Βαλς στο βάλτο και άλλοι βαλκανικοί χοροί

Κρυπτοαποικιακές σημειώσεις

1140x530_new_image_5328

1

Δεν πρέπει να είναι τυχαίο ότι μια ορισμένη ορολογία, που πηγάζει από τα αποικιακά συμφραζόμενα, παραμένει ενεργή και παράγει θεωρία. Ήδη τη στιγμή που η απο-αποικιοποίηση έμοιαζε να πετυχαίνει τους στόχους της, στο εμβληματικό πρώτο νέο αφρικανικό κράτος λανσαρίστηκε ο όρος νεοαποικιοκρατία[1] – και ασφαλώς δεν είχαμε να κάνουμε με λεπτεπίλεπτη διανοουμενίστικη εκζήτηση. Στην αυγή μιας μεταγενέστερης εποχής, δημιουργήθηκε ένας νέος θεωρητικός χώρος, η μεταποικία – το μετα- αυτό, εδώ, υπονοεί ότι έχουν μείνει ανοιχτοί λογαριασμοί, προβλήματα που κουκουλώθηκαν, παρελθόντα που δεν παρέρχονται. Πάντως, στον Ρόμπερτ Γιανγκ, ένα από τα σημαντικά ονόματα στις Μεταποικιακές Σπουδές, το επίθετο αυτό δεν πολυαρέσει και δηλώνει ότι θα προτιμούσε να λέγονται Τριηπειρωτικές.[2] Οι τρεις ήπειροι είναι φυσικά η Ασία, η Αφρική και η Λατινική Αμερική. Κάπου αλλού, στο σταυροδρόμι τριών άλλων ηπείρων, όπου μόνο οι δύο είναι κοινές με την προηγούμενη τριάδα, οι ιθαγενείς κάνουν τα πάντα για να ξεχάσουν αυτές τις δύο ακριβώς, την εγγύτητά τους που θεωρείται απειλητική, αν και κατά καιρούς καμαρώνουν ακριβώς γι’ αυτό το σταυροδρόμι που όμως το αντιλαμβάνονται μάλλον σαν μονόδρομο. Βρίσκονται στη συμβολή τριών, προτιμούν όμως να θεωρούν τις δύο αλλότριες και εχθρικές. Θέλουν να τις κοιτούν μέσα από τα θωρακισμένα τζάμια της Πρώτης και τρέφουν γι’ αυτή την Πρώτη Ήπειρο αγάπη και μίσος, ένα περίπλοκο συναίσθημα που εκφράζεται συνήθως σαν αγχώδης ανασφάλεια: νιώθουν σαν φιγούρες που ζουν στις άκριες του Δισκόκοσμου του Τέρι Πράτσετ, ανησυχώντας διαρκώς μήπως πέσουν Έξω και Κάτω. Όπου, φυσικά, όλοι το γνωρίζουν, δεν υπάρχει σωτηρία.

Εμπνευσμένος ίσως και από τέτοια μεθοριακά αισθήματα, πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, ο Μάικλ Χέρτσφελντ παρουσίασε την έννοια του κρυπτοαποικισμού, ή της κρυπτοαποικιοκρατίας αν προτιμάτε.[3] Ήθελε να δηλώσει πολύ περισσότερα από όσα υποβάλλει ο όρος (ο οποίος, σαν λέξη, μπορεί ήδη να είχε χρησιμοποιηθεί, εννοώντας όμως απλώς μια αποικία που δεν είναι επισήμως τέτοια, απλή εξαπάτηση). Η κατά Χέρτσφελντ κρυπτοαποικιοκρατία υπονοεί όχι απλώς πολλαπλές υποτέλειες που καλύπτονται πίσω από μια τυπική πολιτική ανεξαρτησία αλλά επιπλέον και το συνδυασμό μιας τέτοιας κατάστασης με «την επιθετική διαμόρφωση μιας εθνικής κουλτούρας που αποβλέπει στην εθνική τόνωση και επιβεβαίωση, αλλά κατασκευάζεται ωστόσο, θετικά ή αντιθετικά, με βάση ξένα πρότυπα». Ταυτόχρονα ή παράλληλα, δημιουργεί μια «ζώνη ασφαλείας ανάμεσα στις ήδη αποικισμένες περιοχές και σε κείνες που παραμένουν ανεξέλεγκτες». Είναι, επίσης, ένας συνδυασμός οδυνηρός για όσους τον βιώνουν, αφού η αντίφαση ανάμεσα στη (γεωπολιτική) πραγματικότητα και τις φανταστικές αξιώσεις αποχτά τόσο τεράστιες διαστάσεις που είναι καταρχήν ανεξήγητη – ερμηνεύεται λοιπόν με μία ή περισσότερες συνωμοσίες ή άλλες αυτοσχέδιες θεωρίες, τόσο τραβηγμένες απ’ τα μαλλιά που καταλήγουν στο γελοίο. Η συλλογική ψυχική κατάσταση που προκύπτει θα μπορούσε να ονομαστεί, πρόχειρα και προσωρινά, εθνοπαράνοια. Παρά τη φαινομενική ομοιότητα με κλινικές καταστάσεις παραφροσύνης ή σχιζοφρένειας, δεν είναι απλή και αγνή τρέλα ούτε σουρεαλισμός ή κάποια άλλη μορφή λυρικού ή ρομαντικού ανορθολογισμού. Και κυρίως, παρότι φαίνεται εντελώς άβολη και υποκειμενικά επιβαρυντική, είναι κατάσταση που αποδεικνύεται εξυπηρετική για εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις που ξέρουν να επωφεληθούν από αυτήν, προσυπογράφοντάς την αορίστως και συντηρώντας την στο φόντο, σαν ένα προπέτασμα καπνού για πραγματικές κοινωνικές διεργασίες, εξελίξεις, συγκρούσεις.

Η πνευματική αυτή διάθεση είχε χαλαρώσει ή ατονήσει (αλλά με κανένα τρόπο δεν είχε εξαλειφθεί) λόγω της ιστορικής περιπέτειας που σημάδεψε το τέλος της δεκαετίας του ’60 και πραχτικά ολόκληρη τη δεκαετία του ’70, επανήλθε όμως, πρώτα σ’ ένα πολιτισμικό επίπεδο, σαν ένα διάχυτο και καθαρά αντιδραστικό κίνημα «πνευματικής παλινόρθωσης» στα χρόνια του ’80,[4] τέλος επανεμφανίστηκε πανηγυρικά και κυριάρχησε στο πολιτικό προσκήνιο με την «εθνικ(ιστικ)ή αφύπνιση» του 1992. Σε κείνη τη συγκυρία φάνηκε και η χρησιμότητά της: η ολομέτωπη επίθεση στα εργατικά δικαιώματα (που ήταν το, όχι και τόσο μυστικό, έργο εκείνης της δεκαετίας) δύσκολα θα μπορούσε να έχει πετύχει τόσο εύκολα ή τόσο αθόρυβα, χωρίς εκείνη τη διαρκή και αγχωτική ενασχόληση με ένα «εθνικό πρόβλημα» που δεν είχε ούτε πραγματικό διακύβευμα ούτε λύση. Η αλληλοτροφοδότηση συνεχίστηκε: αποτέλεσμα εκείνης της αφύπνισης, η εμφάνιση ανοιχτά φασιστικών κομμάτων και η συσκότιση που σχεδόν εξ ορισμού προκαλούν έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ολοκλήρωση εκείνης της επίθεσης, με διόλου αφανή τρόπο πια, μέσα στην τελευταία δεκαετία.

Σ’ αυτό θα επανέλθουμε, προς το παρόν όμως, ας σταθούμε στα διφορούμενα αισθήματα που προκαλούν οι μεγάλες (ευρωπαϊκές) Δυνάμεις: οι ποικίλες αρετές τους (κυρίως η ισχύς τους, δηλ. τοπικά η δυνατότητα που έχουν για άσκηση κυρίαρχης αποικιακής πολιτικής) αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού και φθόνου. Η ιστορική τους θεωρία, όπως την έχουν προπαγανδίσει οι ίδιες, μιλάει για κάποια «φώτα» που αντλήθηκαν από ένα μυθικό παρελθόν – αφού αυτός ο συμβατικός θρύλος περιλαμβάνεται στο ιδρυτικό καθεστώς της κρυπτοαποικίας (επισήμως, η χώρα συγκροτήθηκε μόνο και μόνο για να τιμηθεί αυτό το «χρέος»). Η ένταση αυτή καταλήγει σχεδόν πάντα σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού τους για ίδιο όφελος (δηλ. για το συμφέρον κάποιων κυρίαρχων ομάδων που βαφτίζεται, ή ταυτίζεται με το, «εθνικό συμφέρον»), είτε μέσα από τον ολόψυχο και μιμητικό θαυμασμό είτε μέσα από τη γκρινιάρικη παραδοχή της πραγματικότητας του συσχετισμού των δυνάμεων.

Το πρώτο μέρος του όρου (κρυπτο-) υπογραμμίζει τις εντατικές προσπάθειες να συσκοτιστεί η πραγματικότητα του αποικισμένου. Π.χ. «ξεχνιέται» συστηματικά, δηλ. έχει απωθηθεί, το γεγονός ότι το πρώτο ελληνικό κράτος, ήδη πριν από το χιλιοτραγουδισμένο 1821, υπάχθηκε γρήγορα σε ένα κλασικό αποικιακό καθεστώς (επισήμως προτεκτοράτο, «κυρίαρχο κράτος κάτω από την προστασία του βρετανικού στέμματος», αλλά η ασάφεια αυτής της διατύπωσης γρήγορα ξεκαθαρίστηκε παίρνοντας τη μορφή μιας στιβαρής αποικιακής διοίκησης)[5] ενώ και η αποικιακή θεμελίωση του Βασιλείου των Ελλήνων (Ναυαρίνο, ένας τσαρικός Κυβερνήτης, Βαυαροί κλπ) παρουσιάζεται κάπως σαν αλλόκοτη ή και αναπόφευκτη ιδιομορφία: καμία σχέση με αποικιοκρατία, ασφαλώς!

Όσο για το Διεθνές Δίκαιο, στο πλαίσιο αυτό, ποτέ δεν σήμαινε πάρα πολλά πράγματα, κατά καιρούς πάντως λειτουργούσε σαν ένας κανόνας ισορροπίας μεταξύ των Δυνάμεων –ισορροπία του τρόμου ασφαλώς, με δεδομένη την ταυτότητα των «παιχτών»– κι αυτό ίσχυσε σε γενικές γραμμές στη μεταπολεμική περίοδο (εδώ θα μπορούσαν να διατυπωθούν πολλές ενστάσεις, από Αφρικανούς, Χιλιανούς, Αφγανούς, Βιετναμέζους και πολλούς άλλους, αλλά για να προχωρήσει η συζήτηση θα τις παραβλέψουμε). Με το τέλος του «Ψυχρού Πολέμου» (τα εισαγωγικά μπαίνουν για να δείξουν ότι πρόκειται εδώ για την αναδρομική θέαση αυτής της περιόδου),[6] μετά την εξαφάνιση του διπολισμού ΗΠΑ-ΕΣΣΔ ορθότερα, οι ας πούμε νικητές, τέλος πάντων ο πόλος που παρέμεινε ισχυρός και στην ουσία αμετάλλαχτος, είχε αναγγείλει τον ερχομό μιας εποχής ειρήνης, μιας γαλήνιας και αρμονικής «νέας τάξης πραγμάτων», ότι τώρα πια που δεν υπάρχουν εμπόδια, το Διεθνές Δίκαιο θα βασίλευε ανενόχλητο και χωρίς τις συνηθισμένες σκιές. Σήμερα, αυτό ακούγεται σχεδόν βουκολικό, αναμνήσεις από κάποια υποτιθέμενη «εποχή της αθωότητας» (α, ακόμα μία!), η έκφραση «νέα τάξη» χρησιμοποιείται μόνο ειρωνικά ή υβριστικά και από τη λαμπρή φορεσιά του Διεθνούς Δικαίου, μετά την περίοδο των Μπους (όπου πρέπει να συμπεριλάβουμε και τον εμβόλιμο Κλίντον), έχουν απομείνει μόνο σκισμένα κουρέλια, με τα οποία φτιάχνονται απλώς πρόχειροι επίδεσμοι για τα πιο επείγοντα τραύματα.

 

2

Ακόμα και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η Συμφωνία των Πρεσπών κάνει κάποια εντύπωση, αν εξεταστεί θεωρητικά σαν διαπραγμάτευση μεταξύ ανεξάρτητων και καταρχήν ίσων οντοτήτων. Σπάνια, αν συνέβη ποτέ, ένα κράτος έχει τροποποιήσει την ονομασία του κατ’ απαίτηση ενός γειτονικού κράτους και σε επίσημη συμφωνία μ’ αυτό, και πολύ σπάνια ένα κράτος έχει επιτρέψει σε άλλο κράτος να επέμβει στα εσωτερικά του τόσο ωμά και απροκάλυπτα ώστε να του υπαγορεύει συνταγματικές αλλαγές, λεπτομέρειες σχετικά με τη χρήση και την ερμηνεία των μνημείων, απαγόρευση στη χρήση συμβόλων και διακοσμητικών μοτίβων, ονομασιών κλπ – αν εξαιρέσουμε περιπτώσεις κατοχής μετά από συντριπτική ήττα σε πόλεμο ή επίσημης αποικιοποίησης, όπου περιλαμβάνεται και η εκδοχή του προτεκτοράτου και της Προστασίας. Βέβαια, στην πράξη, το ένα μέρος ήταν τόσο αδύναμο ώστε είχε ήδη βρεθεί εξαρτημένο κατά μεγάλο μέρος και ολοένα περισσότερο από το ισχυρότερο άλλο, πριν την περίφημη Συμφωνία και παρά τη μεταξύ τους θεωρητική ή υποθετική ή φαντασιακή εχθρότητα (δεν μπορώ να βρω κατάλληλο όρο…). Το αντάλλαγμα για όλους αυτούς τους ταπεινωτικούς περιορισμούς κυριαρχίας είναι η υπόσχεση για μια περαιτέρω απώλεια κυριαρχίας, επιθυμητή όμως αυτή ή έτσι υποτίθεται,[7] δηλαδή η Ελλάδα υπόσχεται να αποδεχτεί την είσοδο της Βόρειας (πια) Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και να μην εμποδίσει, «λόγω του ονόματος», τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Βόρειας Μακεδονίας με την ΕΕ (αν και διατηρώντας «το δικαίωμα ένστασης και βέτο στην ενταξιακή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας στην ΕΕ σε περίπτωση που αυτή παραβιάζει τη Συμφωνία των Πρεσπών ή/και δεν προχωρά ικανοποιητικά στην αλλαγή της εσωτερικής ονομασίας της χώρας σε θεσμούς και έγγραφα», δηλαδή το δικαίωμα να ερμηνεύει η ίδια κι από μόνη της το αν η Συμφωνία εφαρμόζεται ικανοποιητικά).

Τα ονόματα έχουν σημασία, βέβαια, και η αυτο-ονομασία ακόμα περισσότερο. Θέλω να πω, χρησιμοποιώντας μια έτοιμη φράση, «για το διεθνές δίκαιο, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των λαών περιλαμβάνει αυτονόητα και το δικαίωμά τους να διαλέγουν όνομα».[8] Αυτό μοιάζει προφανές αλλά ασφαλώς δεν ήταν πάντα έτσι, αφού και η λέξη «αυτοδιάθεση» χρειάστηκε να επινοηθεί κάποια στιγμή. Ας θυμηθούμε λοιπόν την παλιά συνήθεια των αποικιοκρατών να ονοματίζουν τις παρθένες χώρες που «ανακάλυπταν» ή «δημιουργούσαν» – και συχνά αυτές οι ονομασίες παραπέμπανε σε σύμβολα εξουσίας: χρησιμοποιούσαν το όνομα του βασιλιά ή της βασίλισσας, ή ονόματα αγίων και μεγάλων εορτών, δηλώνοντας αμέσως τη μοναρχία και τη θρησκεία που ήθελαν να επιβάλλουν στους ντόπιους, στους παρθένους λαούς που ονοματίζονταν κι αυτοί από τους καταχτητές τους με τον ίδιο αυθαίρετο τρόπο. Από την άλλη, η απο-αποικιοποίηση και γενικά οι αντιαποικιοκρατικοί αγώνες συχνά εστίαζαν στη διεκδίκηση ενός άλλου ονόματος: είτε στην επαναφορά κάποιας παλιάς ονομασίας, περισσότερο ή λιγότερο «αυθεντικής», όπου αυτή υπήρχε και είχε επιβιώσει, ή στη δημιουργία μιας εντελώς νέας ονομασίας, από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους όμως – μια ονοματική αυτοδιάθεση, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Τώρα μοιάζει να έχουμε εδώ μια αντίστροφη κίνηση, καθαρά αντιδραστική: αρκετά επιτρέψαμε σε διάφορους τριτοκοσμικούς και άλλους περίεργους να ονοματίζουν τον εαυτό τους όπως θέλουν, ενδεχομένως με εξωτικά, παρδαλά και δυσκολοπρόφερτα ονόματα. Το δικαίωμα ονοματισμού επιστρέφει στον φυσικό κάτοχό του, στο παλιό καλό κέντρο του κόσμου, στην Ευρώπη, μέσα από την έγκριση του πολιτικού φορέα που υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί συνολικά την κληρονομιά της.

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο, ενδιαφέρον επειδή πίσω του κρύβουν τον εθνικισμό τους (ή τη μονόφθαλμη ενημέρωσή τους), είναι η ανησυχία για τον αλυτρωτισμό (των άλλων). Επί της ουσίας, αρκεί μια ματιά στο υποτίθεται αλυτρωτικό σύνταγμα των τρισκατάρατων και απλή αντιπαραβολή με άλλα, βαλκανικά π.χ., συντάγματα.[9] Δεύτερο, ειδικά για όσους τάχα καταδικάζουν αμοιβαία κλπ, ακόμα και κάποιος αρχάριος στο διεθνισμό καταλαβαίνει ότι, στα πράγματα αυτά, ξεκινάμε πάντα από τον «δικό μας» εθνικισμό, όχι από τις μεροληπτικά φουσκωμένες καμπούρες των άλλων (όλοι οι έλληνες ρατσιστές / εθνικιστές καταδικάζουν τον «τουρκικό ρατσισμό / εθνικισμό», και αντιστρόφως). Τρίτο, στα Βαλκάνια ο αλυτρωτισμός συνδέεται ιστορικά και παραδοσιακά με συγκεκριμένη χώρα (που άλλωστε είχε πάντα ζητήματα, προβλήματα, θέματα, εναντίον όλων των γειτόνων της) και διόλου τυχαία η εμμονή της χώρας αυτής με τους «ομογενείς». Η κατάχρηση του όρου φέρνει γέλια, γιατί θυμόμαστε τις πιο κωμικές και κατασκευασμένες περιπτώσεις, από το ποδόσφαιρο μέχρι κάποιες γκροτέσκες πλευρές της διπλωματίας/κατασκοπείας,[10] όταν όμως σκεφτόμαστε τι μπορεί να σημαίνει η έκφραση «Έλληνες το γένος» και πού και πώς έχει χρησιμοποιηθεί, κάπου κόβονται τα γέλια: έχουμε μπροστά μας τον παλιό-κακό ρατσισμό του αίματος.

 Η διαφορά μεταξύ προτεκτοράτου και μη προτεκτοράτου (αν προτιμήσουμε τον όρο αυτό) γίνεται φανερή αν σκεφτούμε ότι ένα τέτοιο σύνολο απαγορεύσεων, οπωσδήποτε ιδιότροπων και λιγάκι ασυνάρτητων, είναι αδύνατο να επιβληθεί εκτός προτεκτοράτου, στην υπόλοιπη οικουμένη, και κάθε τέτοια προσπάθεια θα ήταν μάταιη και γελοία. Π.χ. δεν θα μπορούσε να απαγορευτεί να ονομάζονται ξένες πόλεις «Θεσσαλονίκη» και «Βεργίνα» (αν τυχόν δημιουργηθεί μια τέτοια λοξή μόδα, όπως παλιότερα με τις διάφορες Αθήνες και Σπάρτες του Νέου Κόσμου), ούτε θα μπορούσαν να εμποδιστούν πανεπιστημιακά ιδρύματα, ιδιωτικές εταιρείες, λιμάνια, αεροδρόμια κλπ να παίρνουν ονόματα Αρχαίων Ελλήνων (ή άλλων αρχαίων, με μεγαλύτερη ή μικρότερη, καλή ή κακή, σχέση με τους Αρχαίους Έλληνες),[11] επίσης δεν μπορεί να απαγορευτεί η χρήση αρχαιοελληνικών λέξεων, ή λέξεων με αρχαιοελληνικά στοιχεία, για τον ονοματισμό προϊόντων, για ορολογία και νεολογισμούς κλπ, τέλος δεν θα μπορούσε να εμποδιστεί η συνήθεια πολλών ευρωπαίων και αμερικανών διανοούμενων να δηλώνουν ότι θεωρούν δική τους κληρονομιά την ελληνορωμαϊκή, ή και τη σκέτα αρχαιοελληνική, παράδοση. Και μάλιστα όχι μόνο δεν θα μπορούσε να εμποδιστεί αλλά δεν υπάρχει και καμία διάθεση να εμποδιστεί: απεναντίας, όταν πρόκειται για ευρωπαίους ή αμερικάνους και όχι βέβαια για βαλκάνιους και σλάβους, αυτή η αντιποίηση κληρονομιάς προκαλεί ρίγη συγκίνησης και πατριωτική περηφάνια. Αυτό μας οδηγεί στη σκέψη ότι, στα πράγματα αυτά, υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι – επομένως και στην ιδέα ότι μπορεί να υπάρχει κλιμακωτή αποικιοκρατία, διαφόρων βαθμών, με την κυριαρχία να ανεβαίνει και την εξάρτηση να κατεβαίνει αυτή την ιεραρχική κλίμακα.

 

3

Προτεκτοράτο, λένε τα κιτάπια, ονομάζεται ένα κράτος με μειωμένη κυριαρχία, μέρος της οποίας το κράτος αυτό έχει υποχρεωθεί να παραχωρήσει σ’ ένα άλλο ισχυρότερο κράτος, που ονομάζεται Προστάτιδα Δύναμη. Τυπικά, η Προστάτιδα παίρνει κάτω από την αιγίδα της την εξωτερική πολιτική και την άμυνα του προτεκτοράτου (ειδικά αν το προτεκτοράτο δεν διαθέτει πραγματικό στρατό αλλά απλώς κάποια ένοπλη δύναμη για εσωτερικά αστυνομικά καθήκοντα, η οποία δεν μπορεί να αμυνθεί απέναντι σε εξωτερικές δυνάμεις, ούτε βέβαια να απειλήσει επιθετικά γειτονικές χώρες). Η αλήθεια είναι ότι η Προστασία έγινε πάντα αντιληπτή, από αυτούς που αναγκάζονταν να την υποστούν, με την πραγματική της αξία μιας άνευ όρων κυριαρχίας, σαν καθαρός ευφημισμός, επομένως προξενούσε στους περισσότερους τρόμο (της θαλάσσης καλύτερα μανιασμένα τα κύματα κλπ), αν και πάντα υπήρχαν και υπάρχουν εκείνοι που βολεύονταν μαζί της, είτε υποκύπτοντας στην υπέρτερη ισχύ, είτε (ένα βήμα παραπέρα) ανακαλύπτοντας εντός της λαμπρές ευκαιρίες.

Γιατί η αποικιοκρατία (και ο ιμπεριαλισμός σαν ιστορική της συνέχεια) ποτέ δεν ήταν αδιαμεσολάβητη κυριαρχία,[12] σε μια ωμή και κάθετη αντίθεση προς την «εθνική ανεξαρτησία»: πάντα αναζητούσε και συχνά έβρισκε τοπικά στηρίγματα σε ντόπιες κοινωνικές δυνάμεις, σχεδόν πάντα στις τοπικές ελίτ ή έστω σ’ ένα μέρος τους (επίσης αξιοποιούσε, μερικές φορές, κάποιες «ιδιαίτερες μειονότητες» που μπορούσαν να παίξουν στρατηγικό ρόλο). Η ρητορική περί «προδοτών», εκ μέρους πολλών εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων (περισσότερο ή λιγότερο δικιολογημένη μέσα στην έξαψη του πολέμου), συσκοτίζει το σημείο αυτό. Επομένως, λέω εγώ, η αποικιοκρατία (και ο ιμπεριαλισμός) δεν βρίσκεται απαραίτητα σε σύγκρουση με τον εθνικισμό (που είναι, ή τουλάχιστον ξεκινάει πάντα σαν ιδεολογία κάποιων τοπικών ελίτ), ειδικότερα στην Εγγύς και Μέση Ανατολή μπόρεσαν συχνά να συνδυαστούν. Στις παραδοσιακές αποικίες, από την άλλη, πολλές φορές η σχετικά ανοιχτόμυαλη και πάντως πολύ πραχτική αντίληψη της αποικιοκρατικής διοίκησης (για τη χρησιμοποίηση / συνεργασία / εκμετάλλευση κοκ τοπικών ελίτ) βρήκε εμπόδιο στο ρατσισμό των κατώτερων οργάνων της αποικιοκρατίας – δηλ. στο στρατιωτικό μηχανισμό ή στους άποικους, που ήταν εμποτισμένοι με μια (ευρωπαϊκή) περιφρόνηση προς τους ιθαγενείς ή, με άλλα λόγια, ήθελαν να δικιολογήσουν και να διαιωνίσουν την ουρανόφερτη ταξική κυριαρχία που τους είχε προσφερθεί τοπικά με φυλετικούς ή εθνοτικούς όρους.

Ιστορικά λοιπόν, ο θεσμός του προτεκτοράτου σχετίζεται με την ύστερη περίοδο της αποικιοκρατίας, όταν αφενός ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες και αφετέρου κάποιες τοπικές ευαισθησίες, πρωτοεθνι[κι]στικές ας πούμε, δημιούργησαν την ανάγκη για αποχρώσεις, διαβαθμίσεις, ευφημισμούς και συμβιβασμούς. Οι τοπικές ευαισθησίες αφορούσαν κυρίως τοπικές ελίτ, με δυτικόστροφη παιδεία, που άρχιζαν να πλάθουν, δειλά και ασαφώς στην αρχή, κάποια όνειρα για δημιουργία εθνών δυτικού τύπου. Από την άλλη, ο θεσμός θα μπορούσε να συσχετιστεί με ιδέες έμμεσης διακυβέρνησης και κάποιες φιλελεύθερες (με την έννοια του 19ου αιώνα) κατευθύνσεις, που δεν περιορίζονταν στη Βρετανική Αυτοκρατορία αν και εκεί έβρισκαν την πιο τυπική τους μορφή. Το αποτέλεσμα ήταν κάποιες μάλλον υποκριτικές διευθετήσεις, όπου αποικίες βαφτίζονταν προτεκτοράτα και αδύναμα, στη θεωρία ανεξάρτητα, κράτη γίνονταν στην ουσία προτεκτοράτα. Ένα άλλο αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας αποικιοκρατίας δευτέρου βαθμού, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ή μιας κλιμακωτής αποικιοκρατικής δομής, όπου ημιανεξάρτητοι κρατικοί σχηματισμοί συμμαχούσαν με την προστάτιδα τους δύναμη για να επεκτείνουν την αποικιακή κυριαρχία παραπέρα, ελπίζοντας να πάρουν μερίδιο από τα κέρδη και τα λάφυρα, βλ. π.χ. τη δημιουργία του Αγγλοαιγυπτιακού Σουδάν. Η επέκταση προς την Ανατολή δημιούργησε, μέσα από μια αλληλεπίδραση ανάμεσα σε δυτικές ιδέες και κανόνια και τοπικές ευαισθησίες κατά τα παραπάνω, μια σειρά από χριστιανικά κρατίδια (χριστιανικά μετά από κατάλληλες εκκαθαρίσεις και διευθετήσεις ασφαλώς, είναι όμως ενδεικτικό ότι η δυτικοευρωπαϊκή αποικιοκρατία στήριζε ιδεολογικά και «ιστορικά» τις απαιτήσεις της πάνω στους μεγάλους ιδρυτικούς μύθους της Δύσης: Κλασική Ελλάδα και Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Χριστιανοσύνη και Σταυροφορίες). Αυτά τα ας πούμε νέα χριστιανικά έθνη της Ανατολής προσαρμόζονταν στο προτεκτορατικό σχήμα, καθώς από τη μία βρίσκονταν σε ποικίλα καθεστώτα κηδεμονίας, εξάρτησης και προστασίας (άσχετα με το τυπικό στάτους) από μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις που έλπιζαν να τα χρησιμοποιήσουν σαν βάσεις ή ορμητήρια για αποικιακό έλεγχο στην Εγγύς / Μέση Ανατολή, ενώ από την άλλη και τα ίδια (δηλ. οι ελίτ τους) βιάζονταν να πάρουν μέρος στην επιχείρηση για να πραγματώσουν τις συνήθως υπέρμετρες νεανικές τους φιλοδοξίες. Στο πλαίσιο αυτό και μετά τα προεόρτια των βαλκανικών πολέμων, ο Βενιζέλος, αφού εξασφάλισε με μάλλον άκομψο τρόπο τη συμμετοχή στο Μεγάλο Πόλεμο, παρουσίασε προς στιγμή μια πετυχημένη εφαρμογή αυτού του σχεδίου: έχοντας βρεθεί προνοητικά στην πλευρά των νικητών και παραμένοντας στενά προσκολλημένη στην θεωρούμενη μεγαλύτερη δύναμη, η χώρα «του» ήταν έτοιμη να ριχτεί στην αποικιακή εξόρμηση προς τα ανατολικά, σε ανταγωνισμό με άλλες αποικιακές δυνάμεις όπως η Γαλλία και η Ιταλία, πάντα όμως στη σκιά της Βρετανίας της οποίας τα συμφέροντα εκπροσωπούσε.[13] Παρά τους ευνοϊκούς οιωνούς, το μαξιμαλιστικό σχέδιο για τη δημιουργία μιας μικρομέγαλης περιφερειακής Δύναμης κατέρρευσε παταγωδώς, σε τελική ανάλυση όμως, η δεκάχρονη αιματηρή περιπέτεια, μετά τις αμοιβαίες εθνοκαθάρσεις και, όπως θα έλεγαν σήμερα, με ανυπολόγιστο ανθρώπινο κόστος, στάθηκε μια πραγματική ιστορική «εθνογένεση»: κατάφερε να δημιουργήσει ένα λίγο-πολύ συνεκτικό έθνος-κράτος με αξιόλογες διαστάσεις, το οποίο μπορούσε κατά καιρούς να ονειρεύεται (απλώς) την ανεξαρτησία του.

Κλείνοντας αυτή την παρέκβαση, ας σημειώσουμε ότι, στις φατριαστικές διαμάχες εντός της κυρίαρχης ελίτ, η λεγόμενη προοδευτική μερίδα (Φιλελεύθερο Κόμμα, «δημοκρατική παράταξη», «εκσυγχρονισμός», «προοδευτική συμμαχία» κλπ) είχε πάντα μια εμμονή με την περιφερειακή ισχύ («Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», εικονική προσκόλληση στον «σκληρό πυρήνα της Ευρώπης», «ηγεμονική δύναμη στα Βαλκάνια»), πάντα σε συμφωνία και εξαρτημένη από τα συμφέροντα της θεωρούμενης ισχυρότερης Δύναμης – στάση που βασιζόταν είτε σε ειλικρινή θαυμασμό, στα όρια της δουλοπρέπειας, είτε σε ωμό κυνισμό («ρεαλισμός»). (Η άλλη φατρία, η λεγόμενη συντηρητική, έδειχνε την ίδια στάση απέναντι στους ισχυρούς, με τους ίδιους τρόπους και τα ίδια επιχειρήματα, όμως, παρά την απληστία της, ήταν λιγότερο πρόθυμη για παρακινδυνευμένα εξωτερικά εγχειρήματα – ίσως επειδή τη φόβιζε η πιθανότητα να διαταραχτούν, μέσω αυτών, οι κατεστημένες κοινωνικές ισορροπίες στο εσωτερικό.)

 

4

Επανέρχομαι, μετά από κάποιο διάστημα, για να ολοκληρώσω. Ένας απολογισμός των εξελίξεων σε μορφή «περίληψης προηγουμένων»:

Η κυβέρνηση, που βρισκόταν σε δύσκολη θέση, άδραξε την ευκαιρία (είτε κινήθηκε με δική της πρωτοβουλία είτε πιέστηκε για να λύσει και αυτήν την –«ευρωατλαντική»– εκκρεμότητα). Υπήρχε στο κάτω-κάτω διαθέσιμη η «εθνική γραμμή», η οποία με μια κουβέντα ήταν μια συμφωνία κυρίων ανάμεσα στα τότε δύο κόμματα εξουσίας, ότι το καθένα από αυτά, όντας αντιπολίτευση, δεν θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί δημαγωγικά τις κινήσεις του άλλου, όντας κυβέρνηση – και η ανάγκη γι’ αυτή τη συμφωνία πρόκυψε ακριβώς επειδή η, ας πούμε, δημαγωγική συμμόρφωση προς την εθνοπαράνοια στο θέμα αυτό είχε παραλύσει οποιαδήποτε απόπειρα για την εφαρμογή κάποιας πολιτικής στον πραγματικό κόσμο. Το πρόβλημα ήταν ότι τώρα αυτή τη λεγόμενη «εθνική γραμμή» ερχόταν να την εφαρμόσει ένα άλλο, νέο κόμμα εξουσίας – ε, αυτό δημιουργούσε κάτι σαν κρίση ταυτότητας στα δύο παλιά κόμματα εξουσίας, ή τουλάχιστον τα έφερνε σε δύσκολη θέση, καθώς μάλιστα το εν λόγω νέο κόμμα απειλούσε να τα υποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό, τόσο απέναντι σε ισχυρές τοπικές δυνάμεις όσο και απέναντι στα κέντρα της εξάρτησης. Τα παλιά αυτά κόμματα λοιπόν πιέστηκαν, ή τουλάχιστον δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό, να μετακινηθούν προς μαξιμαλιστικές θέσεις, βουτώντας και ψαρεύοντας στο βούρκο της εθνοπαράνοιας, περισσότερο ή λιγότερο απροκάλυπτα ή απρόθυμα, αναλόγως με το στιλ του καθενός πολιτικού. Αυτό εξυπηρέτησε θαυμάσια και το νέο κόμμα, αφού του έδωσε την ευκαιρία να παρουσιάσει μια κάθετη αντίθεση ανάμεσα σε δυο ριζικά διαφορετικές παρατάξεις, που αλλιώς θα ήταν πολύ δύσκολο να σκηνοθετηθεί, προσπαθώντας να συσπειρώσει τους τρομαγμένους από τις εκρήξεις της εθνοπαράνοιας σε μια παρωδία «αντιφασιστικού μετώπου».[14] Το αντίτιμο είναι μια γενικότερη μετατόπιση του πολιτικού άξονα προς την ακροδεξιά (η οποία ενδέχεται να δημιουργήσει συγκυρίες που ξεπερνούν τους σχεδιασμούς των σοφών στρατηγικών εγκεφάλων).

Και οι δύο μεριές ανταλλάξανε καταγγελίες για «μικροπολιτική» ή για κομματικό συμφέρον που τίθεται υπεράνω του ανώτερου «εθνικού συμφέροντος», υποτίθεται κοινού για όλους, δηλώνοντας η καθεμιά ότι έκανε το αντίστροφο. Ως προς αυτό, θα έλεγα ότι οι πολιτικοί ελιγμοί ή οι μανούβρες είναι καταρχήν θεμιτές τακτικές, δηλ. στην προκειμένη περίπτωση πολύ περισσότερο από τα μέσα τρομάζουν οι σκοποί που επιδιώκονται, αλλά και η ρητορική που προσπαθεί να τις δικαιώσει. Το εθνικό συμφέρον είναι ασφαλώς το κοινό ψέμα, ο κοινός παρανομαστής όλων αυτών των κομμάτων, αλλά αυτό που έχει σημασία, από κρυπτοαποικιακή σκοπιά, είναι η επίσης κοινή παραδοχή τους ότι αυτό το ρημάδι το «εθνικό συμφέρον» υπάρχει μόνο μέσα στο «ευρωατλαντικό συμφέρον», σαν αρμονικό υποσύνολό του.[15]

 

5

Όπως και νάχει, στο τέλος, ο πρωθυπουργός Τσίπρας προσγειώθηκε σταθερά στην εθνικιστική ρητορική: «Η Συμφωνία των Πρεσπών μάς ξανάδωσε το όνομα της Μακεδονίας, αναγνώρισε την Ιστορία μας και υποχρέωσε τους γείτονές μας να αλλάξουν το Σύνταγμά τους, να αλλάξουν το συνταγματικό τους όνομα, να αλλάξουν ονόματα σε αεροδρόμια και δρόμους, να αλλάξουν τα βιβλία τους, να βάλουν τέρμα στην ιδιοποίηση της δικής μας Ιστορίας» (λόγος στη Θεσσαλονίκη), προσθέτοντας και μια μιλιταριστική κορώνα: «Δεν έχουν καταλάβει κάποιοι ανόητοι ότι τα ελληνικά F16 επιτηρούν τον εναέριο χώρο των γειτόνων μας και όχι τα τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη».[16] Κανείς δεν κάνει ατιμώρητα παρέα με τον Καμμένο, οπωσδήποτε, είναι επίσης κατανοητή η ανάγκη που νιώθει κάθε καλός δημαγωγός να ουρλιάξει μαζί με τους λύκους. Εντούτοις, αναρωτιέται κανείς αν θα μπορούσε (ο Τσίπρας) να παρουσιάσει κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα, δεν λέω «αριστερό» αλλά απλώς «μη εθνικιστικό», το αριστούργημα της πολιτικής του. Δεν καταδέχτηκε, ή δεν τόλμησε, να συμπεριλάβει σ’ αυτό ούτε καν κάποια πινελιά (ακίνδυνη αλλά με ιδιαίτερο συμβολισμό για την, ας πούμε, εαμογενή αριστερά) που να αφορούσε τους ελάχιστους πια επιζώντες σλαβομακεδόνες αντάρτες – κι αυτό παρότι η από μέρους του χρησιμοποίηση της «ιστορίας της αριστεράς» εξαντλείται ακριβώς σε τέτοιου τύπου συμβολικές και ανώδυνες ενέργειες.

Φαντάζομαι ότι, σε όλη αυτή την υπόθεση, αν τυχόν ενοχλείται κανείς από κάποια εκκρεμότητα, από κάτι που χρειάζεται διευθέτηση κλπ, το μόνο που θα μπορούσε να προσφέρει (στους Έλληνες – σε ποιους άλλους;), θα ήταν μια συμφιλίωση με την ιστορία τους, ή το τέλος μιας απώθησης. «Γιατί θέλουμε να ξεχνούμε ότι η ελληνική Μακεδονία έγινε ελληνική […] μέσα από ένα σπαρακτικό ξερίζωμα πληθυσμών, με αμοιβαίες ανταλλαγές πληθυσμών, με τον ερχομό των μικρασιατών Ελλήνων μετά από την καταστροφή; Η σημερινή πληθυσμιακή σύνθεση της Μακεδονίας είναι, κατά κύριο λόγο, αποτέλεσμα των ανταλλαγών πληθυσμών και όχι της επιβίωσης γηγενών ελληνικών πληθυσμιακών συνόλων».[17] Με πιο ωμά λόγια: Θα ήταν πολύ χρήσιμο να αναγνωριστεί το ιστορικό της προσάρτησης του ελληνικού κομματιού της Μακεδονίας, και κυρίως το γεγονός ότι η σημερινή σύνθεση του πληθυσμού είναι αποτέλεσμα εθνοκαθάρσεων, καταστολής, αφομοίωσης, εκτεταμένου εποικισμού καθώς και, στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης κυρίως, της εξόντωσης των εβραίων.[18] Σε ό,τι αφορά την προσθήκη νέου πληθυσμού είναι σαφέστατο ότι η πλειονότητα είναι έποικοι που εγκαταστάθηκαν εκεί πριν εκατό περίπου χρόνια, αφού δηλ. ήρθαν σαν πρόσφυγες από περιοχές της σημερινής Τουρκίας («από τα βάθη της [Μικράς] Ασίας», για να θυμηθούμε ένα ευρωεθνικιστικό κλισέ). Το παράξενο είναι ότι αυτοί οι έποικοι, μολονότι κρατάνε ζωντανή την παράδοση της προσφυγιάς τους (μιλάνε για «χαμένες πατρίδες», κάνουν τελετές μνήμης, ιδρύουν και συντηρούν σωματεία κλπ), την ίδια στιγμή και εντελώς σχιζοφρενικά απαιτούν να θεωρηθούν αυτόχθονες, προαιώνιοι κάτοικοι της Μακεδονίας και απευθείας απόγονοι του Αλέξανδρου και του Φιλίππου. Δεν ξέρω πώς ρυθμίζουν αυτή την αντίφαση μέσα στο μυαλό τους.

Όσο για τον εποικισμό γενικά, είναι μια τακτική που χρησιμοποιήθηκε από όλα τα βαλκανικά κράτη, αφού η διευθέτηση των συνόρων συνοδεύτηκε (όπως και στην περίπτωση της ελληνικής Μακεδονίας) από εθνοκαθάρσεις, εκτοπίσεις, μετεγκαταστάσεις, κλπ – και όσο πιο ξεριζωμένοι και απελπισμένοι ήταν οι πρόσφυγες, τόσο πιο πιστά θα υπηρετούσαν τον εθνικισμό που τους στρατολογούσε για να καταστείλει ή να περιθωριοποιήσει τους (ανεπιθύμητους) ντόπιους. Πρώην θύματα, συχνά έχοντας υποστεί διωγμούς και σφαγές, οι πρόσφυγες θεωρήθηκαν κατάλληλα επεξεργασμένο υλικό στα χέρια της κρατικής πολιτικής ώστε να γίνονται έποικοι, στο εξής θύτες, πρόθυμοι να πάρουν εκδίκηση για τα περασμένα τους παθήματα στην πλάτη άλλων, τρίτων ή άσχετων. Εκ των πραγμάτων, οι έποικοι είναι υποχρεωμένοι να αφοσιωθούν πιστά στη διαδικασία της μεταφύτευσής τους – και στην ιδεολογική κοπριά που χρησιμεύει για λίπασμα. Θέλω να πω, τη θέση τους δεν τη λες ζηλευτή, ιδιαίτερα όταν υποχρεώνονται να μπουν στην πρώτη γραμμή «εθνικών αγώνων» που λίγο πριν ελάχιστα τους αφορούσαν. Έρχεται στο νου η περίπτωση εκείνων των Βλάχων της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας (απροσδιόριστος αριθμός, πάντως σαφώς πάνω από δέκα χιλιάδες) που, κάπου προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920, μια ελληνορουμανική διπλωματική πιρουέτα και το αμοιβαίο συμφέρον μετάτρεψε πρώτα σε πρόσφυγες και μετά σε έποικους, στην προσαρτημένη Νότια Δοβρουτσά (όπου η εθνολογική σύσταση χρειαζόταν επειγόντως διόρθωση).

Μιλώντας για Μακεδονία και μιλώντας για Βλάχους, μοιραία οι συνειρμοί με οδηγούν σ’ εκείνο το απόσπασμα του Μακιαβέλι που μιλάει για καταναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών για κρατικούς λόγους, δίνοντας μάλιστα κατά σύμπτωση «για παράδειγμα το Φίλιππο, πατέρα του Αλέξαντρου», για τον οποίο «ο ιστορικός μάς λέει ότι ξεσήκωνε τον κόσμο και τον πήγαινε από τον ένα τόπο στον άλλο, έτσι καθώς οι τσοπαναραίοι ξεσηκώνουνε τα πρόβατά τους». Τούτο το απόσπασμα είναι διάσημο επειδή ο φλωρεντινός γραμματέας επιτρέπει στον εαυτό του, αμέσως μετά, μια στιγμή ηθικής αγανάχτησης: «Ωμότατοι είναι οι τρόποι τούτοι κι αντίμαχοι όχι μονάχα του βίου του χριστιανικού παρά και του ανθρώπινου, κι ο καθένας πρέπει να τους αποφεύγει και πιότερο να θέλει τη ζωή του ιδιώτη παρά νάναι βασιλιάς ξεπατώνοντας τόσον κόσμο», καταλήγοντας όμως, αναμενόμενα, ότι η απανθρωπιά είναι απαραίτητη για όποιον θέλει να διακριθεί στις κρατικές υποθέσεις: «ωστόσο όποιος δε θέλει ν’ ακολουθήσει τον πρώτο δρόμο, τον καλό, πρέπει να πατήσει το δεύτερο, το δρόμο του κακού. Όμως οι άνθρωποι τραβάνε κάτι δρόμους μεσοβέζικους, πούναι κι οι τρισχειρότεροι».[19]

 

6

Η προσωπική τοποθέτηση είναι ένας μικρός πόντιος πιλάτος που ξεπλένει ανώφελα τα χέρια του. Λόγια και ιδέες μπορεί να είναι τόσο μάταια όσο και οι εκλογές. Μόνο κινηματικές διαδικασίες μπορούν να κάνουν κάτι περισσότερο. Virtù και caso, όπως θάλεγε ο μεσέρ Νικολό.

(Μάιος & Ιούνιος ΜΜΧΙΧ)

tetartoskosmos@gmail.com

αρκούδες
(Σπηλιά, Απρίλης του 2018)

σημειώσεις

[1] Στη Γκάνα και από τον Κουαμέ Νκρούμα.

[2] Robert J. C. Young, Μεταποικιακή θεωρία: Μια ιστορική εισαγωγή (μετ. Γ. Δεμερτζίδης), εκδ. Πατάκη, 2007, σελ. 32, βλ. και κεφ. V.

[3] Michael Herzfeld, «The Absence Presence: Discourses of Crypto-Colonialism», The South Atlantic Quarterly, τόμ. 101, τχ. 4 (2002), σελ. 899-926.

[4] Κυρίως σαν «δυσφορία γύρω από τη γλώσσα» (αντίδραση στις –όψιμες και κουτσουρεμένες– μεταρρυθμίσεις του 1976 και 1982, ανάδυση μιας νεοκαθαρεύουσας, εμμονή στον πολυτονισμό).

[5] Η «Αγγλοκρατία» των Επτανήσων έχει αρχίσει πια να εξετάζεται στο, ταιριαστό, αποικιακό της πλαίσιο, αντί να προσαρμόζεται στο αφήγημα ενός ρομαντικού αλυτρωτισμού, π.χ. Sakis Gekas, Xenocracy: State, Class, and Colonialism in the Ionian Islands, 1815-1864, Berghahn, 2016, ή Thomas W. Gallant, Η εμπειρία της αποικιακής κυριαρχίας: Πολιτισμός, ταυτότητα και εξουσία στα Επτάνησα 1817-1864 (μτφ. Π. Μαρκέτου), Αλεξάνδρεια, 2014.

[6] Εννοώ ότι μετά την τριετία 1989-1991 χοντρικά, ο Ψυχρός Πόλεμος, ετικέτα που ως τότε ονομάτιζε την περίοδο 1948-1963, επεκτάθηκε ξαφνικά και αναδρομικά ως την εν λόγω τριετία, μάλλον σαν κολακεία προς τους δυτικούς ηγέτες της ημέρας παρά μετά από κάποιο σοβαρό ιστορικό αναστοχασμό, βλ. Παθήματα της μνήμης. Αν μη τι άλλο, και κάπως ειρωνικά, αυτό σημαίνει ότι και άλλοι όροι, π.χ. αποικιοκρατία ή προτεκτοράτο, θα μπορούσαν να ανασημασιοδοτηθούν αναδρομικά.

[7] Σύμφωνα με τη διατύπωση αριστερόστροφων ΜΜΕ, υπήρχε στην ΠΓΔΜ μια «δίψα για ευρωατλαντική ένταξη» (το επίθετο έχει ενδιαφέρον καθώς συμπυκνώνει εκείνο το παλιωμένο σύνθημα, «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», το οποίο οι ευρωπαϊστές του παλιού καιρού αποδοκίμαζαν με βδελυγμία, τώρα όμως η ταύτιση θεωρείται αυτονόητη, και το όλο έχει θετικό πρόσημο, είναι κάτι σαν ουρανόσταλτη ευλογία). Αυτό σημαίνει, υποθέτω, ότι στις τοπικές ηγετικές ομάδες επικρατεί η εκδοχή της εξάρτησης από τις ισχυρότερες Δυνάμεις, χωρίς όμως ιδιαίτερες φιλοδοξίες για κάποιο αντάλλαγμα πέρα από την επιβίωση, αν όχι της χώρας τουλάχιστον αυτών των ίδιων των ηγετικών ομάδων: σε μια νεοαριστοκρατική Ευρωπαϊκή Αυτοκρατορία, όπου υπάρχουν ήδη «μέλη» β΄ κατηγορίας, φαίνεται ότι σύντομα θα δημιουργηθεί και μία γ΄ κατηγορία – στην οποία ασφαλώς θα ταξινομηθεί η όπως-και-να-τη-λεν-Μακεδονία. Η αντίθετη άποψη μέσα στην ίδια τοπική ελίτ θα προτιμούσε την εξάρτηση από τη Ρωσία, εκ των πραγμάτων πιο χαλαρή, η οποία όμως, για γεωπολιτικούς λόγους, θα πρόσφερε μικρότερη Προστασία –και πάλι, αν όχι στη χώρα τουλάχιστον στην ίδια την ελίτ– δεν είναι λοιπόν περίεργο που μειοψηφεί. Στο πλαίσιο αυτό, ιδέες περί ανεξαρτησίας (ή περί «αδέσμευτων χωρών», για να θυμηθούμε έναν εφιάλτη που ανακαλεί σε κάποιους κύκλους η ιδέα της παλιάς Γιουγκοσλαβίας) είναι επικίνδυνες και αυστηρά απαγορευμένες, και αυτό το δίδαγμα έχει υπογραμμιστεί με κάθε δυνατό τρόπο, ξεκινώντας από την απειλή ασφυκτικών οικονομικών αποκλεισμών και φτάνοντας μέχρι και τους εν ψυχρώ βομβαρδισμούς αμάχων.

[8] Μάλλον θα προκαλούσε δικιολογημένες αντιδράσεις αν κάποια Δύναμη, στηριγμένη στην πολιτικοστρατιωτική ισχύ, ήθελε να επιβάλλει τη μετονομασία της Ελληνικής Δημοκρατίας σε Νεοελληνική Δημοκρατία, με το επιχείρημα ότι δημιουργείται σύγχυση με τους Αρχαίους Έλληνες. (Στο κάτω-κάτω, υπάρχει πράγματι κάποια σύγχυση στη διεθνή βιβλιογραφία με τις εκφράσεις «ελληνική φιλοσοφία» ή «ελληνική σκέψη» ή «ελληνική λογοτεχνία» στις διάφορες γλώσσες –εντάξει: σχεδόν πάντα εννοούν «αρχαιοελληνική»–, σύγχυση που μοιάζει σημαντικότερη από αυτή που προκαλεί ο μακεδονικός χαλβάς.)

[9] Πρόχειρα και πειστικά, βλ. σελ. 70-72 στο Κ. Καρπόζηλος & Δ. Χριστόπουλος, 10+1 ερωτήσεις & απαντήσεις για το Μακεδονικό, Πόλις, 2018 (διαθέσιμο και ονλάιν).

[10] Θυμηθείτε π.χ. τους «βορειοηπειρώτες» του Αβέρωφ.

[11] Τα βαφτιστικά ονόματα Αλέξανδρος και Φίλιππος μάλλον επιτρέπονται ακόμα στους πολίτες της Βόρειας (πια) Μακεδονίας, αν και ορισμένοι επιτηρητές της Προστάτιδας, δημοσιογράφοι συνήθως, εικάζω ότι θα ερμήνευαν τέτοια βαφτίσματα σαν ένδειξη κακοπιστίας.

[12] Ή πολύ σπάνια και μόνο σε κάποιο αρχικό, ωμά λαφυραγωγικό στάδιο. Ανατρέχοντας στη χρυσή εποχή των κονκισταδόρων (και παρά τις σύγχρονες, κάπως ισοπεδωτικές απόψεις γι’ αυτούς), μπορούμε να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στους άξεστους πλιατσικολόγους του πρώτου καιρού (που προκάλεσαν γενική σφαγή και ερήμωση σε πολλά νησιά) και στην περίπλοκη πολιτικοστρατιωτική εκστρατεία για την κατάχτηση του Μεξικού: εκεί, απέναντι σε πολυάνθρωπους πληθυσμούς με σύνθετες οργανωτικές δομές και «υψηλό πολιτισμό», στάθηκε απαραίτητο στους καταχτητές να στηριχτούν στις διαιρέσεις (κοινωνικές ή εθνοτικές, εν πάση περιπτώσει ιστορικές) και τις μνησικακίες μεταξύ ντόπιων πληθυσμών, καθώς υπήρχε ο στρατηγικός στόχος να κυβερνηθούν, δηλ. να γίνουν αντικείμενο μόνιμης εκμετάλλευσης, και όχι να αφανιστούν, εδάφη και πληθυσμοί (για να το θέσω συνοπτικά και ελαφρώς απλουστευτικά).

[13] Παρά τον μεγαλοϊδεατισμό του Βενιζέλου, η Βρετανική Αυτοκρατορία αποτελούσε το απόλυτο όριο στις φιλοδοξίες του: «Στο μοναδικό θέμα που θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στη Βρετανία, εκείνο της Κύπρου, που ήταν κατά 80% ελληνική, ο Βενιζέλος φάνηκε πολύ διακριτικός. Αν οι Βρετανοί επιθυμούσαν να την προσφέρουν στην Ελλάδα, αυτό θα ήταν έξοχο, και φυσικά η Ελλάδα θα επέτρεπε πάντα στις βρετανικές δυνάμεις να χρησιμοποιούν τις βάσεις τους εκεί. Αν πάλι η Βρετανία επιθυμούσε να την κρατήσει, κι αυτό θα ήταν κατανοητό» (Margaret Macmillan, Οι ειρηνοποιοί, Θεμέλιο, 2005, σελ. 463).

[14] Ο σχεδιασμός αυτός δεν πέτυχε και πολλά πράγματα, όπως έγινε φανερό το βράδυ της 26/5 – θα μπορούσε ίσως να τα είχε καταφέρει λίγο καλύτερα αλλά μάλλον δεν θα έφτανε πολύ μακριά. Εν πάση περιπτώσει και αντίθετα απότι λέγεται, δεν νομίζω ότι έβλαψε ιδιαίτερα τους εμπνευστές του – αν λάβουμε υπόψη τον παγιωμένο από τα πριν και απελπιστικά σε βάρος τους εκλογικό συσχετισμό (για προφανείς και άσχετους προς τη μακεδονομαχία λόγους).

[15] Δεν χρειάζεται να αναφερθούν εδώ οι μόνιμοι «αριστεροί πατριώτες», ρεύμα που έχει ευθυγραμμιστεί πλήρως εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες, με την ατζέντα και τις προτεραιότητες των φασιστών, καθώς η περίπτωσή τους δεν έχει πια θεωρητικό ενδιαφέρον (ούτε και πραχτικό, άλλωστε). Αλλά, στην παρούσα συγκυρία, ορισμένες ακόμα αριστερές ή αριστερίστικες (ή παρα-αριστερές ή μετα-αριστερές) δυνάμεις θεώρησαν καλό να προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν, για να φουσκώσουν τα πανιά τους, τον άνεμο της εθνοπαράνοιας. Για την πρόσφατη, και εντελώς αχρείαστη, εθνικιστική στροφή του ΚΚΕ βλ. εδώ. Ας σημειώσουμε, τέλος, την πρόσφατη και γραφική εμφάνιση εθνικιστών αναρχικών.

[16] Η εφημερίδα των συντακτών, 23/5/2019 και 22/5/2019, αντίστοιχα.

[17] Φίλιππος Ηλιού, Ψηφίδες ιστορίας και πολιτικής του εικοστού αιώνα, σελ. 55, Πόλις, 2007.

[18] Αυτό, με πάνω από μισό αιώνα καθυστέρηση, αναγνωρίζεται πια δεόντως και οργανώνονται τελετές, στήνονται μνημεία κλπ, όμως απλώς ακολουθώντας διεθνείς τάσεις και μέσα σε μια αφηρημένη ηθικολογική ατμόσφαιρα. Π.χ. δεν εξετάζεται πώς το ελληνικό κράτος και συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις επιδίωξαν την εξάλειψή τους πριν τον πόλεμο, και την εξαφάνιση κάθε υλικής ανάμνησής τους μετά τον πόλεμο. Το σκούπισμα κάθε μειονότητας, ώστε να γίνει όντως «ανύπαρκτη», γίνεται πάντα προς την ίδια κατεύθυνση.

[19] Διατριβές πάνω στην πρώτη Δεκάδα του Τίτου Λίβιου, Βιβλίο Πρώτο, κεφάλαιο XXVI, στο Niccolò Machiavelli, Έργα, μτφ. Τάκης Κονδύλης, τόμος Ι, σελ. 338, Κάλβος, 1971.

Advertisements