Ο μαρξισμός και η Δύση ή Ευρωκεντρισμός και επανάσταση

 

Το κείμενο αυτό του Έντσο Τραβέρσο προέρχεται από το τελευταίο βιβλίο του Αριστερή μελαγχολία ενώ είχε δημοσιευτεί προηγουμένως, σε μια ελαφρώς συντομότερη εκδοχή και με τον τίτλο «Ο μαρξισμός και η Δύση», στο τεύχος 21 (Σεπτ. 2016) του περιοδικού Πανοπτικόν – ωστόσο η ιστορία του είναι λιγάκι πιο περίπλοκη.[1] Από τη σκοπιά του Τέταρτου Κόσμου, το ενδιαφέρον εστιάζεται στη διαπίστωση ότι το επαναστατικό σχέδιο, όπως αναπτύχθηκε κυρίως το 19ο αιώνα (στην ας πούμε μακριά του εκδοχή, έστω 1776-1914), έπασχε μεταξύ άλλων από τη μεροληπτική εκείνη εμμονή που έμελλε να ονομαστεί «ευρωκεντρισμός». Η κλασική εκδοχή αυτού του σχεδίου, όπως κωδικοποιήθηκε στο μαρξισμό, χώλαινε ιδιαίτερα στο σημείο αυτό, καθώς ήταν εντελώς υποταγμένη στη θεώρηση μιας γραμμικής και τελεολογικής εξέλιξης ενώ έμενε συχνά μαγεμένη μπροστά στα κατορθώματα της καπιταλιστικής προόδου, τα οποία ανυπομονούσε να μιμηθεί. Σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον Μαρξ, ο Τραβέρσο διαπιστώνει βέβαια ότι ο ευρωκεντρισμός ήταν ο επιστημικός του ορίζοντας κι επομένως πλαισίωνε ασφυκτικά το έργο του, παρατηρεί όμως κάποιες αντιφάσεις στη σκέψη του καθώς και μια όψιμη και μάλλον άτολμη τάση για αναθεώρηση προς μια όντως οικουμενική οπτική, που έμεινε πάντως ανολοκλήρωτη. Ο πατενταρισμένος μαρξισμός της Β΄ Διεθνούς, από την άλλη, έμενε κουφός και τυφλός απέναντι στα προβλήματα του εξωευρωπαϊκού κόσμου (για τον οποίον η μόνη μέριμνα και η καλύτερη προοπτική θα ήταν να «εκπολιτιστεί», δηλ. να γίνει μια πολιτισμένη ευρωπαϊκή αποικία), μάλιστα (επισημαίνει ο Έντσο) οι αναρχικοί είχαν σταθεί σαφώς πιο ευαίσθητοι από τους μαρξιστές απέναντι στην αποικιακή καταπίεση και εκμετάλλευση.

image-20150629-9102-fh15gp

Η κατάσταση φάνηκε να αλλάζει με την εδραίωση της εξουσίας των μπολσεβίκων – με σημαδιακή στιγμή το Συνέδριο των Λαών της Ανατολής, στο Μπακού (1920), όταν ένας μαρξισμός νέου τύπου φάνηκε να αγκαλιάζει τους αποικισμένους λαούς, π.χ. απονέμοντας (περιστασιακά αλλά πάντως σε κατάφωρη αντίθεση προς την αρχική μαρξική θεώρηση) επαναστατικό ρόλο σε αγροτικές μάζες. Όμως, από τη μία, η αλλαγή αυτή, κάπως συγκυριακή, εντάχτηκε γρήγορα σ’ ένα τυπικό παιγνίδι Μεγάλων Δυνάμεων (ο «αντιιμπεριαλισμός» έγινε εργαλείο της εξωτερικής σοβιετικής πολιτικής και ακολουθούσε τις διακυμάνσεις της). Από την άλλη, οι δυτικοσπουδαγμένες ελίτ των αποικιακών χωρών έβρισκαν το μαρξισμό της Γ΄ Διεθνούς ελκυστικό ακριβώς επειδή είχε μια ευρωκεντρική λογική: οι χώρες τους μπορούσαν να «αναπτυχθούν» κατά την ευρωπαϊκή έννοια, δηλ. με καπιταλιστικό τρόπο αλλά για τα δικά τους συμφέροντα και κάτω από τη δική τους κυριαρχία, μόνο μέσα από τον επαναστατικό (με τη μπολσεβίκικη έννοια) δρόμο, αφού ο ρατσισμός των ευρωπαίων κυρίων, οσοδήποτε προοδευτικών και φιλελεύθερων, απαγόρευε ουσιαστικά την ανεξάρτητη «προκοπή» των επίδοξων ντόπιων αφεντικών.

Το αποτέλεσμα αυτής της παρεξήγησης ονομάζεται ορισμένες φορές «τριτοκοσμισμός» –αν μπορεί να θεωρηθεί παρεξήγηση η χρήση μιας πολύ συγκεκριμένης επαναστατικής σημαίας από επίδοξες αστικές τάξεις– γεγονός είναι ωστόσο ότι υπήρχαν κι άλλες δυνάμεις εν δράσει. Ίσως μόνο μετά την αποτυχία των αποικιακών επαναστάσεων (δηλ., συνήθως, μετά την εκτροπή ή τη στρέβλωσή τους σε καθεστώτα που γεννήθηκαν εντούτοις από την πολιτικοστρατιωτική επιτυχία τους), εξηγήσεις αυτού του είδους φαντάζουν πειστικότερες. Ίσως πάλι να μην είναι τυχαίο ότι χρειάστηκε πρώτα η πτώση του λεγόμενου σοσιαλιστικού στρατοπέδου για να εμφανιστεί ξανά στον Τρίτο Κόσμο, στο Μεξικό του 1994, μια επαναστατική πρόταση χωρίς μαρξιστικές συντεταγμένες.

Θα σταθώ σε μια άλλη ενδιαφέρουσα αντιστροφή, σε θεωρητικό κι όχι ιστορικό επίπεδο τούτη τη φορά: μέσα στο γενικά δογματικό κι έντονα εξελικτιστικό πλαίσιο του μαρξισμού εμφανίζονται εντούτοις τάσεις προς ένα ριζικό αναπροσανατολισμό, τάσεις που ξεφεύγουν μεταξύ άλλων από τον ευρωκεντρισμό (βλ. π.χ. όσα λέει ο Σέντρικ Ρόμπινσον για τον «Μαύρο Μαρξισμό») – απεναντίας, επαναστατικές απόψεις που εμφανίζονται ηχηρά αντιμαρξιστικές ή μη μαρξιστικές μπορεί να παραμένουν στενά προσηλωμένες στον αστικό (ή αστικομαρξιστικό) τρόπο σκέψης, και μάλιστα στις πιο παραδοσιακές μορφές του. Σκέφτομαι π.χ. έναν γνωστό έλληνα στοχαστή που καμάρωνε για την εκ μέρους του απόρριψη των μαρξιστικών σχημάτων και για τον οποίο ο εθνοκεντρισμός και η αρχαιομανία ήταν τόσο αυτονόητα ώστε να καταντούν ανυποψίαστα (ενώ ο ίδιος ο Μαρξ, γεννημένος εκατό χρόνια πρωτύτερα –θέλω να πω σε ένα διανοητικό κόσμο όπου κυριαρχούσαν πλήρως τέτοιες κλασικές μπουρζουάδικες ιδέες– κατάφερε εντούτοις να είναι κάπως πιο πονηρεμένος).

Ο Τραβέρσο, απ’ τη μεριά του, πιστεύει ότι υπάρχουν πολλοί και πολλών λογιών μαρξισμοί ενώ μιλάει επίσης για «μεταποικιακή μελαγχολία» (ακολουθώντας τον Πολ Γκιλρόι), που τη θεωρεί ειδική περίπτωση μιας γενικότερης «αριστερής μελαγχολίας», καταλήγοντας ίσως σε μια σύγχυση ανάμεσα στις αιτίες και τα αποτελέσματα του 1989. Αλλά ο κριτικός σχολιασμός αυτής της μελαγχολικής θεώρησης ας μείνει για άλλη φορά.

tetartoskosmos@gmail.com

Enzo Traverso

Ο μαρξισμός και η Δύση

Όπως όλοι οι κλασικοί, ο Μαρξ «υπερβαίνει» την εποχή του και, ταυτόχρονα, παραμένει στοχαστής του 19ου αιώνα. Με εξαιρετικά ευρηματικό σφρίγος, ήταν ικανός να συλλάβει τάσεις που, σε εμβρυακή μορφή στην εποχή του, αναπτύχθηκαν θεαματικά κατά τον επόμενο αιώνα. Αυτό το εντυπωσιακά μοντέρνο στοιχείο παρέσυρε πολλούς ερευνητές ώστε να ερμηνεύουν τα έργα του με απλοϊκά αναχρονιστικό τρόπο, σάμπως να είχαν γραφτεί στον καιρό μας. Ο Μαρξ έχει συνεισφέρει στη σφυρηλάτηση του λεξιλογίου μας, όμως πολλές έννοιες με τις οποίες κατανοούμε σήμερα το 19ο αιώνα –π.χ. ιμπεριαλισμός– απλώς δεν υπήρχαν στη διάρκεια της ζωής του, ή δεν είχαν το ίδιο νόημα που τους δίνουμε τώρα. Αυτό αφορά ιδιαίτερα την έννοια της «Δύσης», η οποία στην εποχή του σήμαινε ουσιαστικά Ευρώπη, εξαιρώντας τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Το δυτικό και το ανατολικό δεν ήταν ακόμα γεωπολιτικές κατηγορίες, όπως έμελλε να γίνουν μετά το 1945. […] Υπάρχουν δύο συμμετρικές παρερμηνείες: άλλοι αρνούνται την ευρωκεντρική διάσταση του έργου του, όπως κάνουν πεισματικά πολλοί οπαδοί του, ενώ άλλοι τη στιγματίζουν με αναδρομική κι εντελώς αναχρονιστική ύστερη γνώση. […]

Είναι γνωστό ότι στα γραφτά του για τη Ρωσία, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1870, ο Μαρξ διαφοροποίησε κάπως τις προηγούμενες εκτιμήσεις του. Απαντώντας σε έναν από τους ρώσους κριτικούς του, ζητούσε να μην μετατραπεί το δικό του «ιστορικό σχεδιάγραμμα της γένεσης του καπιταλισμού στη δυτική Ευρώπη σε ιστορικο-φιλοσοφική θεωρία της γενικής ανάπτυξης, που επιβάλλεται από τη μοίρα σε όλους τους λαούς, όποιες κι αν είναι οι ιστορικές συνθήκες στις οποίες βρίσκονται». Με άλλα λόγια, η ιστορική του περιγραφή της καπιταλιστικής συσσώρευσης δεν ήταν δεσμευτική αφήγηση, «η υπέρτατη αρετή της οποίας συνίσταται στο να είναι υπεριστορική». Απορρίπτοντας ένα τέτοιο φαταλισμό, φαντάστηκε την πιθανότητα μιας κοινωνικής επανάστασης που, μεταφυτεύοντας το σύγχρονο σοσιαλισμό στις αγροτικές κοινότητες (obshchiny) του παραδοσιακού σλάβικου κόσμου, θα απόφευγε στη Ρωσία τις συμφορές που γνώρισε η δυτική Ευρώπη κατά την περίοδο της πρωταρχικής καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η εικασία αυτή, εντούτοις, αφορούσε μιαν εξαίρεση. Από τη μία, εξαρτιόταν από τις ιδιόρρυθμες συνθήκες της Ρωσίας, όπου επιζούσαν αρχαίες κοινοτικές μορφές. Από την άλλη, προϋπόθετε μια κοινωνική επανάσταση στη Δύση, όπως υπέδειξε καθαρά στο τέλος της ζωής του: από τη στιγμή που η Ρωσία είχε βρεθεί στην «αρπάγη του καπιταλιστικού καθεστώτος», δεν μπορούσε πια να ξεφύγει από τους «ανελέητους νόμους» (unerbittlichen Gesetze) του κεφαλαίου. Ο Ένγκελς αναγνώριζε ότι η Ρωσία είχε χάσει μια «μεγάλη ιστορική ευκαιρία» ενώ οι ρώσοι μαρξιστές, σύμφωνα με την πετυχημένη έκφραση της Σέιλα Φιτζπάτρικ, «είχαν ερωτευτεί τη δυτικού τύπου εκβιομηχάνιση».

Είναι επίσης αλήθεια ότι ο Μαρξ μετρίασε τη θεωρία του προς τα τέλη του ζωής του, απορρίπτοντας την ιδέα μιας γραμμικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, με τις συναφείς της τελεολογικές ερμηνείες της ιστορίας. Αυτές οι παρατηρήσεις του, όμως, είχαν διατυπωθεί κυρίως σε επιστολές ή σε περιστασιακά άρθρα που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιθωριακά περιοδικά. Αυτό δεν στάθηκε αρκετό για να εμποδίσει, μέσα στα επόμενα χρόνια, την ανάδυση μιας θετικιστικής μαρξιστικής φιλοσοφίας της ιστορίας, τη δογματική κωδικοποίηση της οποίας επικύρωσε ο Καρλ Κάουτσκι, ο «πάπας» της Δεύτερης Διεθνούς. Ένας οξυδερκής κι επιμελής ερευνητής όπως ο Κέβιν Άντερσον έχει ασφαλώς δίκιο όταν παρατηρεί ότι, ιδιαίτερα στα όψιμα γραφτά του, ο Μαρξ ανάπτυξε μια «διαλεκτική θεωρία κοινωνικής αλλαγής που δεν ήταν ούτε μονογραμμική ούτε αποκλειστικά βασισμένη σε τάξεις», αμφισβητώντας τον εξελικτισμό και τα «ίχνη εθνοκεντρισμού» του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ ο Άντερσον διαβάζει πολύ προσεχτικά πολλά ελάσσονα κείμενα, τείνει να παραβλέπει τα πιο σημαντικά, γνωστά και δημόσια έργα του, αυτά που οι μαθητές του έμελλε, στο τέλος του 19ου αιώνα, να μετατρέψουν σε δόγμα. Υπάρχει πράγματι μια ένταση που στοιχειώνει το κόρπους των γραφτών του Μαρξ, ένταση ανάμεσα σε μια μονογραμμική και μια συνεχή, σε μια διαλεκτική και μια θετικιστική θεώρηση της ιστορίας, που συνυπάρχουν σαν δυο αντιφατικές τάσεις ή «πειρασμοί». Όπως αποδεικνύει εύγλωττα ο φόρος τιμής προς τον Δαρβίνο, στον πρόλογο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ δεν ξέφυγε από τη φιλοδοξία να δημιουργήσει μια «επιστήμη της κοινωνίας», φιλοδοξία που βασάνιζε τόσο έντονα την εποχή του.

2175-6236-edreal-42-02-00533-gf1-en

Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η ιστορία ήταν η διαδικασία μέσω της οποίας το Πνεύμα αποχτούσε συνείδηση του εαυτού του κι αυτή η αυτοπραγμάτωση είχε διπλή διάσταση, αφορώντας τόσο το χώρο όσο και το χρόνο. Ο ορθολογικός της χαραχτήρας ενσαρκωνόταν στο δυτικό κόσμο, στην Ευρώπη δηλ., τον τόπο όπου το Πνεύμα αυτο-αποκαλύφθηκε. Το χάσμα που χώριζε την προϊστορία από την ιστορία δεν ήταν μόνο χρονολογικά αλλά και γεωγραφικά αναγνωρίσιμο, καθώς χώριζε την Ευρώπη (πολιτισμός) από τον εξωευρωπαϊκό κόσμο (βαρβαρότητα). Η διχοτόμηση αυτή αποτελούσε τον κινητήρα της οικουμενικής ιστορίας που, τελικά, συμπίπτει με το θρίαμβο της Δύσης πάνω στους «λαούς χωρίς ιστορία». Όπως υποστηρίζει ερμηνεύοντας τον Χέγκελ ο Ραναγίτ Γκούχα, από την εποχή του Κολόμβου, η Ευρώπη είχε αποχτήσει επίγνωση του εαυτού της –και είχε περάσει από ένα ταξίδι αυτο-ανακάλυψης– μέσα από μια κίνηση κατά την οποία τα περιγράμματα του διηπειρωτικού χώρου συμπέσανε με κείνα του οικουμενικού χρόνου, η γεωγραφία με την ιστορία. Ως τελικός σκοπός της οικουμενικής ιστορίας, η Δύση μιλούσε στο όνομα του κόσμου, τον οποίο συμπεριλάμβανε διαλεκτικά στη δική της κίνηση. Το κράτος ολοκλήρωνε τον πολιτισμό, συγχωνεύοντας γεωγραφία, ιστορία και πολιτική σε μια ενιαία οντότητα. Ενώ η Ανατολή επιδείκνυε απλώς τα αμετάβλητα γνωρίσματά της, η Δύση την είχε ενσωματώσει στην οικουμενική ιστορία. Διάφοροι ερευνητές έχουν ερμηνεύσει τη χεγκελιανή διαλεκτική ως μίμηση της αποικιοκρατίας: η κατάργηση των ιστορικών αντιφάσεων του κόσμου από μια κίνηση που ταυτόχρονα τις εξαλείφει και τις διατηρεί (Aufhebung) μεταφράζει απλώς σε εννοιολογικό επίπεδο την κίνηση απαλλοτρίωσης και ενσωμάτωσης που πραγματοποίησαν οι αποικιακές καταχτήσεις της Ευρώπης. Σύμφωνα με τον Σάντρο Μετζάντρα, η αποικιοκρατία είναι «εγγεγραμμένη στις επιστημικές προκείμενες της νεοτερικότητας».

 Ασφαλώς, ο Μαρξ δεν «ανέστρεψε» απλώς (σε υλιστική αντί για ιδεαλιστική βάση) τον ιστορικισμό του Χέγκελ και τα έργα του περιέχουν πολλά επιχειρήματα ενάντια σε μια τελεολογική θεώρηση της ιστορίας κι ενάντια στην ντετερμινιστική αιτιότητα. Δεν θεωρεί τον καπιταλισμό οικονομικό μηχανισμό που γεννιέται από υποχρεωτικούς κανόνες αλλά μάλλον ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων, η ιστορία του οποίου διαμορφώνεται από συγκρούσεις. Η έλευσή του επέβαλε νέες μορφές ιδιοκτησίας, την εμπορευματοποίηση της εργασίας και τη διάλυση ενός συστήματος προϋφιστάμενων κοινωνικών πρακτικών και εθίμων, οι οποίες δεν μπορούσαν να συμβούν χωρίς βίαιες αντιπαραθέσεις. Με άλλα λόγια, η άνοδος του καπιταλισμού δεν θα μπορούσε να εννοηθεί σαν «φυσική» μετάβαση. […] Τέλος, η πρόοδος δεν γεννιέται από «φυσικούς» νόμους ούτε ταυτίζεται απλώς με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων – δεν θεωρείται αυτοσκοπός αλλά η υλική βάση για την ικανοποίηση των αναγκών μιας χειραφετημένης ανθρωπότητας. Κοντολογίς, συνυπάρχουν στο ίδιο έργο πολλοί Μαρξ: ένας απολογητής της βιομηχανίας που θαύμαζε τον «επαναστατικό» ρόλο της αστικής τάξης, τα υλικά επιτεύγματα της οποίας, σύμφωνα με τη διάσημη διατύπωση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, ξεπέρασαν τις αιγυπτιακές πυραμίδες, τα ρωμαϊκά υδραγωγεία και τους γοτθικούς καθεδρικούς ναούς – και ένας ρομαντικός στοχαστής «απομαγεμένος» από την τεχνολογία, γοητευμένος με τις προβιομηχανικές κοινωνίες και τον εξισωτισμό των πρωτόγονων κοινοτήτων.

Εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ, όμως, είναι ότι αυτός ο ρομαντικός και αντιεξελικτικιστής Μαρξ δεν είναι ακριβώς ο ίδιος Μαρξ που έγραψε για την αποικιοκρατία και την «Ανατολή». Σύμφωνα με το συγγραφέα του Κεφαλαίου, καταστροφή και πρόοδος, καταπίεση και απελευθέρωση συμβαδίζουν, στο πλαίσιο ενός οικονομικού συστήματος που μετατρέπει κάθε τεχνική και επιστημονική πρόοδο σε κοινωνική οπισθοδρόμηση: μόνο το προλεταριάτο ήταν σε θέση να καταργήσει αυτές τις αντιφάσεις και να δημιουργήσει μια χειραφετημένη κοινωνία. Αυτή η επαναστατική διαλεκτική, ωστόσο, παρέμενε προνόμιο των βιομηχανικών κοινωνιών της Δύσης. Ο Μαρξ σκεφτόταν το σοσιαλισμό με οικουμενικούς όρους όμως –αιχμάλωτος της ιδέας της «εκπολιτιστικής αποστολής», τυπικής του 19ου αιώνα– δεν ξέκοψε ποτέ από αυτό το υπόρρητο δυτικό πρότυπο. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε σ’ αυτή την ιστορική εικόνα την αισιοδοξία του Διαφωτισμού και μια τυπική της εποχής ευρωκεντρική οπτική. Πιστεύοντας βαθιά στα προμηθεϊκά κατορθώματα που υποσχόταν η έλευση του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο Μαρξ ανάγγειλε την Verbürgerlichung der Welt, την «αστική μεταμόρφωση του κόσμου», αποδίδοντας στη μπουρζουαζία ένα φανταστικό «επαναστατικό» ρόλο. […] Οι «μπουρζουάδικες» τάξεις διαμόρφωσαν τον κόσμο κατ’ εικόνα και ομοίωση, όμως ο ιστορικός τους ρόλος είχε ασφαλώς σταθεί περισσότερο θερμιδοριανός παρά «επαναστατικός».

Στον 20ό αιώνα, ο μαρξισμός αναγνώρισε τους αποικισμένους λαούς σαν πολιτικά υποκείμενα, αναθέτοντάς τους το διαλεκτικό καθήκον να «αρνηθούν» τον ιμπεριαλισμό. Δεν ήταν αυτή η προοπτική του Μαρξ. Θεωρούσε τον αποικιακό κόσμο απλή περιφέρεια της Δύσης, της μόνης δύναμης που καθόριζε, σε τελική ανάλυση, την εξέλιξή του. […] Η διαίσθηση για το χειραφετησιακό δυναμικό των αποικισμένων λαών ξεπροβάλλει σποραδικά στην αλληλογραφία του, με τη μορφή μεμονωμένων παρατηρήσεων. Για παράδειγμα, τα γραφτά του για τον Αμερικάνικο Εμφύλιο φανερώνουν έναν αδιάλλαχτο αμπολισιονισμό –που πιστοποιείται στην επιστολή που έστειλε στον Λίνκολν το 1864, εν ονόματι της Διεθνούς Ένωσης Εργατών– προσεγγίζουν όμως το ζήτημα της δουλείας αποκλειστικά από την πλευρά της αναπόφευκτης σύγκρουσής της με τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Σε κάποιες από τις επιστολές του στον Ένγκελς, απεναντίας, ο Μαρξ εκφράζει την ελπίδα του να δει μια εξέγερση των σκλάβων –ιδιαίτερα μετά την εκτέλεση του Τζον Μπράουν– και τόνιζε τον αντίχτυπο που θα μπορούσε να είχε η δημιουργία μιας στρατιάς μαύρων στρατιωτών στην εξέλιξη του πολέμου. Το Γενάρη του 1860, φαντάστηκε μάλιστα το συνδυασμό ανάμεσα σε μια εξέγερση των αμερικανών σκλάβων κι ένα ξεσηκωμό των χωρικών ενάντια στη ρωσική δουλοπαροικία, σύγκλιση που θα είχε σημάνει μια ιστορική καμπή σε διεθνή κλίμακα: «Έτσι, ένα “κοινωνικό” κίνημα έχει ξεκινήσει τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Μαζί με την επικείμενη κατάρρευση στην κεντρική Ευρώπη, αυτό υπόσχεται σπουδαία πράγματα». Αυτή η προσδοκία, όμως, δεν επαληθεύτηκε.

burn1

Σε πολλά άρθρα, οι Μαρξ και Ένγκελς υιοθετούν τη χεγκελιανή έννοια των «λαών χωρίς ιστορία» (geschichtlose Völker). Ο΄Ένγκελς παραθέτει ρητά το γερμανό φιλόσοφο σε άρθρο γραμμένο το 1849 για τη Neue Rheinische Zeitung, τη δημοκρατική εφημερίδα που έβγαζε ο Μαρξ κατά την επανάσταση στη Γερμανία. Κατά τη γνώμη του, τα σλαβικά έθνη της νότιας Ευρώπης ήταν καταδικασμένα να εξαφανιστούν σαν «λείψανα ενός έθνους που ποδοπατήθηκε ανελέητα από την πορεία της ιστορίας». Ήταν, «όπως λέει ο Χέγκελ, “απολειφάδια λαών”». Το 1848, πρόσθετε ο Ένγκελς, είχαν υποστηρίξει την τσαρική αντίδραση κι είχαν αντισταθεί στην ιστορική κίνηση του πολιτισμού. Επανέλαβε την ιδέα αυτή το 1891, τέσσερα χρόνια πριν το θάνατό του, υπογραμμίζοντας το χάσμα ανάμεσα στη «δυτική πρόοδο» και την «ανατολική βαρβαρότητα».

Μια ανάλογη θεώρηση διαπνέει τα άρθρα του Μαρξ για την Κίνα και την Ινδία, γραμμένα τη δεκαετία του 1850 για τη New York Daily Tribune, όπου ο στιγματισμός της βίας της αποικιοκρατίας δεν αμφισβητούσε τη νομιμοποίηση της βρετανικής αυτοκρατορικής κατάχτησης εν ονόματι ενός ανώτερου πολιτισμού. Σύμφωνα με τον Μαρξ, «η ινδική κοινωνία δεν έχει διόλου ιστορία, τουλάχιστον όχι γνωστή ιστορία» γιατί, σε τελική ανάλυση, η ιστορία της αντιστοιχεί με την ιστορία των κυβερνητών της, «των διαδοχικών εισβολέων που έστησαν τις αυτοκρατορίες τους πάνω στην παθητική βάση αυτής της ασάλευτης και αμετάβλητης κοινωνίας». Παρά την υποκρισία της, τις εγωιστικές της επιδιώξεις και την απανθρωπιά της, η Βρετανική Αυτοκρατορία ενεργούσε στην Ινδία σαν «ασυνείδητο εργαλείο της ιστορίας». Η αποστολή της ήταν διπλή, καταστροφική και συνάμα αναγεννητική: από τη μία έπρεπε να συντρίψει την αρχαία ασιατική κοινωνία και από την άλλη να θέσει «τα υλικά θεμέλια της δυτικής κοινωνίας στην Ασία». Με ανάλογο λεξιλόγιο, ο Ένγκελς χαιρέτιζε το 1848 την ήττα του Αμπντ ελ-Καντέρ, του ηγέτη της αραβικής αντίστασης ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία, υποστηρίζοντας ότι, παρά τις κτηνώδεις μεθόδους που είχε χρησιμοποιήσει ο στρατηγός Μπυζό, «η κατάχτηση της Αλγερίας στάθηκε σημαντικό και ευτυχές γεγονός για την πρόοδο του πολιτισμού». […]

Όπως δείχνει ξεκάθαρα ο Μάικ Ντέιβις, ο Μαρξ συμμεριζόταν την αισιοδοξία πολλών βικτωριανών παρατηρητών σχετικά με την ταχύτητα και τις συνέπειες της «σιδηροδρομικής επανάστασης» στην Ινδία. Όταν τις ξαναδιαβάζουμε, ενάμισι αιώνα αργότερα, οι εκτιμήσεις του για την «Ανατολή» ακούγονται ενοχλητικά πλησιέστερες σ’ έναν απολογητή του ιμπεριαλισμού όπως ο Ντέιβιντ Λάντες παρά σε έναν αντιευρωκεντρικό ανθρωπολόγο όπως ο Τζακ Γκούντι. Με άλλα λόγια, ο Μαρξ έτεινε να θεωρεί τη δυτική κυριαρχία προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο. […] Στην ιστορία της αποικιοκρατίας, έλεγε ο Μαρξ, η ανθρωπιά και η ηθική βρίσκονταν ξεκάθαρα στη μεριά των κυριαρχούμενων, αυτό όμως δεν τους επέτρεπε να αναστρέψουν την πορεία της ιστορίας, που αποφασιζόταν στη δυτική Ευρώπη. Η αποικιοκρατία αποκάλυπτε απλώς, με ανελέητο τρόπο, τη διαλεκτική της ιστορίας: μια διαδικασία όπου η πρόοδος επικρατούσε με τη μορφή μιας πομπής νικητών που έσταζε αίμα και καταπίεση. Ήταν μια τραγωδία για την οποία οι αποικισμένοι λαοί άξιζαν τη συμπόνια, δεν μπορούσαν όμως να αξιώσουν να αναγνωριστούν σαν ιστορικά υποκείμενα. Ακόμα κι η αντίστασή τους έπρεπε να αντιμετωπίζεται με δικιολογημένη καχυποψία. Όπως είδαμε, ο Ένγκελς θεωρούσε τον Αμπντ ελ-Καντέρ αρχηγό «ενός έθνους ληστών», μαθημένων στο πλιάτσικο και το μακελειό. Η γνώμη του Μαρξ για τον Σιμόν Μπολίβαρ, τον ήρωα των πολέμων για την ανεξαρτησία της Λατινικής Αμερικής, δεν ήταν πολύ πιο κολακευτική. Σε άρθρο που γράφτηκε το 1859 για τη New American Cyclopaedia, τον περιγράφει σαν μια καρικατούρα του Ναπολέοντα και σαν «τον πιο θρασύδειλο, πιο άθλιο και ποταπό από όλους τους αγύρτες». […] Η εξέγερση των Ταϊπίνγκ, ο βαθύτερος και πιο εκτεταμένος κοινωνικός ξεσηκωμός του 19ου αιώνα, προκάλεσε στον Μαρξ περισσότερο φόβο παρά συμπάθεια και θαυμασμό. Ανακατεύοντας κομφουκιανισμό και ευαγγελικό χριστιανισμό, η εξέγερση αυτή στρεφόταν τόσο εναντίον της παραδοσιακής κινέζικης εξουσίας όσο κι εναντίον της ξένης κατοχής των ακτών, στο όνομα ζωηρών εξισωτικών βλέψεων, δεν πρόσφερε όμως επαρκείς εγγυήσεις στους οπαδούς της δυτικής προόδου. Παρότι την είχε περιγράψει σαν αυθεντικό «λαϊκό πόλεμο», ο Μαρξ απέρριπτε το φανατισμό της και καταφρονούσε τους μαχητές της, ικανούς μόνο «να σπέρνουν την καταστροφή σε αποκρουστικές μορφές, καταστροφής χωρίς καν ένα ίχνος κάποιας νέας δημιουργίας». Ήταν πολύ δύσπιστος ακόμα κι απέναντι στις κομμουνιστικές τους τάσεις, που βρίσκονταν τόσο μακριά από τον ευρωπαϊκό σοσιαλισμό «όσο κι η κινέζικη φιλοσοφία σε σχέση με τη χεγκελιανή φιλοσοφία». Είναι αλήθεια ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, ο δεύτερος Πόλεμος του Οπίου έμοιαζε να αμφισβητεί τον «προοδευτικό» στόχο του πρώτου –«το άνοιγμα του εμπορίου με την Κίνα»– αυτό όμως δεν άλλαξε την αρνητική του εκτίμηση για την εξέγερση, εκτίμηση στην οποία ακόμα κι ένας γενναιόδωρος κριτικός όπως ο Κέβιν Άντερσον υποχρεώνεται να διακρίνει «ένα ύφος εθνοκεντρικής έπαρσης». Ασφαλώς, η εξέγερση των Ταϊπίνγκ φανέρωνε το ψυχορράγημα «της παλαιότερης αυτοκρατορίας στον κόσμο», δεν μπορούσε όμως να αποτελεί τη χαραυγή «μιας νέας εποχής για την Ασία». Το καθήκον αυτό ανήκε στη Δύση.

5a3c6483-c30f-49b5-9e0c-6cd04c9aeb6c

 Όπως έχουν υπογραμμίσει πολλοί ιστορικοί, στη δεκαετία του 1870 το ιρλανδικό ζήτημα άλλαξε τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς για την αποικιοκρατία. Στα μάτια τους, η βρετανική εξουσία στην Ιρλανδία ήταν το κλειδί που εξηγούσε την παθητικότητα και την αδυναμία της αγγλικής εργατικής τάξης. Ένας λαός που καταπιέζει άλλο λαό δεν μπορεί να είναι ελεύθερος, επομένως το αγγλικό προλεταριάτο έπρεπε να υποστηρίξει την εθνική απελευθέρωση της Ιρλανδίας αν ήθελε να υπερασπιστεί τα δικά του συμφέροντα. Εντούτοις, οι συγγραφείς του Κομμουνιστικού Μανιφέστου δεν επέκτειναν το συμπέρασμα αυτό και στον εξωευρωπαϊκό κόσμο. Στις ανθρωπολογικές τους μελέτες […] μετρίασαν τις αναλύσεις τους για τον μη καπιταλιστικό κόσμο, όμως δεν άλλαξαν τη γνώμη τους για τη σχέση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η διαπίστωση αυτή δεν μετατρέπει τον Μαρξ σε αφελή ή κυνικό απολογητή του δυτικού ιμπεριαλισμού. Μια απλή σύγκριση των κειμένων του για την αποικιοκρατία –ακόμα και των πιο αμφιλεγόμενων και προβληματικών– με τα έργα των εκπροσώπων του κλασικού φιλελευθερισμού, από τον Τζον Στιούαρτ Μιλ ως τον Τοκβίλ, δείχνει καθαρά τις ριζικές διαφορές τους. Η θεώρηση του Μαρξ για τον σοσιαλισμό ήταν ανυπόκριτα οικουμενική και ο διεθνισμός του αφορούσε την ανθρωπότητα συνολικά. Ο Μιλ ξεκινάει το διάσημο δοκίμιο του Περί ελευθερίας (1859) προειδοποιώντας τους αναγνώστες του ενάντια στην αυταπάτη ότι αυτή η έννοια της ελευθερίας θα μπορούσε να επεκταθεί «σε κείνα τα καθυστερημένα στρώματα της κοινωνίας, στα οποία μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η φυλή βρίσκεται ακόμα στην παιδική της ηλικία». Ο δεσποτισμός, προσθέτει, είναι «θεμιτός τρόπος διακυβέρνησης όταν έχουμε να κάνουμε με βάρβαρους». Ο Τοκβίλ –που θεωρείται συχνά ο ευφυέστερος θεωρητικός του νεοτερικού φιλελευθερισμού– ξεκινάει το αριστούργημά του, Η δημοκρατία στην Αμερική (1835), εξηγώντας ότι «οι Ινδιάνοι κατοικούσαν την ήπειρο αλλά δεν την κατείχαν». Η Θεία Πρόνοια τούς είχε τοποθετήσει εκεί μόνο προσωρινά, «για ένα διάστημα», επειδή αυτή η απέραντη και πλούσια ήπειρος περίμενε τους νόμιμους ιδιοκτήτες της: «έμοιαζε με άδειο λίκνο που περίμενε τη γέννηση ενός μεγάλου έθνους». Είναι προφανές ότι οι ευρωκεντρικές απόψεις του Μαρξ δεν μπορούν να συγκριθούν με τέτοιες αυτάρεσκες απολογίες της αποικιοκρατίας.

Σύμφωνα με τον Έντουαρντ Σαΐντ, η σκέψη του Μαρξ εντάσσεται σ’ ένα οριενταλιστικό ορίζοντα όπως ισχύει για τους περισσότερους διανοούμενους και ερευνητές του καιρού του. Αν ο οριενταλισμός είναι μια κοσμοθεώρηση θεμελιωμένη στην «οντολογική και επιστημολογική διάκριση» ανάμεσα στην «Ανατολή» και στη «Δύση», ορισμένες σαν αφηρημένες και αντιθετικές κατηγορίες –ανώτερη/κατώτερη, πολιτισμένη/βάρβαρη, προοδευμένη/καθυστερημένη, ορθολογική/ανορθολογική– ο Μαρξ μπορεί να θεωρηθεί, σε πείσμα του οικουμενισμού της απελευθερωτικής του ουτοπίας, γνήσιος εκπρόσωπός του. Τα γραπτά του Μαρξ, διαπιστώνει ο Σαΐντ, «ταιριάζουν θαυμάσια σ’ ένα εγχείρημα οριενταλιστικού τύπου, παρότι διακρίνεται καθαρά η ανθρωπιά του Μαρξ και η συμπάθειά του για την αθλιότητα του λαού». Ίσως η περίπτωση του Μαρξ να φανερώνει τα όρια του οριενταλισμού, όταν αυτός θεωρείται μια ομοιογενής κατηγορία που περιλαμβάνει αδιακρίτως όλους τους εκπρόσωπους του δυτικού πολιτισμού, από τον Φλομπέρ ως τον Βέρντι κι από τον Μαρξ ως τον Βέμπερ. Ο Ζιλμπέρ Ασκάρ παρατηρεί εύστοχα ότι ο οριενταλισμός του Μαρξ ήταν ουσιαστικά επιστημικός, στο βαθμό που ο ευρωκεντρισμός ήταν ο διανοητικός ορίζοντας της εποχής του, δεν ήταν υπεροχικός (supremacist), καθώς ο ίδιος αγωνιζόταν ενάντια σε μια ιεραρχική, παγιωμένη και καταπιεστική διεθνή τάξη πραγμάτων.

queimada

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο αντιιμπεριαλισμός ήταν πολύ πιο ριζικός στους αναρχικούς παρά στους μαρξιστές. Σκιαγραφώντας ένα είδος πολιτισμικής ανθρωπολογίας των κινημάτων που αντιστάθηκαν στην πρώτη παγκοσμιοποίηση, ο Μπένεντικτ Άντερσον υπογράμμισε αυτή τη διαφορά. Απέναντι σ’ ένα μαρξιστικό σοσιαλισμό των πόλεων, δυτικό και προλεταριακό, γερά ριζωμένο στην, προτεσταντική και φιλελεύθερη, εκβιομηχανισμένη Ευρώπη (κυρίως στη Γερμανία), ο αναρχισμός άπλωνε τη επιρροή του στην ανατολική και νότια Ευρώπη, αγροτική και πληβειακή, καθολική και ανατολικορθόδοξη. Οι αναρχικοί χαιρετούσαν τις αγροτικές εξεγέρσεις στις υπανάπτυκτες χώρες και υπερασπίζονταν τα δικαιώματα των «λαών χωρίς ιστορία». Σε αντίθεση με τον Μαρξ, που ζούσε εξόριστος στο Λονδίνο, πρωτεύουσα της βρετανικής αυτοκρατορίας και προνομιακό παρατηρητήριο του διεθνούς καπιταλισμού, οι αναρχικοί ακολουθούσαν την κίνηση των μεγάλων υπερπόντιων μεταναστεύσεων. Αυτό εξηγεί ασφαλώς τις εκλεκτικές συγγένειες που, στα τέλη του 19ου αιώνα, οδήγησαν τον Χοσέ Ρισάλ, φιλιππινέζο συγγραφέα και εθνικιστή, να αποχτήσει επαφές με ισπανούς, γάλλους και ιταλούς αναρχικούς, όπως και με τον κουβανό πατριώτη Χοσέ Μαρτί, παρά με σοσιαλιστές της μαρξιστικής τάσης. […] Ο Μαρξ ανάλυσε την επέκταση του καπιταλισμού σε όλο τον κόσμο, δεν αντιλήφθηκε όμως τα σημάδια των επερχόμενων εξεγέρσεων στις αποικίες. Όπως είδαμε, ήταν κάτι παραπάνω από δύσπιστος απέναντι στις κινέζικες και ινδικές ανταρσίες ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Γι’ αυτόν, ο Σιμόν Μπολίβαρ ήταν επίγονος του Ναπολέοντα, όχι κληρονόμος της αϊτινής επανάστασης και σύμβολο των απελευθερωτικών κινημάτων της Λατινικής Αμερικής. Παραμέλησε πραγματικά την αϊτινή επανάσταση και δεν θεώρησε την κατάργηση της δουλείας κεντρικό ζήτημα της εποχής του. Ήταν ο Σ. Λ. Ρ. Τζέιμς, μαύρος διανοούμενος από τις Δυτικές Ινδίες, εκείνος που δημοσίευσε την πρώτη μαρξιστική ιστορία της Αϊτινής Επανάστασης, τους Μαύρους Γιακωβίνους (1938), βιβλίο που γράφτηκε εκτός ακαδημίας αλλά κι εκτός του επίσημου μαρξισμού. Και για ανάλογους λόγους οι μαρξιστές αγνόησαν για δεκαετίες τη μεξικάνικη επανάσταση (ώσπου να την ανακαλύψει σαν αντικείμενο έρευνας ο Αδόλφο Τζίλι, ιστορικός που είχε γνωρίσει τις εμπειρίες της βολιβιανής και της κουβανικής επανάστασης). Αν κάποια κομμουνιστικά κόμματα μπόρεσαν να καθοδηγήσουν αγροτικές επαναστάσεις στην Κίνα και το Βιετνάμ, είναι ακριβώς επειδή οι ηγέτες τους –διανοούμενοι των πόλεων, κυρίως– ξέφυγαν από τα κληρονομημένα σχήματα του προλεταριακού, δυτικού σοσιαλισμού. Χρειάστηκε το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού και η κρίση του φορντισμού για να ανακαλυφθεί η κρυφή ιστορία των αγώνων στην εποχή του ναυτιλιακού καπιταλισμού, που προηγήθηκε της βιομηχανικής επανάστασης. Η νεότερη εικόνα του προλεταριάτου ως ευρωπαϊκής, βιομηχανικής εργατικής τάξης είχε επισκιάσει τις πρώτες εμπειρίες αλληλεγγύης, αυτοοργάνωσης και αυτοχειραφέτησης που είχε επιδείξει στον Ατλαντικό η «πολυκέφαλη ύδρα», που την αποτελούσαν ναυτικοί, πειρατές και ξεριζωμένοι σκλάβοι. Ζώντας σε μια εποχή μηχανών και εργοστασίων, ο Μαρξ δεν θεωρούσε τις εμπειρίες αυτές σημαντικές για το μέλλον. […]

queimada-burn-1969-isyan_8628561-59690_600x315

Ο Σ. Λ. Ρ. Τζέιμς και ο Τέοντορ Β. Αντόρνο, αυτές οι δύο μεγάλες μορφές της κριτικής σκέψης του 20ού αιώνα, συναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη στη διάρκεια του πολέμου, χάρι σ’ ένα κοινό τους γνωστό, τον Χέρμπερτ Μαρκούζε, την εποχή που το Μανχάταν είχε γίνει το κέντρο των ευρωπαίων εβραίων εξόριστων και συνάμα η πνευματική πρωτεύουσα του Μαύρου Ατλαντικού. Η συζήτησή τους όμως δεν είχε συνέχεια και έφτασε μόνο ως τη διαπίστωση μιας αμοιβαίας ακατανοησίας. Προετοίμαζαν, τη στιγμή εκείνη, δυο από τα σημαντικότερα έργα που αφιερώθηκαν στην κριτική του ολοκληρωτισμού: Η διαλεκτική του Διαφωτισμού (1947) και Ναυτικοί, εξωμότες και απόβλητοι (1950) – από τη μία ένας φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στις μεταμορφώσεις του λόγου και από την άλλη μια ριζοσπαστική κριτική της νεοτερικότητας μέσα από μια αλληγορική επανερμηνεία του Μόμπι Ντικ, του μυθιστορήματος του Χέρμαν Μέλβιλ. Ο Αντόρνο αμφισβητούσε την ιδέα της προόδου και, στηριγμένος στη μαρξιστική θεωρία της πραγμοποίησης, στη βεμπεριανή έννοια της ορθολογικότητας και τη φροϊδική ψυχανάλυση, ανασύσταινε τη διαδικασία μέσα από την οποία η Δύση είχε μεταμορφώσει τον χειραφετησιακό λόγο του Διαφωτισμού σε ολοκληρωτικό εργαλειακό λόγο. Η ματιά του, διεισδυτική και μελαγχολική ταυτόχρονα, είχε προσηλωθεί στο ναζισμό και αγνοούσε εντελώς τον αποικιακό κόσμο. Όσο για τον Τζέιμς, αυτός αντιλαμβανόταν τη νεοτερικότητα σαν αυτοκρατορική κυριαρχία, μετακινώντας το κέντρο της από τη Δύση προς το Νότο και αναγγέλλοντας την εξέγερση των αποικισμένων λαών. Και οι δύο στηρίζονταν, εμπλουτίζοντάς τες, στις ιδέες του Μαρξ. Εντούτοις, ο δυτικός μαρξισμός και ο αντιαποικιακός μαρξισμός έμειναν δυο αποκομμένες ήπειροι, ξένες η μία προς την άλλη.

Ο Αντόρνο, άλλωστε, πρέπει να ήταν τουλάχιστον δύσπιστος απέναντι στον Σ. Λ. Ρ. Τζέιμς. Τίποτα σχεδόν στο πολιτισμικό υπόβαθρο του γερμανού φιλόσοφου δεν τον προδιέθετε να εκφράσει την παραμικρή περιέργεια για αυτόν τον υπερασπιστή της λαϊκής κουλτούρας. Σαν αριστοκράτης μαρξιστής «μανδαρίνος», με αγιάτρευτη φοβία για τις εικόνες και τη λαϊκή μουσική, στην οποία πάντα έβλεπε μόνο εκδηλώσεις της πολιτιστικής βιομηχανίας, όταν δεν την ερμήνευε –όπως τη τζάζ– σαν αισθητική διάσταση της αυταρχικής προσωπικότητας, ο Αντόρνο δεν μπορούσε να καταλάβει τις πολιτισμικές ανησυχίες ενός διεθνώς αναγνωρισμένου ειδικού του κρίκετ όπως ο Τζέιμς. Εκείνος, από τη μεριά του, δεν αγνοούσε την πραγμοποιημένη μορφή της σύγχρονης κουλτούρας και προειδοποιούσε ενάντια στις αλλοτριωτικές και αποκτηνωτικές τάσεις της πολιτιστικής βιομηχανίας, δεν μπορούσε όμως να αποδεχτεί μια ελιτίστικη απόσυρση μέσα στα κλειστά σύνορα της αισθητικής πρωτοπορίας. Όπως έγραψε στο American Civilization (1950): «Στη σύγχρονη λαϊκή τέχνη, κινηματογράφο, ραδιόφωνο, τηλεόραση, κόμιξ, βαδίζουμε προς κάποια τέτοια καλλιτεχνική περιεκτική ενσωμάτωση της σύγχρονης ζωής, όπου η πνευματική, διανοητική, ιδεολογική ζωή των σύγχρονων ανθρώπων θα εκφράζεται στη στενότερη και πιο γοργή, πιο περίπλοκη, απόλυτα ελεύθερη σχέση με την πραγματική ζωή των πολιτών αύριο». Δεν γνωρίζουμε αν είχε διαβάσει τη Θεωρία του κινηματογράφου (1960) του Κρακάουερ, σίγουρα όμως συμμεριζόταν την κεντρική ιδέα εκείνου του βιβλίου –ιδέα που ο Αντόρνο την απόρριπτε κατηγορηματικά– ότι «πολλές εμπορικές ταινίες ή τηλεοπτικές παραγωγές είναι αυθεντικές δημιουργίες, παρότι είναι ταυτόχρονα και εμπορεύματα», επομένως, «τα σπέρματα για ένα νέο ξεκίνημα μπορούν να αναπτυχθούν μέσα σ’ ένα εντελώς αλλοτριωμένο περιβάλλον».

Κατά την άποψη του Τζέιμς, αυτή η διαλεκτική ένταση μεταξύ αλλοτρίωσης και απελευθέρωσης αφορούσε και το βασίλειο του αθλητισμού. Στο Beyond a Boundary (1963), αντιπαράθετε το κρίκετ σαν ψυχαγωγία για τη βρετανική ελίτ με το κρίκετ που έπαιζαν οι μαύροι στο Τρινιντάντ, το οποίο καθρέφτιζε τη δίψα τους για ελευθερία. Δυο σπουδαίοι παίχτες του κρίκετ –ο αυστραλιανός μπάτσμαν σερ Ντόναλντ Μπράντμαν και ο αντιλέζος σταρ Μάθιου Μπόντμαν, ένας λευκός κι ένας μαύρος– ενσάρκωναν αυτές τις διαφορετικές κουλτούρες. Ο ένας είχε πετύχει τα ρεκόρ του εφαρμόζοντας στο παιγνίδι τους κώδικες μιας «αστικής ορθολογικότητας» –μιας «εργαλειακής ορθολογικότητας», θα μπορούσαμε να πούμε– ενώ ο άλλος έπαιζε κρίκετ σαν ένα άθλημα που έκφραζε μια ηθική και αισθητική συμπεριφορά. Το δικό του στιλ στο κρίκετ φανέρωνε μια διαφορετική ορθολογικότητα που σχετιζόταν με μια αφρικανική κουλτούρα.

1813355,uHB0NL5bGDJL9dyHnktoeq0Nw7XivwSubPvyZT_5Smt+CslGxWUiU0buAB4vkKKZ_Y_G7SGC1csBlRG_nSOviw==

Μπορούμε, τέλος, να αναρωτηθούμε θεμιτά μήπως αυτός ο ανεκπλήρωτος διάλογος ήταν το σύμπτωμα ενός αποικιακού ασυνείδητου της κλασικής κριτικής θεωρίας, τουλάχιστον στην πρώιμη Σχολή της Φρανκφούρτης. Η σφοδρή απόρριψη της τζαζ εκ μέρους του Αντόρνο πήγαζε ασφαλώς από την κριτική του προς τη μαζική κουλτούρα, φανέρωνε όμως ταυτόχρονα το ότι θεωρούσε σιωπηρά την αφρικανική-αμερικανική κουλτούρα μια μορφή βαρβαρότητας. Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού ερμήνευε την οικουμενική ιστορία σαν διαδικασία κυριαρχίας και καταπίεσης από την αρχαιότητα ως τον 20ό αιώνα, δεν περιλαμβάνει όμως καμία αναφορά στην ιστορία της αποικιοκρατίας. Η αποικιοκρατία δεν εμφανίζεται στην εξερεύνηση της γαλλικής κουλτούρας του 19ου αιώνα από τον Μπένγιαμιν στο Βιβλίο των περασμάτων (PassagenWerk), ούτε στα κείμενά του για το φασισμό, όπου παραθέτει μια μπροσούρα του Μαρινέτι που γράφτηκε σαν προπαγανδιστικό κείμενο για τον Πόλεμο της Αιθιοπίας. Ακόμα και το άρθρο του Μπένγιαμιν για τον σουρεαλισμό, πέρα από έναν μάλλον φευγαλέο υπαινιγμό στον πόλεμο του Ριφ, δεν υπογραμμίζει την αντιαποικιακή στράτευση των σουρεαλιστών, που στάθηκε μια από τις βασικές τους πολιτικές. Το μοναδικό αντιαποικιακό κείμενο του Μπένγιαμιν είναι μια σύντομη επισκόπηση ενός γαλλικού βιβλίου για τον Βαρθολομαίο δε Λας Κάσας, που έγραψε το 1929 για το Die Literarische Welt. Με άλλα λόγια, οι διανοούμενοι της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν είχαν σταθεί ικανοί να σπάσουν τον επιστημικό ορίζοντα του Μαρξ – αυτό ήταν το αποικιακό ασυνείδητο της κλασικής κριτικής θεωρίας. Ο αντιφασισμός τους απέρριπτε το βιολογικό ρατσισμό, που η πιο ριζική του έκφραση ήταν ο αντισημιτισμός, έμενε όμως σιωπηλός μπροστά στην αποικιοκρατία. Μόνο ο Μαρκούζε έμελλε να αλλάξει απόψεις επ’ αυτού, κάτω από τη επίδραση του κινήματος ενάντια στον Πόλεμο του Βιετνάμ, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στον «Πολιτικό πρόλογο» (1966) στη δεύτερη έκδοση του Έρως και πολιτισμός, υπογράμμιζε ότι η αφθονία και η απατηλή ελευθερία –μια μορφή «κατασταλτικής μετουσίωσης»– των προχωρημένων βιομηχανικών κοινωνιών «μεταμόρφωνε τη γη σε κόλαση. Η κόλαση για την ώρα παραμένει συγκεντρωμένη σε ορισμένους μακρινούς τόπους: Βιετνάμ, Κονγκό, Νότια Αφρική, και στα γκέτο της “κοινωνίας της αφθονίας”: σε Μισισιπή και Αλαμπάμα, στο Χάρλεμ. Αυτά τα κολασμένα μέρη φωτίζουν το σύνολο». Στο ίδιο κείμενο, ο Μαρκούζε σύγκρινε τις σφαγές που διέπραξε ο στρατός των ΗΠΑ με τις ναζιστικές γενοκτονίες, υπενθυμίζοντας τις «φωτογραφίες που δείχνουν μια σειρά ημίγυμνων πτωμάτων, απλωμένων προς χάρη των νικητών στο Βιετνάμ: μοιάζουν σε όλες τους τις λεπτομέρειες με τις εικόνες των αποστεωμένων και δίχως φύλο πτωμάτων του Άουσβιτς και του Μπούχενβαλντ». Η ιδέα μιας τέτοιας σύγκρισης δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό του Αντόρνο ή του Χορκχάιμερ.

Αν εντάξουμε αυτό τον απραγματοποίητο διάλογο μεταξύ Αντόρνο και Τζέιμς στο ευρύτερο ζήτημα της σχέσης μεταξύ μαρξισμού και Δύσης, θα μπορούσε κανείς να τον ερμηνεύσει συνυπολογίζοντας τις διαφορετικές τους διασυνδέσεις με τα τρία κυριότερα ρεύματα του μαρξισμού στις δεκαετίες του 1930 και 1940: Κλασικός, Δυτικός και Μαύρος Μαρξισμός. Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα ο Κλασικός Μαρξισμός εξακολουθούσε να είναι μια θεωρία της επανάστασης, ενσαρκωμένη σε ποικίλες τάσεις (Λένιν, Λούξεμπουργκ, Τρότσκι, Πάνεκουκ, κλπ). Η εξάντλησή του συμπίπτει με τη σταλινοποίηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Ο πυρήνας του ήταν η Ευρώπη και το πολιτιστικό του υπόβαθρο ήταν ευρωκεντρικό, ανάγγελλε όμως, μετά τη ρωσική επανάσταση, ένα νέο κύμα αγώνων ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Ανιχνεύοντας τη γενεαλογία της μεταποικιοκρατίας, ο Ρόμπερτ Γιανγκ υποδεικνύει στο Συνέδριο των Λαών της Ανατολής, που έλαβε χώρα στο Μπακού, το 1920, μια από τις πρώτες εκδηλώσεις της.

Σύμφωνα με τον Πέρι Άντερσον, ο Δυτικός Μαρξισμός γεννήθηκε στη δεκαετία του 1920 από την ήττα των επαναστάσεων που ακολούθησαν τον Μεγάλο Πόλεμο. Αντιστοιχούσε με την έλευση του σταλινισμού στην ΕΣΣΔ και την άνοδο του φασισμού στη δυτική Ευρώπη. Δύσπιστος απέναντι στις επαναστατικές δυνατότητες των εργαζόμενων τάξεων, ο Δυτικός Μαρξισμός παραμέλησε την ιστορία, την οικονομία και την πολιτική για να αποσυρθεί στη φιλοσοφία και την αισθητική. Δεν πρέπει, φυσικά, να παραβλέπουμε τον πολύ ετερογενή χαραχτήρα του Δυτικού Μαρξισμού, στον οποίο συνυπήρχαν ο Γκράμσι και ο Αντόρνο, πάντως ο ορισμός του Άντερσον συλλαμβάνει πολύ καλά το γενικό προσανατολισμό της Σχολής της Φρανκφούρτης. Πέρα από τα δύο αυτά ρεύματα υπήρξε κι ένα τρίτο, περιθωριακό ακόμα, που ενσαρκωνόταν σε διάφορους μαύρους διανοούμενους (από τις αγγλόφωνες Δυτικές Ινδίες όπως ο Τζέιμς, αφροαμερικανούς όπως ο Γ. Ε. Μπ. Ντουμπόις, από τη γαλλόφωνη Καραϊβική όπως ο Εμέ Σεζέρ), οι οποίοι επανερμήνευαν το μαρξισμό, εστιάζοντας στο ζήτημα της φυλετικής και αποικιακής καταπίεσης. Κατά τη γνώμη τους, η φυλή ήταν το ίδιο κεντρική με την τάξη κι η αποικιοκρατία το ίδιο κρίσιμη με το βιομηχανισμό στην ιστορία του καπιταλισμού. Ο ιστορικός Σέντρικ Ρόμπινσον ονόμασε το ρεύμα αυτό Μαύρο Μαρξισμό, «όχι μια ποικιλία δυτικού ριζοσπαστισμού που οι εκπρόσωποί του τυχαίνει να είναι μαύροι», αλλά μάλλον μια μετατόπιση της μαρξιστικής θεωρίας από την τάξη στη φυλή (από την Ευρώπη στον αποικιακό κόσμο). Η σημαντικότερη καινοτομία που έφερε τούτο το διανοητικό ρεύμα αφορούσε την ερμηνεία της δουλείας. Αντί να θεωρεί τη δουλεία κατάλοιπο ενός αρχαϊκού τρόπου παραγωγής –ενδεχομένως συσχετισμένη με την «πρωταρχική συσσώρευση» του καπιταλισμού, όπως υποστήριζε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο– οι Γ. Ε. Μπ. Ντουμπόις, Σ. Λ. Ρ. Τζέιμς και Έρικ Γουίλιαμς υπογράμμιζαν τη νεοτερικότητα της, ορίζοντας τη δουλική εργασία σαν θεμελιακή διάσταση του καπιταλισμού: συνόδεψε τη διαδικασία εκσυγχρονισμού της Ευρώπης καθώς και την οικονομική της επέκταση και την εγκαθίδρυση της πρώτης παγκόσμιας ηγεμονίας της. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε αρνιόντουσαν να θεωρήσουν τον καπιταλισμό «προοδευτικό» στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας.

Στο τρίγωνο αυτό, ο διάλογος ήταν εφικτός μεταξύ Κλασικού και Μαύρου Μαρξισμού (ο Τζέιμς ήταν τροτσκιστής και ο Ντουμπόις μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος), ενδεχομένως μεταξύ Κλασικού και Δυτικού Μαρξισμού (μπορούμε να σκεφτούμε τον Γκράμσι, τον Λούκατς και τον Κορς), ήταν όμως πολύ πιο δύσκολος μεταξύ Δυτικού και Μαύρου Μαρξισμού. Το εμπόδιο σ’ έναν τέτοιο διάλογο ήταν η τύφλωση του πρώτου απέναντι στην αποικιοκρατία. Επομένως, «Δυτικός Μαρξισμός» είναι εξαιρετικά ταιριαστή ονομασία, έστω κι αν ο αρχικός του ορισμός –όπως διατυπώθηκε από τον Πέρι Άντερσον στα μέσα της δεκαετίας του 1970– δεν αναφερόταν στην ευρωκεντρική διάσταση της Σχολής της Φρανκφούρτης ή της γαλλικής και ιταλικής κομμουνιστικής κουλτούρας.

Σαν συμπέρασμα, μπορούμε να επιστρέψουμε στην αντιπραγματική εικασία που είχαμε θίξει προηγουμένως: τι θα μπορούσε να γεννήσει μια γόνιμη συνάντηση μεταξύ Αντόρνο και Τζέιμς ή, θέτοντας το ζήτημα ευρύτερα, ανάμεσα στην πρώτη γενιά της κριτικής θεωρίας και το Μαύρο Μαρξισμό; Ίσως να είχε αλλάξει την κουλτούρα της Νέας Αριστεράς και του τριτοκοσμισμού. Ενδέχεται η Σχολή της Φρανκφούρτης να είχε ξεπεράσει τα ευρωκεντρικά της σύνορα κι ενδέχεται οι αποικιακές επαναστάσεις να είχαν προσεγγίσει το ζήτημα της ανάπτυξης με διαφορετικά πρότυπα. Ίσως η Διαλεκτική του Διαφωτισμού να είχε συζητηθεί σε κάποια διεθνή συνδιάσκεψη στην Αβάνα της δεκαετίας του 1960. Κι η δεύτερη γενιά της Σχολής της Φρανκφούρτης θα μπορούσε να μην έχει εστιάσει αποκλειστικά σε θέματα όπως ο δημόσιος χώρος και η επικοινωνιακή δράση αλλά και στην κριτική του καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης. Οι μεταποικιακές σπουδές, από τη μεριά τους, θα μπορούσαν να μην έχουν συρρικνώσει το μαρξισμό σε μια απλή ευρωκεντρική κοσμοθεωρία και θα μπορούσαν να είναι κάτι περισσότερο από «κριτική αγόρευση», θεμελιωμένη πάνω σε κειμενικές μάλλον παρά ιστορικές βάσεις. Φυσικά, οι αντιπραγματικές εικασίες δεν αλλάζουν την ιστορία, βοηθούν όμως να δούμε τι πήγε στραβά. Μερικές δεκαετίες μετά την ανεκπλήρωτη συνάντηση μεταξύ Αντόρνο και Τζέιμς, ο Δυτικός Μαρξισμός και οι μεταποικιακές σπουδές έσμιξαν κάτω από το σημάδι της ήττας. Ο πρώτος είχε γεννηθεί από την αποτυχία της επανάστασης τη δεκαετία του 1930 –σταλινισμός και φασισμός– και οι δεύτερες αναδύθηκαν από τις στάχτες των αποικιακών επαναστάσεων, που θάφτηκαν μαζί με τους μαζικούς τάφους στην Καμπότζη του Πολ Ποτ. Κοινό τους πεδίο έγινε ο ακαδημαϊκός χώρος, όπου η κριτική σκέψη βρήκε ένα καταφύγιο, μακριά από τον αχό και την αναταραχή του περασμένου αιώνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Anderson, Benedict, Under Three Flags: Anarchism and Anti-Colonial Imagination (Verso, 2005).

Anderson, Kevin, Marx at the Margins: On Nationalism, Ethnicity, and Non-Western Societies (University of Chicago Press, 2010).

Anderson, Perry, Ο δυτικός μαρξισμός, μτφ. Αλέκος Π. Ζάννας (Κέδρος, 2005).

Blackburn, Robin, The Making of New World Slavery: From the Baroque to the Modern 1492-1800 (Verso, 1997).

Césaire, Aimé, Discours sur le colonialisme (Présence Africaine, 1955).

Chakrabarty, Dipesh, Provincializing Europe: Postcolonial Thought and Historical Difference (Princeton University Press, 2000).

Davis, Mike, Late Victorian Holocausts: El Niño and the Making of the Third World (Verso, 2001).

Du Bois, W. E. B., Black Reconstruction in America (Transaction Books, 2012).

Fanon, Frantz, Της γης οι κολασμένοι, μτφ. Αγγέλα Αρτέμη (Κάλβος, 1982).

Gilly, Adolfo, Η μεξικανική επανάσταση 1910-1920, μτφ. Νίκος Κοκκάλας (Κουκκίδα, 2006).

Gilroy, Paul, The Black Atlantic: Modernity and Double Consciousness (Verso, 1993).

Goody, Jack, Η υφαρπαγή της ιστορίας, μτφ. Κατερίνα Κιτίδη (Πολύτροπον, 2008).

Guha, Ranajit, History at the Limit of World-History (Columbia University Press, 2002).

James, C. L. R., The Black Jacobins: Toussaint L’Ouverture and San Domingo Revolution (Vintage, 1963).

Linebaugh, Peter & Markus Rediker, The Many-Headed Hydra: Sailors, Slaves, Commoners, and the Hidden History of the Revolutionary Atlantic (Verso, 2012).

Mezzadra, Sandro, La condizione postcoloniale (Ombre corte, 2008).

Polanyi, Karl, Ο μεγάλος μετασχηματισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς (Νησίδες, 2007).

Robinson, Cedric, Black Marxism: The Making of the Black Radical Tradition (Zed Press, 1983).

Saïd, Edward, Οριενταλισμός, μτφ. Φώτης Τερζάκης (Νεφέλη, 1996).

Saïd, Edward, Κουλτούρα και ιμπεριαλισμός, μτφ. Βανέσσα Λάππα (Νεφέλη, 1996).

Williams, Eric, Capitalism and Slavery (University of North Carolina Press, 2012).

Young, Robert, Μεταποικιακή θεωρία, μτφ. Γιώργος Δεμερτζίδης (Πατάκης, 2007).

Young, Robert, White Mythologies: Writing History and the West (Routledge, 1990).

[1] Για την ακρίβεια, πρόκειται για αποσπάσματα από το ομώνυμο 5ο κεφάλαιο [«Marxism and the West»] του τελευταίου βιβλίου του Έντσο Τραβέρσο, LeftWing Melancholia. Marxism, History and Memory (Columbia University Press, Δεκ. 2016). Στην ελληνική έκδοση που κυκλοφόρησε πρόσφατα, καθώς αυτή ακολουθεί τη γαλλική εκδοχή [Mélancolie de gauche. La force dune tradition cachée (XIXeXXIe siècle), La Découverte], αντιστοιχεί στο 4ο κεφάλαιο, «Φαντάσματα της αποικιοκρατίας». Για ακόμα περισσότερη ακρίβεια, τούτη δω η μετάφραση (που έγινε την άνοιξη του 2016) ακολουθεί την πρώτη μορφή του κειμένου (το αρχικό «χειρόγραφο») που μου είχε δείξει τότε ο Έντσο – επομένως το άρθρο στο Πανοπτικόν αποτελούσε στην κυριολεξία «προδημοσίευση». Έχω παραλείψει τις άφθονες βιβλιογραφικές υποσημειώσεις και στη θέση τους δίνω, επιλεκτικά, ένα κατάλογο με κάποια βασικά βιβλία που περιλαμβάνονται σ’ αυτές, πέρα από τους τίτλους που αναφέρονται ήδη μέσα στο κείμενο (όταν υπάρχει ελληνική μετάφραση παραπέμπω απευθείας σ’ αυτήν). Εδώ, σε σχέση με την εκδοχή που δημοσιεύτηκε στο Πανοπτικόν, έχουν γίνει λιγοστές διορθώσεις και κάποιες προσθήκες.

Εικονογράφηση: «Europa regina» από την Κοσμογραφία του Sebastian Münster και σκηνές από την ταινία Queimada (αγγλικός τίτλος Burn!) του Gillo Pontecorvo – την οποία ο Τραβέρσο παρουσιάζει αναλυτικά στο κεφάλαιο το αφιερωμένο στον κινηματογράφο («Μελαγχολικές εικόνες») της Αριστερής μελαγχολίας (σελ. 152-158).
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s