Η Λουίζ στις αποικίες

(και μερικές νεότερες ειδήσεις

από τη Νέα Καληδονία / Κανακύ)

 

Οι Άγριοι στους Άγριους: Ίσως να σκέφτηκαν έτσι οι υπεύθυνοι της Τρίτης Δημοκρατίας όταν έπαιρναν την απόφαση να στείλουν τους τελευταίους Κομμουνάρους στα κάτεργα της Νέας Καληδονίας – αν θυμηθούμε τα χρώματα με τα οποία είχαν ζωγραφίσει τους παρισινούς επαναστάτες πολλοί από τους κομψούς γραφιάδες της εποχής,[1] κάμποσα μεγάλα πνεύματα της γαλλικής διανόησης. Οι εξόριστοι, πάνω από τέσσερις χιλιάδες, ήταν βέβαια οι σχετικά τυχεροί, ή πάντως δεν ήταν οι πιο άτυχοι, αν σκεφτούμε τους ντουφεκισμένους – κάποιες δεκάδες χιλιάδες. Όσο για τον προορισμό τους, αυτή ήταν μια εντελώς φρέσκια γαλλική αποικία, καταχτημένη μόλις πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, κατά την όψιμη πλιατσικολογική έφοδο των Αυτοκρατοριών πάνω στα διαθέσιμα ακόμα κομμάτια γης: επομένως παρέμενε αρκούντως άγρια, κατάλληλος προορισμός για τα αγρίμια της Κομμούνας.

3

Η εξορία των Κομμουνάρων έληξε με την αμνηστία του 1880, προηγουμένως όμως ήρθε ένα γεγονός που, με κάπως ειρωνικό τρόπο, σχετικοποίησε την «αγριότητα» αυτών των λευκών νέγρων. Ακριβώς μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, η ενδημική αντίσταση των ντόπιων ιθαγενών έμελλε να κορυφωθεί με την εξέγερση του 1878, που ανησύχησε σοβαρά τις αποικιακές αρχές και έληξε κατά τα συνήθη, με εκτελέσεις, σφαγές, φυλακίσεις, περιορισμούς σε ειδικές περιοχές ή ξερονήσια κλπ. Γεγονός είναι ότι, μπροστά σ’ αυτή την πολεμική κατάσταση, το μεγαλύτερο μέρος των εξόριστων θεώρησε καλό να υποστηρίξει, περισσότερο ή λιγότερο ενεργά, την αποικιακή διοίκηση – κι αυτό παρότι οι περισσότεροι παρέμεναν πιστοί στις ιδέες που τους είχαν στοιχίσει αυτό το μακρινό ταξίδι. Με άλλα λόγια, στη στιγμή της «κρίσης», επικράτησε η αφοσίωσή τους προς τον «πολιτισμό», τον ευρωπαϊκό κόσμο, ή ίσως μια πολιτισμική έξη – κι αυτό δεν σημαίνει και λίγα για το ανθρωπολογικό υπόβαθρο του σοσιαλισμού του καιρού τους. Στο κάτω-κάτω, οι βρισιές και οι προσβολές των αντιπάλων τους («βάρβαροι», «πρωτόγονοι», «γορίλες» κλπ) είχαν νόημα ακριβώς επειδή είχαν ένα αρνητικό φορτίο και στα αυτιά εκείνων οι οποίοι στηλιτεύονταν με τέτοιους χαραχτηρισμούς.

Υπήρξαν ωστόσο εξαιρέσεις, με πιο γνωστή την πάντα εξαιρετική Λουίζ Μισέλ. Έχοντας διατηρήσει υψηλό φρόνημα μέσα σ’ αυτές τις άθλιες συνθήκες (για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι αγωνίστηκε, μαζί με συγκρατούμενές της, για να μην έχει πιο επιεική μεταχείριση σαν «αδύνατο φύλο»), η Λουίζ φανέρωσε μεταξύ πολλών άλλων χαρισμάτων και μια εθνογραφική κλίση, με ευαισθησίες αταίριαστες ή εν πάση περιπτώσει ασυνήθιστες στην εποχή της. Πλησίασε τους ντόπιους, έκανε φιλίες, έμαθε πολλά στοιχεία από τις γλώσσες τους, συγκέντρωσε υλικό από την κουλτούρα τους[2] και, στην κρίσιμη στιγμή, δεν δίστασε να αναγνωρίσει το δίκιο τους και να σταθεί στο πλευρό τους.[3] Ένας άλλος συμπαραστάτης των Κανάκ μέσα στην ίδια συγκυρία ήταν ο νεαρός Σαρλ Μαλατό (που βρισκόταν πολύ κοντά στη Λουίζ).

Στη διάρκεια της εξέγερσης, η Λουίζ είχε προσφέρει σε δυο πολεμιστές «εκείνη την κόκκινη ταινία της Κομμούνας», που την είχε φυλάξει «μέσα από χίλιες δυσκολίες», αφού την έκοψε στα δύο: ένα φυλαχτό για τη μάχη. Και μου αρέσει να σκέφτομαι, σύμπτωση ή όχι, κρυφή κληρονομιά ίσως, ότι εκείνη η κόκκινη κορδέλα έφτασε μακριά, συνδέοντας τους αντάρτες του Ατάι[4] με τους Foulards Rouges, τα «Κόκκινα Φουλάρια», που ήταν η πρώτη αυτονομιστική οργάνωση των Κανάκ στη νεότερη εποχή (1969).

4

Νέα, λοιπόν, από μια από τις «τελευταίες αποικίες» (με την παραδοσιακή σημασία της λέξης). Και πρώτα μια περίληψη των προηγουμένων: το 1988, τα «γεγονότα» της Ουβέα[5] και ο διεθνής τους αντίχτυπος οδήγησαν, στην ουσία για πρώτη φορά, το γαλλικό κράτος σε μια σειρά διαπραγματεύσεων, ξεκινώντας από τις Συμφωνίες του Ματινιόν (1988) και καταλήγοντας στη Συμφωνία της Νουμέα (1998). Σύμφωνα με αυτή, μεταξύ άλλων, προβλέπονταν ένα δημοψήφισμα για το ζήτημα της ανεξαρτησίας σε βάθος εικοσαετίας (το οποίο έγινε πράγματι την περασμένη Κυριακή) καθώς και δυο νέα δημοψηφίσματα μέσα στην επόμενη τετραετία. Η έστω και όψιμη προθυμία της γαλλικής εξουσίας για «δημοκρατικές διαδικασίες» οφείλεται, χοντρικά, στο γεγονός ότι οι ντόπιοι Κανάκ, αν και παραμένουν η μεγαλύτερη αριθμητικά εθνοτική κοινότητα, δεν αποτελούν πια την πλειοψηφία του πληθυσμού. Πέρα από τους ευρωπαίους, ή ευρωπαϊκής καταγωγής, αποίκους (που έχουν προκύψει σε διαδοχικά κύματα και για ποικίλους λόγους), υπάρχουν σημαντικές μειονότητες μεταναστών από την Ασία (κυρίως Ινδονήσιοι και Βιετναμέζοι) και από άλλα νησιά της Ωκεανίας.[6] Και υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις όπου τα πολιτικά δικαιώματα των μεταναστών γίνονται σεβαστά, και μάλιστα αντικείμενο ανησυχίας – ιδιαίτερα όταν αυτοί είναι χρήσιμοι όμηροι στα χέρια του γαλλικού κράτους.

Τα αποτελέσματα στο χτεσινό δημοψήφισμα (4/11/2018) έδωσαν την πλειοψηφία στο Όχι στην ανεξαρτησία (56,4%), όπως ήταν αναμενόμενο, όμως με ποσοστό σαφώς μικρότερο από όσο έλπιζαν οι «νομιμόφρονες» ή από όσο έδειχναν τα γκάλοπ: η ψήφος υπέρ της ανεξαρτησίας κέρδισε το 43,6%, ή σε απόλυτους αριθμούς 60.573 ψήφους απέναντι σε 78.361. Η αποχή, αν και σαφώς μικρότερη από προηγούμενες ανάλογες ψηφοφορίες, παράμεινε αισθητή, σχεδόν 20% (για την ακρίβεια 19,37%, με άκυρα-λευκά 1,53%). Ως προς την πολιτική βαρύτητα της αποχής στη συγκεκριμένη περίπτωση, ας σημειώσουμε ότι, από τη μία, κάποιες κανάκ οργανώσεις και προσωπικότητες που υποστήριζαν παλιότερα την αποχή ζήτησαν τώρα να υπερψηφιστεί το Ναι και, από την άλλη, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί πυρήνες του αυτόχθονου πληθυσμού που αρνιούνται τη συμμετοχή στις διαδικασίες της Συμφωνίας της Νουμέα. Αυτό, και γενικότερα η «ποιοτική διάσταση» των παραπάνω αριθμών, καθρεφτίζεται στα κατά τόπους αποτελέσματα των τριών επαρχιών: στη Νότια Επαρχία, την πιο πυκνοκατοικημένη, εκεί που συγκεντρώνονται περισσότερο οι μη αυτόχθονες κοινότητες καθώς και ο μεγαλύτερο πλούτος, το Όχι πήρε 73,71%, απεναντίας στη Βόρεια Επαρχία επικράτησε το Ναι με 75,82%. Τέλος στα Νησιά Λουαγιοτέ (τρίτη επαρχία), το Ναι έφτασε στο 82,18%, με την αποχή (σαφώς φιλο-ανεξαρτησιακή) να ξεπερνάει το 40%. Ένα από αυτά τα νησιά είναι και η Ουβέα, το θέατρο των «γεγονότων» του 1988 (τοπικά αποτελέσματα: Ναι 84,18%, με αποχή 40%).[7]

Συνολικά και συνοπτικά, τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τους σημαντικούς κοινωνικούς και εθνοτικούς διαχωρισμούς των νησιών, ενώ, για να εκφραστώ όπως μια από τις κυριότερες καθεστωτικές εφημερίδες του Παρισιού, «ανοίγουν μια νέα φάση διαλόγου» προκειμένου να ικανοποιηθούν οι προσδοκίες των αυτόχθονων και, οπωσδήποτε, οδηγούν στα δύο επόμενα, νέα δημοψηφίσματα μέσα στην ερχόμενη τετραετία, όπως προβλέπει η Συμφωνία της Νουμέα (μια εξέλιξη που οι «νομιμόφρονες» φιλο-αποικιοκράτες έλπιζαν, σε περίπτωση διαφορετικού αποτελέσματος, να θάψουν).

1

Ο Ζοζέφ Αντράς κυκλοφόρησε, τούτο το καλοκαίρι, ένα βιβλίο με τον τίτλο Kanaky.[8] Πρόκειται στην ουσία για έναν απολογισμό της έρευνάς του πάνω στην προσωπικότητα του Αλφόνς Ντιανού, του πρωταγωνιστή των γεγονότων της Ουβέα – ο οποίος μάλλον εκτελέστηκε μετά τη σύλληψή του, ή στην καλύτερη περίπτωση κακοποιήθηκε και αφέθηκε να πεθάνει. Το αποτέλεσμα, πέρα από ρεπορτάζ των γεγονότων του 1988, είναι επίσης ένα οδοιπορικό στα νησιά, τα οποία ο Αντράς επισκέφτηκε δύο φορές. Από το βιβλίο αυτό, που πρόκειται να κυκλοφορήσει στα ελληνικά μέσα στις επόμενες μέρες, παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα όπου (για να κλείσω τον κύκλο) ο Ζοζέφ μιλάει σε τρεις ντόπιους («κάτω από μια στέγη από λαμαρίνα») για την Κομμούνα και τη Λουίζ Μισέλ.

Η παρισινή Κομμούνα;

    Ούτε το όνομά της δεν ξέρουν, και με ρωτάνε γιατί αυτή η μαύρη τρύπα – αυτές οι εβδομήντα δύο μέρες, διευκρινίζω στους τρεις Κανάκ που κάθονται γύρω από ένα τραπέζι, κάτω από μια στέγη από λαμαρίνα, και στη «μητρόπολη» ακόμα, μικρή θέση έχουν στα κεφάλαια του «εθνικού μυθιστορήματος». Πρέπει να ομολογήσουμε πως οι γραμματιζούμενοί μας έχυσαν το μελάνι το ίδιο εύκολα όσο κι ο στρατός το αίμα: ο Φλομπέρ χλεύασε τη δημόσια και δημοκρατική εκπαίδευση, που ευθυνόταν κατά τη γνώμη του για τον ξεσηκωμό, και έβαλε κατά των κόκκινων «άθλιων τεράτων» που τόσο θα ‘θελε να τα δει να ξαποστέλλονται στα κάτεργα· ο Ανατόλ Φρανς στηλίτευσε τους «αγύρτες» και αυτή την εξέγερση «του εγκλήματος και της παραφροσύνης»· ο Εντμόν ντε Γκονκούρ χαιρέτισε το «γενικό αιματοκύλισμα» στο οποίο επιδόθηκε το καθεστώς· η Ζορζ Σαντ καταδίκασε τον «φανατισμό» και τη «φυσική μοχθηρία» των επαναστατών· ο Λεκόντ ντε Λιλ, που ήθελε να δει τον Κουρμπέ στο εκτελεστικό απόσπασμα, δεν σταματούσε να καταριέται τους «πίθηκους», τους «ανίκανους» και τα «κατακάθια» – απαίσια καμαρίλα.

     Τους μιλώ για τη Λουίζ Μισέλ, που ο εκτοπισμός της σ’ αυτά τα μέρη, τα δικά τους, την έκανε αναρχική, ιέρεια, Ηγερία, έλεγαν, υπέροχη αναρχική που η μοίρα των ζώων, του απόπατου, των κολασμένων, την είχε κάνει επαναστάτρια. «Πήραν τη γη, τις γυναίκες, τους νέους», διηγήθηκε στη Γαλλίδα ο Νταουμί, ο άντρας που της έμαθε τα βασικά της γλώσσας του και κάποια απ’ τα τραγούδια τους. «Εσύ πολεμίστρια… σαν εμάς… Εσύ πολέμησες για τ’ αδέρφια σου, αλλά εσύ νικήθηκες σαν τους δύστυχους Κανάκ όταν θέλησαν ν’ αντισταθούν στους Λευκούς»: τα ίδια ιδεώδη που την έκαναν ν’ αγωνιστεί για την Κομμούνα, οδήγησαν τη δασκάλα να υποστηρίξει τους εξεγερμένους Κανάκ ενάντια στο αποικιοκρατικό σύστημα. «Είμαι στο πλευρό τους, όπως ήμουν στο πλευρό του λαού του Παρισιού, που εξεγέρθηκε, που συντρίφτηκε, που νικήθηκε…». Μια συνέπεια που έλειπε, για να το θέσουμε κόσμια, από τόσους και τόσους συντρόφους της – στον βόρβορο ενός σοσιαλισμού που δεν μπορούσε να δει μακρύτερα απ’ την άκρη της σηκωμένης ευρωπαϊκής του μύτης: οι επαναστάτες έβαλαν πλάτη στο κράτος που τους είχε οδηγήσει στα κάτεργα και τους κρατούσε απ’ το χαλινάρι. Η Λουίζ Μισέλ πρόσφερε στους εξεγερμένους, που δεν θ’ αργούσαν να κατατροπωθούν, ένα κομμάτι απ’ την κόκκινη ταινία της: ένα κομμάτι ύφασμα σαν φόρο, φόρο τιμής.

   Πάνω από δέκα χιλιάδες νεκροί στους δρόμους του Παρισιού μέσα σε μία μόνο εβδομάδα.

    Και το όνομα του δήμιου [= του Θιέρσου] να μοστράρει μέχρι σήμερα στη συνοικία του Πορτ Ντοφίν.

   «Είναι πραγματικά κρίμα που δεν μας τα μαθαίνουν αυτά στο σχολείο», αποφαίνεται ένας τους.                                                                                                                  (μετάφραση Γ.Κ.)

2

tetartoskosmos@gmail.com

σημειώσεις:

[1] Και όχι από τους πιο ασήμαντους: βρίσκουμε π.χ. ανάμεσά τους τον Εμίλ Ζολά και τον Τεοφίλ Γκοτιέ, ενώ για τους Φλομπέρ, Ανατόλ Φρανς, Εντμόν ντε Γκονκούρ, Γεωργία Σάνδη και Λεκόντ ντε Λιλ βλ. μια μικρή ανθολογία αμέσως παρακάτω. Για περισσότερα ρητορικά παραδείγματα, βλ. το κεφάλαιο «Ταξικός ρατσισμός» (ιδιαίτερα σελ. 143-150) στο Έντσο Τραβέρσο, Οι ρίζες της ναζιστικής βίας.

[2] Ανοίγοντας έτσι το δρόμο για μια φυσιογνωμία όπως ο Μορίς Λενάρντ (Maurice Leenhardt) που, στον επόμενο αιώνα πια και μέσα σ’ ένα διανοητικό κλίμα πιο ευνοϊκό, ήταν ο πρώτος που παρουσίασε με ολοκληρωμένο τρόπο και σε βάθος την κουλτούρα τον Κανάκ.

[3] Μετά την αμνηστία και την επιστροφή της στη Γαλλία, η Λουίζ δημοσίευσε βιβλίο με θρύλους των Κανάκ, μαζί με γλωσσάρια διάφορων διαλέκτων και άλλα στοιχεία (Légendes et chansons de gestes canaques, 1885). Από την έκδοση αυτή προέρχονται τα σκίτσα της ίδιας που εικονογραφούν τούτο το άρθρο.

[4] Ο κυριότερος ηγέτης και εμβληματική μορφή της εξέγερσης του 1878. Το κομμένο κεφάλι του στάλθηκε στo Παρίσι, όπου το κρανίο του αποτέλεσε έκθεμα στο ανθρωπολογικό μουσείο για πολλές δεκαετίες (επαναπατρίστηκε, τελικά, το 2014).

[5] Με λίγα λόγια και απλουστεύοντας, ο αγώνας των Κανάκ κορυφώθηκε με την κατάληψη ενός σταθμού της χωροφυλακής στο νησί της Ουβέα, που σκόπευε να είναι ειρηνική αλλά παρεκτράπηκε για ασαφείς λόγους (με τέσσερις χωροφύλακες νεκρούς). Ένα μέρος των υπόλοιπων χωροφυλάκων κρατήθηκαν όμηροι σε μια σπηλιά από ομάδα αυτονομιστών με επικεφαλής τον Αλφόνς Ντιανού. Οι διαπραγματεύσεις περιπλέχθηκαν με τα πολιτικά παιγνίδια ενόψει του δευτέρου γύρου των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία (όπου ο Σιράκ έλπιζε να τραβήξει τις ψήφους των λεπενικών) με αποτέλεσμα μια μάλλον αχρείαστη επιχείρηση κομάντο που κατέληξε σε σφαγή (21 νεκροί, δηλαδή 19 Κανάκ –κάποιοι από τους οποίους εκτελέστηκαν μετά τη λήξη της επιχείρησης– και 2 στρατιώτες).

[6] Ενδεικτικά, οι Ουαλισιανοί-Φουτουνιανοί, δηλαδή οι μετανάστες από τα νησιά Γουόλις και Φουτούνα (ή Ουαλίς και Φυτυνά, αν προτιμάτε), αποτελούν την τρίτη αριθμητικά κοινότητα της Νέας Καληδονίας και είναι περισσότεροι (σχεδόν διπλάσιοι) από τους συμπατριώτες τους που έχουν απομείνει στα νησιά της καταγωγής τους.

[7] Αναλυτικά αποτελέσματα, εδώ.

[8] Εδώ. «Κανακύ» είναι το όνομα που χρησιμοποιούν για τη χώρα τους οι οπαδοί της ανεξαρτησίας, ενώ έχει προταθεί και η χρήση μιας διπλής ονομασίας «Νέα Καληδονία / Κανακύ» (κατά το «Νέα Γουινέα / Παπούα»), που τη δοκιμάζω πειραματικά στον υπότιτλο του άρθρου.

Advertisements