Τρεις μνήμες

Περιπέτειες της μνήμης σε Δύση, Ανατολή και Αφρική

 

Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το κεφ. 8 («Η Ευρώπη και οι μνήμες της») του βιβλίου του Έντσο Τραβέρσο Η ιστορία ως πεδίο μάχης,* το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει τον επόμενο μήνα. Βασικό μοτίβο του έργου αποτελεί η (τυπική για την εποχή μας) ένταση ανάμεσα σε ιστορία και μνήμη, δηλ. ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς τρόπους επεξεργασίας του παρελθόντος. Η ιστορία θέλει να «είναι κριτικός λόγος πάνω στο παρελθόν: μια ανασύσταση των περασμένων γεγονότων και συμβάντων, με στόχο την πλαισιοθετημένη εξέταση και ερμηνεία τους». Η μνήμη, από την άλλη, αποτελεί ένα σύνολο ατομικών αναμνήσεων και συλλογικών αναπαραστάσεων του παρελθόντος. Καθώς αναδιαμορφώνεται πάντα, στο παρόν,  μέσα από μία διαδικασία στην οποία αλληλεπιδρούν πολλά στοιχεία, η μνήμη μπορεί επομένως να μεταβάλλεται ή να αλλοιώνεται, να χάνει ή να κερδίζει νέες σημασίες.  Ισχυροί μηχανισμοί όπως τα μίντια και η πολιτιστική βιομηχανία κατασκευάζουν αναπαραστάσεις του παρελθόντος, και αποτελούν «προνομιακούς τόπους μιας αληθινής πραγμοποίησης της ιστορίας, που μεταβάλλεται έτσι σε ανεξάντλητη δεξαμενή εικόνων, προσιτών και καταναλώσιμων σε κάθε στιγμή». Συγκροτούνται έτσι μνημονικές πολιτικές που προωθούνται από τα κράτη μέσα από τις αναμνηστικές τελετές, τα μουσεία και την εκπαίδευση, ή από κινήματα και ενώσεις που δρουν στην κοινωνία, παράλληλα ή ενάντια στους θεσμούς.
Η μνημονική αγόρευση παίρνει συχνά τη νοσταλγική και συντηρητική μορφή της πολιτισμικής κληρονομιάς: γίνεται λατρεία των τόπων μνήμης ως φετιχοποιημένων μνημείων μιας χαμένης ή απειλούμενης εθνικής ταυτότητας. Κάτω από πιέσεις αυτού του είδους, άλλες μορφές μνήμης υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν το προσκήνιο και να ακολουθήσουν λίγο-πολύ υπόγειες και κρυφές διαδρομές, για μεγαλύτερο ή μικρότερο διάστημα (μαράνικη μνήμη). Η ιστοριογραφία, σαν αναπαράσταση του παρελθόντος στο δημόσιο χώρο, μπορεί λοιπόν να παράγει όχι μόνο γνώσεις αλλά και κενά μνήμης, σκοτεινές περιοχές, τις σιωπές και τις απωθήσεις μιας κοινωνίας. Σ’ ένα επόμενο στάδιο (ας το πούμε, ευγενικά, μεταδημοκρατικό), η δικαιοσύνη αξιώνει να αποφαίνεται για το νόημα του παρελθόντος και να προσανατολίζει την ερμηνεία του με αποκλειστικό τρόπο, μάλιστα μέσα στην τελευταία εικοσαετία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες εκδόθηκαν «μνημονικοί νόμοι», οι οποίοι επιβάλλουν ή απαγορεύουν ιστορικές ερμηνείες.
Από τη σκοπιά του Τέταρτου Κόσμου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το τελευταίο μέρος του κειμένου του Τραβέρσο, σε σχέση με την ανάδυση μιας νέας «αποικιοκρατικής μνήμης» στην Ευρώπη, με πρωτοπόρα τη Γαλλία: μια νέα-παλιά ερμηνεία της/μιας αναμφισβήτητης δυτικής ανωτερότητας, διατυπωμένη σε εκσυγχρονισμένη ορολογία, μερικές φορές με ελευθεριακές αποχρώσεις.

1447311579-image0

la_guerre_est_finie_page_48277_0

Ένα συνέδριο εμπνευσμένο από τον ιστορικό Ρούντολφ φον Τάντεν κι ένα λαμπρό δοκίμιο του ισραηλογερμανού ερευνητή Νταν Ντίνερ τράβηξαν την προσοχή στις μνημονικές συγκρούσεις που συμπυκνώνονται στον εορτασμό μίας και μόνο επετειακής ημερομηνίας: της 8ης Μαΐου 1945. Καθιερωμένη σαν εθνική γιορτή σε πολλές χώρες, η επέτειος αυτή δεν έχει την ίδια σημασία για το δυτικό κόσμο, την ανατολική Ευρώπη και τις χώρες της βόρειας Αφρικής. Η δυτική Ευρώπη γιορτάζει την άνευ όρων παράδοση του Τρίτου Ράιχ στις συμμαχικές δυνάμεις σαν απελευθερωτικό γεγονός, αφετηρία μιας εποχής ειρήνης, ελευθερίας, δημοκρατίας και συμφιλίωσης σε μια ήπειρο που είχε σπαραχτεί από μια αδελφοκτόνα σύγκρουση. Με το πέρασμα των χρόνων, αυτή την αναπαράσταση του παρελθόντος την υιοθέτησαν σταδιακά ακόμα και οι Γερμανοί, εγκαταλείποντας την προηγούμενή τους πρόσληψη της ήττας ως εθνικής ταπείνωσης, που την ακολούθησε πρώτα η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας και μετά ο χωρισμός σε δυο εχθρικά κράτη. Το 1985, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Ρίχαρντ φον Βάιτσεκερ, σ’ ένα λόγο του που έκανε αίσθηση, χαραχτήρισε την 8η Μαΐου «ημέρα απελευθέρωσης» και, είκοσι χρόνια αργότερα, ο καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ συμμετείχε, πλάι στον Ζακ Σιράκ, τον Τζακ Στρόου και τον Τζορτζ Μπους υιό, στους εορτασμούς για τη συμμαχική απόβαση της 6ης Ιουνίου 1944 στη Νορμανδία. Έτσι σφραγίστηκε οριστικά η προσχώρηση της Γερμανίας σε μια μορφή «συνταγματικού πατριωτισμού», σταθερά συνδεδεμένου με το δυτικό κόσμο.

8-mai_stencil-1024x509

Στο πλαίσιο αυτό, η ανάμνηση της Σοά παίζει το ρόλο μιας ενοποιητικής αφήγησης. Πρόκειται για σχετικά πρόσφατο φαινόμενο, με ηλικία είκοσι χρόνων περίπου. Είναι αποτέλεσμα μιας μνημονικής διαδικασίας που πέρασε από διάφορες φάσεις. Υπήρξε πρώτα η μεταπολεμική σιωπή, μετά η μνημονική ανάκληση στις δεκαετίες του 1960 και 1970 –παρακινημένη από την αφύπνιση της εβραϊκής μνήμης και μια αλλαγή γενεάς– τέλος η εμμονή της ανάμνησης που βλέπουμε σήμερα. Μετά από μια μακρόχρονη περίοδο απώθησης, η Σοά ξανάρθε στην επιφάνεια μέσα σ’ έναν ευρωπαϊκό πολιτισμό επιτέλους απαλλαγμένο από τον αντισημιτισμό, που είχε σταθεί για αιώνες βασικό στοιχείο του. Όλες οι χώρες της δυτικής Ευρώπης επηρεάστηκαν από το φαινόμενο αυτό, όχι μόνο η Γαλλία, που φιλοξενεί μια σημαντική εβραϊκή μειονότητα, αλλά ακόμα και η Γερμανία, όπου η εβραϊκή κοινότητα είχε αφανιστεί εντελώς. Ακολουθώντας μιαν αρκετά παράδοξη δυναμική, η θέση της Σοά στις αναπαραστάσεις μας για την ιστορία του 20ού αιώνα μοιάζει να αυξάνεται στο βαθμό που το γεγονός αυτό απομακρύνεται χρονικά από μας. Ασφαλώς, η τάση αυτή είναι αναστρέψιμη και μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα γνωρίσει μεταβολές με το θάνατο των τελευταίων επιζώντων από τα ναζιστικά στρατόπεδα. Για την ώρα, πάντως, κυριαρχεί στο δυτικό χώρο –τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες– όπου η μνήμη του Ολοκαυτώματος έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα είδος «πολιτειακής θρησκείας» (δηλαδή, με την έννοια του Ρουσό, σε μια κοσμική δοξασία, αναγκαία για την ενότητα μιας κοινότητας). Τυποποιημένη και προωθημένη από τα μίντια, η μνημόνευση της ιουδαιοκτονίας τίθεται στην υπηρεσία μιας ιεροποίησης των συστατικών αξιών της φιλελεύθερης δημοκρατίας: του πλουραλισμού, της ανοχής, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων… Η υπεράσπιση και η μεταβίβαση αυτών των αξιών παίρνουν τη μορφή μιας κοσμικής ιεροτελεστίας της ανάμνησης.

xin_4706010710292761171611

Δεν πρέπει να συγχέουμε τη συλλογική μνήμη και την πολιτειακή θρησκεία της Σοά: η πρώτη είναι η παρουσία του παρελθόντος στο σημερινό κόσμο, η δεύτερη είναι μια πολιτική αναπαράστασης, εκπαίδευσης και μνημόνευσης. Σταθερά συνδεδεμένη με τη διαμόρφωση μιας υπερεθνικής ιστορικής συνείδησης, η πολιτειακή θρησκεία του Ολοκαυτώματος είναι αποτέλεσμα παιδαγωγικής προσπάθειας εκ μέρους των δημόσιων αρχών. Ο εορτασμός της απελευθέρωσης του στρατοπέδου του Άουσβιτς, τον Ιανουάριο του 2005, παρουσία αρχηγών κρατών και επικεφαλής κυβερνήσεων, δείχνει ότι πρόκειται συχνά για μια στρατηγική που αποσκοπεί να διαπλάσει μια συναινετική μνήμη της συμπόνιας. Η παρουσία των αρχιτεκτόνων του πολέμου εναντίον του Ιράκ στην πρώτη γραμμή αυτού του εορτασμού (Ντικ Τσένι, Τζακ Στρόου, Σίλβιο Μπερλουσκόνι) αποκαλύπτει ηχηρά την απολογητική σκόπευση: είναι η ανάμνηση των θυμάτων, έμοιαζε να μας λένε, εκείνο που μας ώθησε να παρέμβουμε εκεί πέρα – η ηθική είναι στο πλευρό μας, ο πόλεμός μας είναι δίκαιος. Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πολιτειακή θρησκεία του Ολοκαυτώματος πασκίζει να δημιουργήσει ένα υπερεθνικό ηθικό υπόβαθρο, ικανό να εκπληρώσει ποικίλες λειτουργίες. Από τη μία, αποτελεί ένα αντιστάθμισμα για τις εσωτερικές διαιρέσεις της και για την απουσία κοινής εξωτερικής πολιτικής (οι Σιράκ, Μπερλουσκόνι και Στρόου μπορούν να εμφανίζονται ενωμένοι, παρά τις διαφωνίες τους σχετικά με τον πόλεμο του Ιράκ). Από την άλλη, κρύβει πίσω από μια ενάρετη πρόσοψη το κραυγαλέο έλλειμμα δημοκρατίας ενός ευρωπαϊκού οικοδομήματος βασισμένου, σύμφωνα με τους όρους του ναυαγισμένου συνταγματικού του σχεδίου, πάνω σε μια «υψηλά ανταγωνιστική» οικονομία της αγοράς και σε μια ουσιαστικά ολιγαρχική εξουσία.

holocaust-memorial-02

Όπως όλες οι πολιτειακές θρησκείες, η δημόσια ανάμνηση του Ολοκαυτώματος διαθέτει προτερήματα και παρουσιάζει αμφισημίες. Στη Γερμανία, η εγκατάσταση, στην καρδιά του Βερολίνου, ενός μνημείου αφιερωμένου στους εβραίους-θύματα του ναζισμού (Holocaust Mahnmal) ήταν το επιστέγασμα μιας ταυτοτικής αλλαγής με ιστορική εμβέλεια. Τα εγκλήματα του ναζισμού αποτελούν στο εξής μέρος της γερμανικής εθνικής συνείδησης, όπως κι η Μεταρρύθμιση ή ο Aufklärung. Η Γερμανία έπαψε να θεωρεί τον εαυτό της εθνοτική κοινότητα για να γίνει πολιτική κοινότητα, όπου ο μύθος του αίματος και του εδάφους έδωσε τη θέση του σε μια νεοτερική θεώρηση της πολιτειότητας. Ταυτόχρονα, η συντήρηση της ανάμνησης της Σοά σαν «καθήκον μνήμης» της και πάλι ενοποιημένης Γερμανίας συνοδεύεται από μια απόκρυψη, αν όχι μια σχεδιασμένη καταστροφή, του παρελθόντος της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η κατεδάφιση των κτιρίων που συνδέονται με την ιστορία της (ξεκινώντας από το Μέγαρο της Δημοκρατίας, χτισμένο στη θέση του πύργου των Χοεντσόλερν) έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με τη μεθοδική συντήρηση παλαιών συναγωγών, εβραϊκών νεκροταφείων και τόπων μνήμης του Τρίτου Ράιχ (π.χ. με τη μουσειοποίηση του Σταδίου Ζέπελιν της Νυρεμβέργης, κατασκευασμένου για να στεγάσει τα ναζιστικά συνέδρια). Η Γερμανία έχει καταναλώσει πολλή ενέργεια για να οικειοποιηθεί τη μνήμη του ναζισμού και της Σοά – και άλλη τόση για να εξαλείψει τη μνήμη της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας (και, μαζί, του αντιφασισμού).

manifesto-1

Δεν θα ήταν όμως σωστό να γενικεύσουμε τη γερμανική περίπτωση. Όπως είδαμε σ’ ένα προηγούμενο κεφάλαιο, η Ιταλία γνώρισε μια εντελώς διαφορετική εξέλιξη. Εκεί, η μνήμη του Ολοκαυτώματος ήρθε στο προσκήνιο την ίδια στιγμή που μια γενική αναθεώρηση της εθνικής ιστορίας χρέωνε στην Αντίσταση το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το «θάνατο της πατρίδας», ενώ μετέτρεπε τα παιδιά του Σαλό («i ragazzi di Saló») σε υπερασπιστές της ενότητας του έθνους. Στη Γερμανία, μετά από μια μακρά περίοδο απώθησης, τα εγκλήματα του ναζισμού εντάχτηκαν στην εθνική ιστορική συνείδηση, ενώ στην Ιταλία είδαμε ένα πολύ παράδοξο φαινόμενο: η ανάδυση της Σοά στο δημόσιο χώρο συνέπεσε με μια αποκατάσταση του φασισμού. Από την άλλη, εκείνο που μοιράζονται η Γερμανία και η Ιταλία είναι η απόρριψη της αντιφασιστικής μνήμης, ολοκληρωτικής για τη μεν, αντιπατριωτικής για τη δε.

agustin-centelles-artwork-large-58578

Η εποχή των θυμάτων βλέπει τη Σοά να μετατρέπεται σε πρότυπο της δυτικής μνήμης, γύρω από το οποίο οικοδομείται η ανάμνηση άλλων βιαιοτήτων, πρόσφατων ή απόμακρων, από τη γενοκτονία των Αρμενίων ως εκείνη των Τούτσι, από τη δουλεία ως τα γκουλάγκ, από τις αποικιακές σφαγές ως τις «εξαφανίσεις» στις λατινοαμερικάνικες δικτατορίες. Η ιστοριογραφία, επίσης, επηρεάστηκε από αυτή την τάση: γενίκευσε συχνά τη χρήση των ερμηνευτικών εργαλείων που είχαν διαμορφωθεί από τις Σπουδές Ολοκαυτώματος. Η ιστορία συρρικνώνεται έτσι σε μια διχοτόμηση μεταξύ δημίων και θυμάτων. Η τάση αυτή δεν αφορά μόνο τη μνήμη των γενοκτονιών αλλά και τη μνήμη άλλων ιστορικών εμπειριών με εντελώς διαφορετική φύση, όπως ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος. Τριάντα χρόνια μετά από μια, εσκεμμένα αμνησιακή, μετάβαση στη δημοκρατία, θεμελιωμένη σε ό,τι είχε ονομαστεί «σύμφωνο της λήθης», τα φαντάσματα του φρανκισμού αναστήθηκαν. Ο φόβος μιας υποτροπής στη βία στάθηκε στην πηγή της απώθησης –ούτε επιβεβλημένης ούτε ολικής, υπαρκτής ωστόσο– που συνόδεψε την επάνοδο της ελευθερίας. Σήμερα, σε μια στέρεα δημοκρατία που έχει διαμορφώσει μια νέα γενιά, η ενσωμάτωση της Ισπανίας στην Ευρώπη ολοκληρώνεται και στο μνημονικό επίπεδο, με αποτελέσματα ορισμένες φορές παράδοξα. Τα εγκλήματα που είχαν σημαδέψει τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο –και έγιναν εγκλήματα κι από τις δύο πλευρές, έστω κι αν η βία των φρανκιστών στάθηκε πολύ πιο φονική, μαζική και παρατεταμένη από τη βία των δημοκρατικών– αποτέλεσαν αντικείμενο, μέσα στα τελευταία χρόνια, μιας ευρύτατης ερευνητικής εργασίας εκ μέρους των ιστορικών. Ανασύστησαν τις μορφές τους, ανάλυσαν το ρόλο, τα κίνητρα και την ιδεολογία των δραστών, ταύτισαν και μέτρησαν τα θύματα. Στο δημόσιο χώρο, ωστόσο, όλη αυτή η εργασία διαλεύκανσης δεν εμπόδισε την εμφάνιση αναγνώσεων που τείνουν να εξαφανίσουν το νόημα της ιστορίας, μετατρέποντας μια σύγκρουση μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού –έτσι είχε γίνει αντιληπτός κι έτσι βιώθηκε ο ισπανικός εμφύλιος στην Ευρώπη της δεκαετίας του 1930– σε μια σειρά από εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας. Μερικοί έφτασαν στο σημείο να βλέπουν εκεί τα σημάδια μιας «γενοκτονίας», δηλαδή μια έκρηξη βίας όπου υπάρχει χώρος μόνο για εκτελεστές και για θύματα (εναλλάξιμους άλλωστε, ανάλογα με την οπτική γωνία που επιλέγεται). Οι οργανώσεις μνήμης και μερικές φορές και οι δημόσιες αρχές, όπως στην Καταλονία, ξεκίνησαν ένα πελώριο έργο εντοπισμού των κοινών τάφων του εμφυλίου πολέμου και της φρανκικής καταστολής, και ακολούθησε η εκταφή και η ταύτιση χιλιάδων λειψάνων, χάρι στις συνδυασμένες προσπάθειες αρχαιολόγων, ανθρωπολόγων, ιατροδικαστών και βιολόγων. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος, αφού ολοκληρωθεί αυτή η τεράστια επιχείρηση αρχειοθέτησης αντικειμένων, ανασύστασης σκελετών και αναλύσεων DNA, η απόδοση ταυτότητας στα λείψανα να συμπέσει με την απώλεια του νοήματος της ιστορίας. Τα θύματα θα έχουν ξαναβρεί όνομα, όμως οι αιτίες του θανάτου τους θα έχουν γίνει ακατανόητες. Στο φακό της ανθρωπιστικής μας ευαισθησίας, η μνήμη των δημοκρατικών μαχητών θα γίνει η υπενθύμιση των κακουργημάτων ενός αιώνα ολοκληρωτισμών και τυφλής βίας.

kathekollwitz-thevolunteers1920

Στην ανατολική Ευρώπη, το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν γιορτάζεται πάντα σαν απελευθερωτικό γεγονός. Η γερμανική παράδοση που υπογράφηκε στο Βερολίνο στις 9 Μαΐου 1945 μνημονευόταν πάντα από τους Σοβιετικούς σαν κορυφαία στιγμή του «μεγάλου πατριωτικού πολέμου», όμως η ίδια ημερομηνία έχει εγγραφεί στη μνήμη των χωρών που κατέλαβε ο Κόκκινος Στρατός σαν συνέχεια μιας ξένης κυριαρχίας. Με το τέλος του ναζιστικού εφιάλτη, εδώ, ξεκίνησε μια μακρά εποχή σταλινικής χειμερίας νάρκης, που άλλοτε θεωρήθηκε διαιώνιση μιας ιστορικής ροπής της ευρωπαϊκής ανατολής να υφίσταται την καταπίεση μιας ξένης δύναμης (οθωμανικής ή τσαρικής, πρωσικής ή αψβουργιανής) κι άλλοτε εκδήλωση μιας «απαγωγής», μέσω της οποίας η κεντρική Ευρώπη αποκόπηκε από τη Δύση. Η «απελευθέρωση», για τους Ευρωπαίους της Ανατολής, θα έρθει μόνο το 1989. Αυτό εξηγεί τη βιαιότητα των αντιπαραθέσεων που ξέσπασαν το καλοκαίρι του 2007 στο Τάλιν, την πρωτεύουσα της Εσθονίας, όταν η ρωσική μειονότητα αντιτάχτηκε στην κατεδάφιση ενός μνημείου αφιερωμένου στη μνήμη των σοβιετικών στρατιωτών που έπεσαν στις μάχες εναντίον των γερμανικών δυνάμεων μεταξύ 1941 και 1945. Για την πλειονότητα των Εσθονών, το άγαλμα αυτό αποτελεί σύμβολο μιας εθνικής καταπίεσης που κράτησε πολλές δεκαετίες. Η δική τους μνήμη δεν αναγνωρίζεται στη σοβιετική –ρωσική σήμερα– αφήγηση του «μεγάλου πατριωτικού πολέμου».

warmonument2-199x300

Στο μέρος αυτό της Ευρώπης, το παρελθόν αναθεωρείται σχεδόν αποκλειστικά κάτω από το πρίσμα του εθνικισμού και πολλά σημάδια υποδεικνύουν μια νέα εθνικοποίηση της συλλογικής μνήμης. Στην Πολωνία, εμφανίστηκε το 1998 ένα «Ινστιτούτο εθνικής μνήμης», με στόχο να συντηρήσει τη μνήμη «των κομμουνιστικών και ναζιστικών εγκλημάτων που διαπράχτηκαν ενάντια στους πολωνούς πολίτες κατά την περίοδο από την 1 Σεπτεμβρίου 1939 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1989». Θεωρώντας δεδομένη την ταύτιση και τη συνέχεια μεταξύ ναζιστικής κατοχής και σοβιετικής κυριαρχίας, το Ινστιτούτο τιμά την πολωνική ιστορία του 20ού αιώνα σαν μια μακρά ολοκληρωτική νύχτα και σαν ένα ενιαίο εθνικό μαρτύριο. Μια ανάλογη θεώρηση της εθνικής ιστορίας εμπνέει τον Οίκο του Τρόμου στη Βουδαπέστη, μουσείο που θέλει να εικονογραφήσει «τον αγώνα ενάντια στα δυο πιο θηριώδη συστήματα του 20ού αιώνα», αγώνα που ολοκληρώθηκε ευτυχώς με «τη νίκη των δυνάμεων της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας». Το Κοινοβούλιο του Κίεβου ψήφισε, το Νοέμβρη του 2006, ένα νόμο που χαραχτηρίζει «γενοκτονία του ουκρανικού λαού» την κολεκτιβοποίηση της υπαίθρου που αποφάσισε ο Στάλιν στις αρχές της δεκαετίας του 1930: μια πολιτική που εφαρμόστηκε σε ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση και που τα θύματά της δεν ήταν μόνο Ουκρανοί. Καθώς αυτοπροβάλλονται σαν «θύματα», τα έθνη της ανατολικής Ευρώπης αφήνουν ελάχιστο χώρο για την ανάμνηση του Ολοκαυτώματος. Εδώ, η μνήμη της Σοά δεν παίζει τον ίδιο ενοποιητικό ρόλο όπως στη Δύση. Γίνεται αντιληπτή σαν ένα είδος ανταγωνιστικής μνήμης, εμπόδιο για την πλήρη αναγνώριση των βασάνων που υπέστησαν διάφορες εθνικές κοινότητες στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Αυτή η αντιδιαστολή είναι πράγματι παράδοξη, αφού ο τόπος της γενοκτονίας των εβραίων ήταν ακριβώς η ανατολική Ευρώπη: εκεί ζούσε η μεγάλη πλειοψηφία των θυμάτων της Σοά και εκεί δημιούργησε ο ναζισμός τα γκέτο, εκεί άρχισε έπειτα τις σφαγές, στην αρχή του πολέμου εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης κι εκεί, τέλος, δημιούργησε τα στρατόπεδα εξόντωσης. Ωστόσο, στα νέα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης η μνήμη του Ολοκαυτώματος συντηρείται σαν μια μορφή διπλωματικού πένθους. Ο Τόνι Τζαντ το έχει ονομάσει, παραπέμποντας σε μια διάσημη ρήση του Χάινριχ Χάινε σχετικά με την αλλαξοπιστία των γερμανοεβραίων το 19ο αιώνα, «εισιτήριο εισόδου» στην Ευρώπη, ένα αντίτιμο που πληρώνει κανείς για να κερδίσει σεβασμό και για να αποδείξει την καλή του θέληση απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα. (Κάτι που δεν εμποδίζει τις συχνές διαμαρτυρίες πολλών εκπροσώπων τους, τόσο στο Συμβούλιο της Ευρώπης όσο και στο Κοινοβούλιο του Στρασβούργου, οι οποίοι επισημαίνουν την υπερβολικά μεγάλη σημασία που αποδίδουν οι θεσμοί αυτοί στη Σοά, ενώ τα εγκλήματα του κομμουνισμού θα άξιζαν κι αυτά, κατά τη γνώμη τους, ανάλογη μεταχείριση.)

2015-05-08memory-and-identity-image

Όταν η συλλογική μνήμη γίνεται αντιληπτή σαν καθαρτήρια διαδικασία εθνικής θυματοποίησης και παίρνει απολογητικό χαραχτήρα, παρεμποδίζεται η διαμόρφωση μιας κριτικής ματιάς απέναντι στο παρελθόν. Κάποιες φορές, η τάση αυτή αμφισβητείται με γόνιμο τρόπο από το εξωτερικό, όπως συνέβη στην Πολωνία, πριν μερικά χρόνια, όταν ο Γιαν Τ. Γκρος δημοσίευσε τους Γείτονες, ένα σύντομο έργο που μιλούσε για την καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας του Γιεντβάμπνε, το καλοκαίρι του 1941, όχι από τους ναζί αλλά από πολωνούς αντισημίτες. Το βιβλίο αυτό, γραμμένο από έναν αμερικανοπολωνό ιστορικό, προκάλεσε μια παθιασμένη διαμάχη που κόντεψε να γίνει εθνικό δράμα (όπως κι η προηγούμενη αντιπαράθεση γύρω από το πογκρόμ του Κιέλτσε, του 1946), παρέμεινε όμως τελικά μεμονωμένη περίπτωση που διόλου δεν ανέστρεψε τη γενική τάση.

enhanced-buzz-wide-25662-1422368676-15

Ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, τη δεκαετία του 1990, στάθηκε ένα ενδεικτικό σημείο συνάντησης ανάμεσα στη δυτική και την ανατολική μνήμη της Ευρώπης. Το τέλος του ψυχρού πολέμου, δέκα χρόνια μετά το θάνατο του Τίτο, έφερε στη θέση του μια έκρηξη εθνικισμού που αναζωπύρωσε τις μνήμες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τις σφαγές που τον σημάδεψαν, και ξύπνησε τους μύθους για μια βαλκανική ιστορία φτιαγμένη από καταπίεση και αυτοκρατορική κυριαρχία. Οι σέρβοι εθνικιστές πολεμούσαν στην Κροατία ενάντια στα φαντάσματα του Άντε Πάβελιτς και στο Κόσοβο ενάντια στις ακόμα αρχαιότερες σκιές των οθωμανών καταχτητών. Όσο για τις δυτικές χώρες, αυτές ανακάλυψαν τις αρετές ενός μιλιταριστικού ανθρωπισμού, στον οποίο η μνήμη χρησίμευε για εγγύηση. Για τους μεν το θέμα ήταν να αντισταθμίσουν τα θύματα των γκουλάγκ, για τους δε το να μην επαναλάβουν το Μόναχο. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας μάλιστα θεώρησε τους βομβαρδισμούς των σερβικών πόλεων από το ΝΑΤΟ σημάδι της έλευσης του καντιανού κοσμοπολίτικου δικαίου.

timbre-france-1995-2944-portrait-general-de-gaulle-cinquantenaire-de-la-victoire-du-8-mai-1945

Στη βόρεια Αφρική, η 8η Μαΐου 1945 θυμίζει τη σφαγή του Σετίφ, που έμελλε να επεκταθεί τις επόμενες μέρες στη Γκελμά και μετά σε όλη την περιοχή της Κωνσταντίνης. Οι πανηγυρισμοί για τη νίκη ενάντια στο ναζισμό προκάλεσαν ένα κύμα άγριας καταστολής από τις γαλλικές αποικιακές δυνάμεις, που τις στοίχειωνε ένα αυξανόμενο αίσθημα ανησυχίας και φόβου απέναντι στην άνοδο του αλγερινού εθνικισμού. Η άρνηση του κόσμου να αποσύρει τη σημαία του εθνικιστικού κινήματος στάθηκε αφετηρία μιας σειράς βιαιοτήτων που κατέληξαν σε μια νέα παρέλαση, κατά την οποία οι «ιθαγενείς» υποχρεώθηκαν να υποκλιθούν, σε ένδειξη υποταγής, μπροστά στη γαλλική σημαία. Οι νεκροί ήταν ανάμεσα σε 20.000 και 40.000 (σύμφωνα με τις γαλλικές και σύμφωνα με τις αλγερινές πηγές, αντίστοιχα). Το Σετίφ στάθηκε αφετηρία ενός νέου κύκλου σφαγών στην Αλγερία και τις γαλλικές αποικίες, ιδίως στη Μαδαγασκάρη, όπου μια εξέγερση καταπνίγηκε με σκληρότητα το 1947. Την ίδια στιγμή που οι ισχυροί του δυτικού κόσμου γιόρταζαν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στις 8 Μαΐου 2005, ο αλγερινός πρόεδρος Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα ζητούσε επίσημα να αναγνωριστεί η σφαγή της Σετίφ, χαραχτήριζε «γενοκτονία» την αποικιοκρατία και διεκδικούσε επανορθώσεις από τη Γαλλία. Αυτή η επίσημη τοποθέτηση ήταν, επίσης, απάντηση στον θλιβερά διάσημο νόμο με τον οποίο, λίγους μήνες πρωτύτερα, η γαλλική εθνοσυνέλευση πρόβαλε τον «θετικό ρόλο» της αποικιοκρατίας στη βόρεια Αφρική και τις Αντίλλες. Το κύμα των διαμαρτυριών που προκάλεσε αυτός ο νόμος –αφού είχε ψηφιστεί ανενδοίαστα από βουλευτές της δεξιάς αλλά και της αριστεράς– υποχρέωσε τον Ζακ Σιράκ, τότε πρόεδρο, να ζητήσει την κατάργηση των πιο αμφιλεγόμενων άρθρων του. Η αγανάχτηση μετριάστηκε έτσι, όμως αυτό το επεισόδιο έκανε ολοφάνερη μια ένταση που, ανεξάρτητα από τις γαλλοαλγερινές σχέσεις, διαπερνά τη γαλλική κοινωνία στο σύνολό της, καθώς αρκετές δεκαετίες μαύρης και μαγρεμπινής μετανάστευσης έχουν ενσταλάξει εντός της μια μεταποικιακή μνήμη. Η τελευταία εκδηλώνεται επίσης, με διαφορετικές μορφές, σε όλες τις χώρες της δυτικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων που είχαν σταθεί ιστορικά χώρες εξαγωγής μεταναστών, όπως η Ιταλία και η Ισπανία. Ο νόμος του Φεβρουαρίου του 2005 ήταν επομένως η αφορμή που πυροδότησε λανθάνουσες αντιφάσεις, που είχαν συσσωρευτεί στο πέρασμα του χρόνου. Μπορούμε να αμφιβάλλουμε εύλογα για τον υποδειγματικό χαραχτήρα της μνήμης της Σοά, καθώς και για τις παιδαγωγικές και οικουμενικές αρετές της, αν η υιοθέτηση και η διάδοσή της από τις δημόσιες αρχές συμβαδίζει με μια προσπάθεια αποκατάστασης της αποικιοκρατίας.

12151926

Η θεώρηση του 20ού αιώνα ως εποχής των θυμάτων δεν είναι ξένη με μια ορισμένη επαναποικιοποίηση του δυτικού βλέμματος προς το παρελθόν, ολοφάνερη σε κείνους που θέλουν να τελειώνουν πια με την «τυραννία της μετάνοιας». Το 2007, ο πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί δήλωνε μπροστά στο αποσβολωμένο κοινό του πανεπιστημίου του Ντακάρ ότι «ο αφρικανός άνθρωπος δεν είχε μπει ακόμα στην ιστορία». Από τη στιγμή που η μνήμη της αποαποικιοποίησης εξαλείφεται, οι λαοί του Νότου στερούνται τη θέση των ιστορικών υποκειμένων. Στην Ευρώπη, απεναντίας, η μετανάστευση γίνεται αντιληπτή σαν απειλή για τη διατήρηση των εθνικών ταυτοτήτων, αντικείμενο για το οποίο στη Γαλλία δημιουργήθηκε ειδικό υπουργείο. Στο πλαίσιο αυτό, η μεταποικιακή μνήμη κλονίζει τις κληρονομημένες (ή κατασκευασμένες) εθνικές ταυτότητες και ζητά να επαναπροσδιορίσει την ίδια την έννοια της υπηκοότητας, αναγνωρίζοντας την εθνοτική, θρησκευτική και πολιτισμική πολλαπλότητα που εκφράζεται στους κόλπους της κάθε συνιστώσας του ευρωπαϊκού «κοινού σπιτιού». Αποκαλύπτει και αμφισβητεί γόνιμα την πολιτική ανθρωπολογία που υποβάσταζε τη διαδικασία διαμόρφωσης των εθνών του Παλιού Κόσμου, η υπηκοότητα των οποίων στηριζόταν στον πολιτικό αποκλεισμό των αποικισμένων: αφού η «φυλή» αποτελεί «μία από τις διαχωριστικές γραμμές του ρεπουμπλικανικού οικουμενισμού», ο πολίτης αντιπαρατίθεται στον ιθαγενή. Όμως κι η ίδια η μεταποικιακή μνήμη παραμένει κατά πολύ δέσμια αυτής της γενικής τάσης που συνίσταται στην αναθεώρηση του παρελθόντος κάτω από το πρίσμα του θύματος, σ’ έναν ορίζοντα στερημένο από κάθε ουτοπία. Συγκροτείται κυρίως γύρω από τη διεκδίκηση να αναγνωριστούν οι βιαιότητες και τα βάσανα του παρελθόντος. Στη Γαλλία, το σπουδαιότερο αποτέλεσμα που πέτυχε ήταν η έκδοση ενός νόμου, το 2001, που επιβεβαίωνε το ότι η δουλεία είναι έγκλημα εναντίον της ανθρωπότητας και άνοιγε το δρόμο για τη νομική προστασία της μνήμης της (οι ενώσεις για την υπεράσπιση της μνήμης της δουλείας έχουν δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής σε περιπτώσεις ρατσιστικών δυσφημίσεων ή προσβολών). Ανάμεσα στη μνήμη της δουλείας και τους εορτασμούς για την κατάργησή της, δεν απομένει πια χώρος για τη μνήμη των χειραφετησιακών αγώνων των ίδιων των σκλάβων, τη μνήμη του τρόπου με τον οποίο έγιναν πολιτικά υποκείμενα. Εκείνο που εξαφανίζεται είναι η ανάμνηση, στο δημόσιο λόγο όπως και στην ιστορική συνείδηση, μιας χειραφέτησης που καταχτήθηκε και δεν παραχωρήθηκε. Η Αϊτή είναι τόπος ανθρωπιστικών καταστροφών, «η φτωχότερη χώρα του δυτικού ημισφαιρίου», όχι το σύμβολο μιας νικηφόρας επανάστασης των σκλάβων. Επιβάλλεται έτσι μια επαναποικιοποίηση του βλέμματος, που κάνει το Νότο του κόσμου τόπο μιας ανθρωπότητας που υποφέρει και περιμένει να σωθεί από τη δυτική φιλανθρωπία.

1280px-haitian_revolution

Η μνημόνευση της 8ης Μαΐου 1945 συμπυκνώνει λοιπόν ξεχωριστές μνήμες, ανακατεμένες και κάποτε αντιφατικές. Ανάλογα με το αν την κοιτάει κανείς από δυτική, ανατολική ή μεταποικιακή σκοπιά, η ιστορία του 20ού αιώνα παίρνει διαφορετική απόχρωση. Αυτή η επέτειος κάνει φανερό και εμβληματικό το συγχρoνισμό που επιχειρείται στις μέρες μας ανάμεσα σε ασύμφωνες μνήμες. Οι ιστορικές αφηγήσεις που απορρέουν από αυτή την εμβληματική ημερομηνία αποκλίνουν σε σημαντικό βαθμό, έστω κι αν συμμερίζονται έναν κοινό τροπισμό προς τα θύματα του παρελθόντος. Δεν πρόκειται όμως για αντιπαράθεση ανάμεσα σε αντίθετες, μονολιθικές και ασυμφιλίωτες μνήμες. Η αναγνώριση αυτού του πλουραλισμού μπορεί να ανοίξει γόνιμους χώρους αναγνώρισης, πέρα από παγιωμένες εθνικές ταυτότητες. Η ανατολική Ευρώπη, όπου κατοικούσε η πλειοψηφία των εβραίων της ηπείρου πριν τον τελευταίο πόλεμο, πρέπει να ξαναβρεί τη Σοά, τα ίχνη της οποίας ακόμα στοιχειώνουν το τοπίο της, ώστε να την εντάξει στη μνήμη της. Η μεταποικιοκρατία μπορεί να αφαιρέσει από το Ολοκαύτωμα το χαραχτήρα αποκλειστικής υποδειγματικότητας –που συνδέεται μ’ ένα «μοναδικό» και δίχως παρόμοιο στην ιστορία γεγονός– που του αποδίδει η πολιτειακή του θρησκεία. Όταν θα έχει στερέψει η ρητορική γύρω από την «τυραννία της μετάνοιας», ο κόσμος που έχει προκύψει από την αποαποικιοποίηση δεν θα μπορεί πια να θεωρεί τη Σοά «σιωνιστικό μύθο», σύμφωνα με μια άποψη πολύ διαδεδομένη σήμερα στο μουσουλμανικό κόσμο. Τέλος, ο κομμουνισμός θα μπορούσε να εξεταστεί στις διάφορες διαστάσεις του, άλλοτε σαν μορφή ολοκληρωτικής κυριαρχίας (ό,τι έγινε στην Ανατολή), άλλοτε σαν κίνημα που αποσκοπούσε να συγκροτήσει σε πολιτικά υποκείμενα τις υπάγωγες τάξεις (ό,τι στάθηκε στη Δύση).

* Enzo Traverso, L’histoire comme champ de bataille. Interpréter les violences du XXe siècle, La Découverte, 2011. Ο τίτλος («Τρεις μνήμες») έχει χρησιμοποιηθεί σε άλλα συμφραζόμενα από τον συγγραφέα για το ίδιο θέμα. Ο υπότιτλος είναι δικός μου. Παραλείπονται οι υποσημειώσεις του κειμένου, βιβλιογραφικές κυρίως.

tetartoskosmos@gmail.com

Save

Save

Advertisements