ενάντια στην αρχαιότητα

εισαγωγικές σημειώσεις & σκόρπια αποσπάσματα

Η αρχαιότητα αξιώνει, συχνά για να μην πω σχεδόν πάντα, κάποιου είδους ηθική ανωτερότητα, η οποία παραμένει υπονοούμενη ή θεωρείται αυτονόητη. Εξετάζοντας αναλυτικά αυτή την κοινότοπη διαπίστωση, θα ήθελα να δείξω ότι αυτή η αξίωση είναι σαθρή.

Η παλαιότητα προκαλεί πολλές φορές το σεβασμό ή και κάποιο δέος, δηλαδή η «αρχαιότητα» με την αφηρημένη και ετυμολογική σημασία («η ιδιότητα του αρχαίου» ή και «η χρονική προτεραιότητα»), συνήθως όμως απαξιώνεται σαν κάτι το φθαρμένο, το απαρχαιωμένο, το ξεπερασμένο, για να μην αναφέρουμε τις κάπως κωμικές και ιμπρεσιονιστικές εκφράσεις για οτιδήποτε θέλει κανείς να χαραχτηρίσει ανεπανόρθωτα παλιό: «μεσαιωνικό», «προϊστορικό», «προκατακλυσμιαίο», «εποχή των σπηλαίων», «κρο-μανιόν», «νεάντερταλ», κοκ. Αυτό είναι στο κάτω-κάτω λογικό και αναμενόμενο για μια γραμμική και εξελικτική άποψη που εξακολουθεί να κυριαρχεί κατά πολύ στο φαντασιακό του κοινού νου, καθώς και σε όχι ασήμαντα κομμάτια της λόγιας ή επιστημονικής γνώμης.

Προκαλεί λοιπόν εντύπωση ο γενικός σεβασμός που απολαμβάνει, μέσα στο ίδιο πλαίσιο, μια συγκεκριμένη αρχαιότητα, η κλασική ελληνική ή η Αρχαιότητα ας πούμε, κι είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό ότι τον σεβασμό αυτό τον συμμερίζονται ποικίλοι προοδευτικοί και εκσυγχρονιστές, καθώς και διάφοροι επαναστάτες, ελευθεριακοί κλπ (ό,τι κι αν σημαίνουν όλοι αυτοί οι όροι), οι οποίοι μάλιστα πολλές φορές υπερθεματίζουν στο ζήτημα αυτό.[1]

1886_Gustave_Moreau_Le_Sphinx ac-grenoble.fr

Η ιδέα μιας μυθικής χρυσής εποχής και η προσδοκία της επιστροφής σ’ αυτήν αποτελούν πολύ συχνές εμμονές σε διάφορους πολιτισμούς – από αυτή την άποψη η Αναγέννηση δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη (θυμηθείτε: le temps revient). Αυτό που μοιάζει ασυνήθιστο στην προκειμένη περίπτωση είναι ο συνδυασμός αυτής της χιλιαστικής προσδοκίας με το μοντέρνο πνεύμα, με μια ιδέα νεοτερικότητας (που υποτίθεται ότι υποσκάπτει τους μεσσιανισμούς. γκρεμίζοντας τα θεμέλιά τους). Ή με άλλα λόγια, τα εξελικτικά σχήματα (που γνώρισαν τη μεγάλη τους δόξα το 19ο αιώνα, με τα τριαδικά σχήματα αρχαιοδιφών και ανθρωπολόγων της εποχής, όπως Εποχή του Λίθου – Εποχή του Χαλκού – Εποχή του Σιδήρου ή αγριότητα – βαρβαρότητα – πολιτισμός, για να μην πούμε τίποτα για τη μαρξιστική ανοδική κλίμακα) έρχονται να προσαρμοστούν πάνω σ’ ένα παλιότερο, πιο παραδοσιακό σχήμα κυκλικής επιστροφής ή περιοδικής ανανέωσης. Το αποτέλεσμα αυτής της συρραφής είναι μια τρύπα, όχι στο νερό, εννοώ μια ιστορική τρύπα:[2] η Αρχαιότητα, ώριμος καρπός κάποιας σκοτεινής και απροσδιόριστης προϊστορίας, διακόπτεται βίαια από ένα ζοφερό, ανορθολογικό και σε τελική ανάλυση ακατανόητο Μεσαίωνα, για να επανέλθει στη ζωή το πνεύμα της (ή να αφυπνιστεί ο θαμμένος σπόρος της)[3] με τους Νέους Καιρούς. Το κακό είναι ότι η παραδοσιακή προσδοκία της αναγέννησης του κόσμου, της περιοδικής επαναφοράς, της Ανάστασης, δεν μπορεί να βιωθεί πάνω σ’ αυτό το φόντο που την αναλύει ανελέητα, τη γελοιοποιεί και την ανασκευάζει. Στις παρυφές της δυτικής Ευρώπης, στους ιερούς τόπους όπου παραδοσιακά τοποθετείται αυτός ο μυθικός παράδεισος της αρχαιότητας, η αντίφαση αυτή βιώνεται πιο δραματικά, η ένταση μεγαλώνει και το στοίχημα διπλασιάζεται.

*  *  *

Ασφαλώς δεν έχει νόημα να τοποθετείται κανείς ενάντια σε μιαν εποχή. Απέναντι σε μια εποχή, με οποιοδήποτε τρόπο οριοθετημένη, μπορεί κανείς να δηλώσει ή να δείξει περισσότερη ή λιγότερη προσοχή – ή, λίγο πιο ιδιότροπα, να πει ότι τον τραβάει ή του αρέσει, ή το αντίθετο. Αυτό ενάντια στο οποίο τοποθετείται ο τίτλος είναι λοιπόν η ιδέα της αρχαιότητας, και μάλιστα η μοντέρνα ιδέα της αρχαιότητας (το modern πρέπει να θεωρηθεί εδώ με όλες τις σημασίες του, της νεότερης εποχής, νεοτερική, αλλά και σύγχρονη, συγκαιρινή, αλλά και αποβλέποντας προς κάποιο μέλλον).

Το ζήτημα της περιοδολόγησης δεν θα μας προβληματίσει ιδιαίτερα εδώ, δηλαδή θα αποδεχτούμε καταρχήν την αναλυτική χρησιμότητά της, κρατώντας στο νου τον αυθαίρετο χαραχτήρα της. Καθώς έχει γίνει σταδιακά σαφές, ας πούμε μέσα στους τελευταίους δύο αιώνες, ότι τα συμβατικά σημάδια του Πολιτισμού, του υψηλού και τρισένδοξου Civilisation εννοώ, πράγματα όπως οι τυποποιημένοι θεσμοί της πολιτείας ή η τέχνη και η φιλολογία και γενικώς μια εκλεπτυσμένη παιδεία (αναγκαστικά περιορισμένη σε μια ελίτ), δεν φύτρωσαν ξαφνικά με το «ελληνικό θαύμα» αλλά είχαν σταθερές ρίζες στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία, η Αρχαιότητα που λέγαμε υποχρεώθηκε να διαλυθεί μέσα σε μια ευρύτερη αρχαιότητα που απλώνεται μερικές χιλιετίες πιο πίσω.[4] Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτή η ευρύτερη αρχαιότητα είναι εντελώς αντικειμενική, και ακόμα λιγότερο αθώα, ιδέα, αφού επίσης χρησιμοποιείται για να προσφέρει ακόμα πιο στέρεα εξελικτικά θεμέλια σε κάποια τελεολογική ανωτερότητα της Δύσης – όμως υποχρεώνεται να ρίξει κάμποσο νερό στο ρατσιστικό κρασί της (αναγκάζεται π.χ. να επανεκτιμήσει την «Ασία», τους «Σημίτες» κλπ)[5] και να είναι λιγότερο τυφλή απέναντι στα αρχαιολογικά δεδομένα.[6] Αυτό μπορεί από τη μία να την κάνει κατά κάποιο τρόπο πιο επικίνδυνη, από την άλλη όμως μπορεί να γίνει ευκολότερα αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης, δηλαδή επιδέχεται κριτική. Έχει κι αυτή τους μύθους της αλλά είναι λιγότερο «μυθική» κι οπωσδήποτε προβάλλει λιγότερες ηθικές αξιώσεις. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι εδώ το θέμα μας.

Από την άλλη χρονική μεριά, το «τέλος της αρχαιότητας» αναγκάστηκε κι αυτό να μετατεθεί προσαρτώντας μια ολοένα και μακρύτερη όψιμη περίοδό της, όπως αποδεικνύει, εδώ και κάμποσες δεκαετίες, το μεγάλο ενδιαφέρον για τη μελέτη της «Ύστερης Αρχαιότητας». Τελικά, η καθαυτό αρχαιότητα της δυτικής περιοδολόγησης μοιάζει να αναφέρεται στην εποχή της Ρώμης, από τη στιγμή που αυτή αναγορεύεται κυρίαρχη δύναμη του μεσογειακού κόσμου (ας πούμε, περίπου, από τους δυο τελευταίους αιώνες της Δημοκρατίας) ως την, σε ποικίλες στιγμές οριζόμενη, παρακμή της. Με άλλα λόγια, ταυτίζεται βασικά με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – πράγμα πολύ λογικό, όταν η οπτική γωνία τοποθετείται σταθερά στη Δύση κι όταν βασική μέριμνα είναι κάποιου είδους ιστορική νομιμοποίηση μεταγενέστερων εξελίξεων.

Στα μάτια αυτής της καθαυτό αρχαιότητας, της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η κλασική ελληνική αρχαιότητα αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο μια «αρχαιότητα της αρχαιότητας», στάθηκε δηλαδή, τουλάχιστον για τις ανώτερες τάξεις της, ένα θρυλικό παρελθόν, βολικά τυλιγμένο στην αχλή του ιδανικού και της ασάφειας, όπου ήθελε να αναγνωρίζει κάποιες πνευματικές ρίζες και όπου αναζητούσε καταφύγιο απ’ τα προβλήματα της στιγμής. Αυτή η στάση ήταν πιθανότατα κληρονομιά της ελληνιστικής περιόδου, θαρρώ δηλαδή ότι ήταν μια κατασκευή της πνευματικής ελίτ των ανατολίτικων βασιλείων που προκύψανε από τις καταχτήσεις του Αλέξανδρου, όμως εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι οι νεότεροι χρόνοι γνώρισαν την κλασική αρχαιότητα σχεδόν αποκλειστικά μέσα από αυτό το ρωμαϊκό πρίσμα.[7] (Η βυζαντινή συνέχεια, όσο υπήρξε κι όσο μπορούμε να μιλάμε για συνέχεια, ήταν απλή προέχταση της ώριμης ρωμαϊκής αρχαιολατρίας.) Έτσι, όταν φτάνουμε στο νεοελληνικό θαυμασμό της κλασικής αρχαιότητας έχουμε μια αντανάκλαση της αντανάκλασης, μια αντανάκλαση δευτέρου ή τρίτου βαθμού – κάτι που εξηγεί την απεγνωσμένη αναζήτηση «αμεσότητας», η οποία αναγκάζεται να καταφύγει σε λύσεις τύπου Blut und Boden.

*  *  *

Καταρχήν, κάθε εποχή και κάθε κουλτούρα έχει το δικό της ενδιαφέρον, ιδιαίτερα αν εξετάζεται με το μάτι του κριτικού αρχαιολόγου ή πολιτισμικού ανθρωπολόγου. Αποκεί και πέρα, είναι θέμα γούστου ή παραξενιάς ή τύχης και συγκυρίας, κοκ. Μεγάλη σημασία, επίσης, έχει το τι ψάχνεις και για ποιο λόγο. Και ακριβώς ο λόγος ή οι λόγοι αυτής της προτίμησης (και μιλάω για τη συγκεκριμένη προτίμηση) αποτελούν βασικό αντικείμενο προς διερεύνηση. Ασφαλώς είμαστε μακριά, πολύ μακριά, από τη «Διαμάχη των Αρχαίων και των Νεότερων»!

tetartoskosmos@gmail.com

Σημειώσεις

[1] Η έμφαση, εδώ, αφορά ακριβώς αυτή την πολιτική πλευρά. Ας σημειωθεί πάντως ότι το πρόβλημα είναι μάλλον τοπικού ή και τοπικιστικού ενδιαφέροντος. Οι επαναστάτες των νεότερων καιρών, ήδη από τον Κόλα ντι Ριέντσο και ως τη Μεγάλη Επανάσταση και τον Γράκχο Μπαμπέφ, όποτε έτρεφαν αρχαίες φαντασιώσεις, στρέφονταν στους μύθους και την ιστορία της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, αλλά αυτό το αρχαιόπληκτο φαντασιακό έχει σβήσει στους επαναστατικούς κύκλους εδώ και εκατόν πενήντα χρόνια τουλάχιστον.

[2] «Ο λεγόμενος Μεσαίωνας αποτελεί ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, μια ανυπόφορη ενόχληση για την αστικο-μαρξιστική ιστορία. Μέσα στο ευθύγραμμο σχήμα της προόδου, ο μεσαίωνας εμφανίζεται σαν μια τρύπα. Η ίδια η ονομασία του μαρτυράει πως η κυρίαρχη αντίληψη τον θεωρεί πάντα μια τρύπα μέσα στην ιστορία. Προσπαθεί να την μπαλώσει, αντιμετωπίζοντάς τον σαν ένα ιδιαίτερο φαινόμενο, μια περίπτωση ιστορικής τερατογένεσης: ο Μεσαίωνας είναι ένας “μυθικός κόσμος”, “η εποχή που πραγματώθηκε το Άλογο”. Είναι ένας “φανταστικός κόσμος”, άρα δεν υπήρξε πράγματι», Η ιστορία υπάρχει αλλά δεν είναι εκεί που νομίζουν (1985). [διαθέσιμο εδώ ]

[3] Βλ. την εκκεντρική μεταφορά του «αρχαιοελληνικού σπόρου» στον Καστοριάδη. Η επίκληση αυτής της μυστικιστικής ιδέας (ο σπόρος σε λήθαργο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ώσπου ξάφνου να βλαστήσει, όταν έρθει ο καιρός) μπορεί να μην εξηγεί τίποτα, έχει όμως ενδιαφέρον η αναλογία με τις λατρείες της βλάστησης και την πίστη σε μια φυτική μαγεία, βλ. π.χ. όλο εκείνο το φολκλορικό υλικό που ξεχειλίζει από τους τόμους του Φρέιζερ.

[4] Σύμφωνα με τον Τζακ Γκούντι, αυτός ο υψηλός Πολιτισμός, που αντιστοιχεί τελικά σε μια έντονα διαστρωματωμένη κοινωνία και στην ευρύτερη χρήση της γραφής, ήταν μια συνηθισμένη ανάδυση στις κουλτούρες της Εποχής του Χαλκού, σε όλο το πλάτος της Ευρασίας. Από την άλλη, αυτή η «Αστική Επανάσταση», η επαναστατική αλλαγή που έφερε η δημιουργία πόλεων (που ερχόταν σε συνέχεια μιας «Νεολιθικής Επανάστασης», πάντα στο πνεύμα του Γκόρντον Τσάιλντ), ακούγεται λιγότερο πειστική σήμερα ή έστω μοιάζει να περιγράφει υπερβολικά σχηματικά μια σαφώς πιο πολύπλοκη διαδικασία, καθώς διάφορα πολιτισμικά στοιχεία (καινοτομίες, επινοήσεις ή κατασκευές) τείνουν να ανάγονται όλο και πιο πίσω στον χρόνο αλλά και να απλώνονται περισσότερο στο χώρο (στη σκοπιά μιας «πλανητικής ιστορίας»).

[5] Ο Ερνέστ Ρενάν μπορούσε ακόμα να γράφει, λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα: «Η σημιτική φυλή αναγνωρίζεται σχεδόν αποκλειστικά από τα αρνητικά της χαραχτηριστικά: δεν διαθέτει μυθολογία, ούτε έπος, ούτε επιστήμη, ούτε φιλοσοφία, ούτε λογοτεχνία, ούτε πλαστικές τέχνες, ούτε πολιτική ζωή. Κοντολογίς, απουσιάζουν από αυτήν η πολυπλοκότητα, οι λεπτές αποχρώσεις…» (Histoire générale et système comparé des langues sémitiques, σελ. 16) – και αρκεί να θυμηθούμε την επιτυχία που είχαν όροι όπως «ανατολικός δεσποτισμός» ή «ασιατικός τρόπος παραγωγής», τα απόνερα των οποίων μάς πιτσιλίζουν ακόμα και σήμερα.

[6] Όχι μόνο μπροστά στα επιτεύγματα των Άλλων αλλά και μπροστά σε όσα θεωρούνται σκοτεινές κηλίδες στο ιδανικό, βλ. π.χ. πρόσφατο άρθρο σε εφημερίδα. Τα κλασικά κείμενα, επίσης, διαβάζονται με ανάλογα μονόφθαλμο τρόπο.

[7] Αυτό δείχνει τη δυσκολία να ξεχωριστεί μια αγνή και καθάρια «κλασική αρχαιότητα» από τη γενικότερη ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, αφού το συντριπτικό μέρος των στοιχείων για την πρώτη παρέχεται από μια περίοδο, συχνά όψιμη, της δεύτερης.

Advertisements