρατεύσεις, διαμάχες και διασπάσεις, μεταστροφές και «προδοσίες» …η οποία κατάληξε συχνά στη μερική ή την ολική αποστράτευση, ή στην πρόσληψη σε κάποια θέση απολογητή του συστήματος. Ο Φουκό, παρά τις ιδιοτροπίες και τα βίτσια του, αποδεικνύεται αρκετά τυπικός εκπρόσωπος αυτής της γενιάς (ως προς αυτό, ο Μαντοζιό με έπεισε), στην παραλλαγή της που περιείχε λιγότερο έντονη στράτευση και έπαιρνε πιο κουλτουριάρικες αποχρώσεις. Αποκεί και πέρα, ο καθένας είχε την τρέλα του και το κόλλημά του, άλλος παθιαζόταν με την Κίνα, άλλος με την κουβανέζικη επανάσταση, άλλος με τον τριτοκοσμισμό, άλλος με τη γιουγκοσλάβικη αυτοδιαχείριση, και πάει λέγοντας, ενώ διάφοροι έτρεφαν ελπίδες πάνω σε «καμπές» που αποδείχτηκαν ασήμαντες (π.χ. άνοδος Μιτεράν) – είναι όμως ίσως κάπως άδικο να κρίνονται όλ’ αυτά αναδρομικά και μεμονωμένα, από τη σκοπιά ενός Αδιάφθορου που δεν λέρωσε ποτέ τα πόδια του μέσα στη λάσπη της ιστορίας. Επίσης, πολλοί από αυτούς μπλέχτηκαν στη μία ή την άλλη στιγμή στην υπηρεσία διαφόρων κρατών και κυβερνήσεων ή μεγάλων διεθνών οργανισμών – και φυσικά όλοι σχεδόν, πλην λίγων λαμπρών εξαιρέσεων, βρέθηκαν «εκ των πραγμάτων» στα πανεπιστήμια. Η ρετσινιά του καθηγητή σε υψηλού κύρους ίδρυμα (που απευθύνεται σαν κάτι εξαιρετικό στον Φουκό) δεν μοιάζει τόσο ξεχωριστή κι αξιοσημείωτη: άλλοι έγιναν καθηγητές στο Κολέγιο της Γαλλίας κι άλλοι στην EHESS (École des hautes études en sciences sociales) ή στην οδό Ουλμ (École normale supérieure), καταβάλλοντας περισσότερο ή λιγότερο κόπο και προσπάθειες. Στο κάτω-κάτω είναι κάπως ταυτολογική η διαπίστωση ότι οι διάσημοι και επιτυχημένοι πανεπιστημιακοί δίδασκαν στις γνωστές και υψηλού κύρους σχολές, πριν ή μετά την επιτυχία τους (όποια γνώμη κι αν έχουμε για την ίδια την επιτυχία ή για τις ίδιες τις Grandes Écoles). Παρεπιπτόντως, διαβάζοντας για την «υπερ-μαρξοποίηση» (σελ. 57) των πανεπιστημίων στα τέλη της δεκαετίας του ’60 (που φέρνει κάποια ανατριχίλα στον Μαντοζιό), αναρωτιέμαι αν βγαίνουν κι από αυτήν ανάλογα συμπεράσματα όπως εκείνα που προκύπτουν από την, οπωσδήποτε πιο ήπια, «υπερ-φουκοποίηση» (που διαπιστώνει ο ίδιος).[8]

Οι δέκα τελευταίες σελίδες του κεφαλαίου, που θέλουν να κάνουν κριτική στη διαβρωτική επίδραση του φουκοϊσμού στη ριζοσπαστική κριτική, κινδυνεύουν να βγουν εκτός θέματος, καθώς ο στόχος που επιλέχθηκε ήταν η ομάδα Tiqqun / «Αόρατη Επιτροπή». Τα κείμενα της ομάδας αυτής φημίζονται για το παστίτσο τους, εννοώ την άτακτη συρραφή ποικίλων θεωριών και μοτίβων που καταλήγει σ’ ένα εκτυφλωτικό συμπίλημα το οποίο, όσο και αν εντυπωσιάζει στην πρώτη ματιά, δημιουργεί γρήγορα την αίσθηση, όπως το είπε ωραία ένας φίλος, ότι «κάπου τα έχουμε ξαναδιαβάσει όλ’ αυτά». Ο αχταρμάς, δηλαδή η ετερόκλιτη σύνθεση, δεν είναι αποκλειστικά μεταμοντέρνο γνώρισμα και, από μόνος του, νομίζω ότι δεν είναι επαρκής ένδειξη φουκοϊκού πνεύματος.[9]

0d2648d53a9a8821d1c793c695fd76bf

Το συμπληρωματικό κείμενο «Φουκώφιλοι και φουκωλάτρες» περιλαβαίνει κάποιους ακόλουθους ή θαυμαστές της φουκοϊκής θεωρίας, όχι τις καλύτερες περιπτώσεις ομολογουμένως, ενώ αφιερώνει αρκετές σελίδες στον ιστορικό Πολ Βεν, για τον οποίο δεν θα είχα και πολλά καλά να πω. Με την ευκαιρία, ένα σχόλιο για την πληθώρα των καταχρηστικών νεολογισμών («ένα υπερθέαμα εννοιών», κατά την Αννί Λε Μπραν, σελ. 130), που χρεώνεται στον Φουκό. Είναι αλήθεια ότι, παράλληλα με τον πολλαπλασιασμό των επιμέρους ακαδημαϊκών κλάδων, έχουν πληθύνει και οι επιστημονικές αργκό (που σημαδεύουν έναν ξεχωριστό τομέα ή μια ιδιαίτερη θεωρία). Π.χ. για διάφορους φιλόσοφους βγαίνουν ολόκληρα γλωσσάρια σε ξεχωριστό τόμο, ενώ θα έλπιζε κανείς ότι θα μπορούσε να τους διαβάσει πιο εύκολα. Είναι αλήθεια ότι συχνά χαμογελάμε ή αγαναχτούμε μπροστά σ’ έναν καινούργιο όρο κι αναρωτιόμαστε πόσο απαραίτητος ή χρήσιμος είναι – είναι επίσης αλήθεια αυτό που λέει ο Μαντοζιό, ότι ο Φουκό δεν είναι από τους πιο συγκρατημένους ή τους λιγότερο κρυπτικούς και ότι οι επίγονοι κάνουν, κάποιες φορές, τα πράγματα πολύ χειρότερα. Ωστόσο, νομίζω ότι ο ορολογικός πληθωρισμός σχετίζεται και με πραγματικές ανάγκες της θεωρίας και ότι η αναγκαιότητα ή όχι ενός νέου όρου κρίνεται εκ των υστέρων, από την αναλυτική του χρησιμότητα, ενώ η κριτική στο εξεζητημένο λεξιλόγιο των σοφών προκαλούσε πάντα εύκολα χειροκροτήματα και δεν θα έπρεπε να τα ισοπεδώνουμε όλα, «λαϊκιστικά» (όπως θα έλεγαν οι σύγχρονοι δημοσιογράφοι) ή «αριστερίστικα» (όπως θα έλεγε ο Μαντοζιό).

Ενδεικτική ως προς αυτό ήταν η «Υπόθεση Σόκαλ», που αναφέρεται αν-πασάν στις σελ. 127-128. Όπως θα θυμούνται αρκετοί, ο ομώνυμος αμερικανός καθηγητής δημοσίευσε στα τέλη του περασμένου αιώνα (1996), αντιγράφω από μια Σ.τ.Μ., «στο μεταμοντέρνων τάσεων περιοδικό Social Text ένα επιτηδευμένα παραληρηματικό κείμενο […] γεμάτο παραθέματα από εκπροσώπους της “γαλλικής θεωρίας” […] με σκοπό να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίο ο μεταμοντερνισμός περιφρονεί τα κριτήρια επιστημονικής εγκυρότητας», αλλά και, προσθέτω εγώ, την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου και την προχειρότητα σε επιστημονικά περιοδικά, υποτίθεται πολύ σοβαρά και υψηλού κύρους. Γελάσαμε πολύ τότε, έμοιαζε ένας πετυχημένος τρόπος για να καταγγελθεί η κατηφόρα ενός μοντέρνου «λογιωτατισμού», ακολούθησε όμως κάποια αμηχανία όταν είδαμε ποιοι γελούσαν δίπλα μας: πρώτοι-πρώτοι οι πιο αραχνιασμένοι από τους παλιούς λογιώτατους που ένιωσαν ξάφνου δικαιωμένοι. Από τότε, σε πολλές περιπτώσεις, αποδείχτηκε πως η μέθοδος Σόκαλ ήταν δίκοπο μαχαίρι. Αν και ο Μαντοζιό σημειώνει κάπου ότι θα είχαμε άδικο να διακρίνουμε στις απόψεις του ένα ρηχό αντιδιανοουμενισμό, ένας τέτοιου είδους κίνδυνος νομίζω ότι τον απειλεί. Όταν ξεσπαθώνεις χωρίς επαρκείς προφυλάξεις ενάντια στους «φιλοσοφούντες αερολόγους» κι ενάντια στη «λατρεία την οποία απολαμβάνουν» στο χώρο της κουλτούρας, δεν θέλει και πολύ για να χρησιμοποιηθείς στη σταυροφορία ενάντια στους «θολοκουλτουριάρηδες» και τη στυγνή «αριστερή (ή ξερωγω-τι) δικτατορία που ασκούν στα πανεπιστήμια».

index

Το επίμετρο στην ελληνική έκδοση παρουσιάζει τις περιπέτειες του βιβλίου (μεταφράσεις, προβλήματα με την έκδοσή τους, βιβλιοκριτικές), στο ίδιο ύφος – και με αυτοαναφορικές τάσεις που φέρνουν στο νου άλλους μεγάλους γκρινιάρηδες. Φαίνεται να υπονοείται ότι το έργο συνάντησε δυσκολίες στη διάδοσή του λόγω κάποιας φουκοϊκής κυριαρχίας στη σφαίρα της κουλτούρας – ίσως όμως να διαβάζουμε μια πιο ρεαλιστική καταγραφή της κατάστασης όταν, μιλώντας για την απόρριψη της ιταλικής μετάφρασης από κάποιον εκδοτικό οίκο, ο Μαντοζιό φαντάζεται εύστοχα τους γιάπηδες του τμήματος μάρκετινγκ ν’ αναρωτιούνται: «Ποιος διάολο είναι αυτός ο Φουκό;» (σελ. 159). Κάτι που μας θυμίζει ότι οι φουκομαχίες, αν και δεν είναι ακριβώς ναυμαχίες που συμβαίνουν μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό, αφορούν πάντως ένα περιορισμένο κοινό.

tetartoskosmos@gmail.com

Bwh7XT2IYAAfiU9

σημειώσεις

[1] Το «σήμερα» του κειμένου, η στιγμή της συγγραφής του είναι το 2007, ενώ το συμπληρωματικό κείμενο «Φουκώφιλοι και φουκωλάτρες» γράφτηκε το 2009. Πρέπει όμως να σκεφτούμε ότι η κατάσταση που περιγράφεται εξακολουθεί να ισχύει ακόμα και τώρα (σημείωμα του συγγραφέα στην ελληνική έκδοση με ημερομηνία Νοέμβριος 2018).

[2] Π.χ. «… μεταφράσεις ανέκδοτων έργων αλλά κι επανεκδόσεις ήδη μεταφρασμένων βιβλίων, οι οποίες, διόλου τυχαία, γίνονται, πολύ συχνά, με την οικονομική στήριξη του γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού». Αλλά, έχοντας υπόψη τη μαζική αρωγή στη μετάφραση γαλλικών βιβλίων από σχετικούς οργανισμούς του γαλλικού κράτους (CNL, Γαλλικό Ινστιτούτο), η οποία αφορά διάσημους, πολύ γνωστούς, λιγότερο γνωστούς αλλά και σχεδόν άγνωστους ή νέους συγγραφείς (και προσφέρεται γενναιόδωρα για λόγους που δεν σχετίζονται με την υπόθεσή μας), το πονηρεμένο σχόλιο «διόλου τυχαία» μοιάζει εντελώς άσφαιρο. Κι όσο για την Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας κλπ (βλ. και σελ. 18), ακόμα και ο Γκι Ντεμπόρ ανακηρύχτηκε «εθνικός θησαυρός».

[3] Για τα τυριά, βλ. σελ. 129.

[4] Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις τα πανεπιστήμια τείνουν να στεγανοποιηθούν (δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να το πούμε «γκετοποιηθούν»), με ακραίο παράδειγμα τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η ιδιόμορφη απομόνωση των αμερικάνικων πανεπιστημίων από την υπόλοιπη κοινωνία δεν πρέπει να είναι άσχετη με την επιτυχία της French Theory σε αυτά, πιστεύω όμως ότι η σχέση δεν είναι ούτε απλή ούτε γραμμική.

[5] Πρόσφατα, ένας ακροδεξιός πολιτικός (μέλος της κυβέρνησης πια) διατύπωσε την άποψη ότι η κοινωνιολογία είναι, συνολικά, κομμουνιστική προπαγάνδα.

[6] Υπάρχει μια ακόμα σύγχυση, ή μάλλον μια εγγενής αντίφαση, γύρω από την βιοπολιτική/βιοεξουσία και την ιστορική γείωσή της. Η έννοια επινοήθηκε για να περιγράψει τη νεοτερική, σχεδόν «ρεφορμιστική» θα έλεγα, εξουσία που, παρά τις ολιστικές βλέψεις της, θέλει να είναι καταρχήν ή κατά το δυνατόν αναίμακτη (ή, τουλάχιστον, όχι κραυγαλέα αιματηρή) και, κρύβοντας την εκμετάλλευση, βρίσκει τη δικαίωσή της στην «ευημερία του λαού», σε αντιπαράθεση με τις χοντροκομμένες διευθετήσεις του παλαιού καθεστώτος. Όμως η ιστορία του 20ού αιώνα έδειξε ότι η μοντέρνα βιοπολιτική συνταιριάζει ανατριχιαστικά καλά με την αρχαϊκή θανατοπολιτική.

[7] Δίκαια ή άδικα, ο Σεμπρούν μού θυμίζει την πιο ηχηρά ρητορική και τη λιγότερη μεστή στιγμή των ύστερων (ή μετα-) καταστασιακών.

[8] Πάντως, ακόμα και σε κείνη την «υπερμαρξοποιημένη» εποχή, θα έμοιαζε υπερβολικά δογματικό το άτεγκτο κριτήριο «για να γνωρίζει κανείς τέτοια επιτυχία εντός των σημερινών κοινωνιών της κατανάλωσης θα πρέπει να μοιράζεται ορισμένα από τα χούγια και τα ήθη τους» (από την εισήγηση του Ν.Μ.).

[9] Σε μια ανάλογη προσπάθεια για τον εντοπισμό ενός «ριζοσπαστικού φουκοϊσμού», η εισήγηση του Ν.Μ. ανακαλύπτει ένα τραβηγμένο απ’ τα μαλλιά παράδειγμα: «μπορούμε να βρούμε στον Φουκώ μια πολύ καλή σύνοψη –ή, έστω, μια ψευτο-φιλοσοφική θεμελίωση– όλων των κακών συνηθειών του σημερινού αναρχικού Χώρου». Όσα κι αν είναι τα κουσούρια του αναρχικού ή αντιεξουσιαστικού χώρου, πολύ αμφιβάλλω για το αν οφείλονται ή σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με τον Φουκό ή με τον φουκοϊσμό – εξόν αν θέλει κανείς να συνδυάσει, σώνει και καλά, δύο εμμονές του.