Η Μεσοαμερική ενός σπαρτακιστή

Στη γεωγραφία, με τη γενική έννοια, πολλές φορές τα πράγματα αποδεικνύονται αρκετά ασαφή – ή τουλάχιστον πιο ασαφή απ’ όσο θα τα ήθελαν όσοι πιστεύουν ότι ο χάρτης κι η υδρόγειος παρουσιάζουν μια αντικειμενική φωτογραφία της πραγματικότητας. «Οι Αμερικές» παρουσιάζουν διάφορες περιπλοκές αυτού του είδους (πέρα από το μεταφραστικό πρόβλημα) – πόσες να είναι άραγε; Κάπου εκεί στη μέση της ηπείρου μάλιστα (αν πρόκειται για μία ήπειρο), εμφανίζονται αρκετές δυσκολίες και διλήμματα στο χωρισμό και την κατάταξη, καθώς γεωφυσική και γεωπολιτική, ανθρωπογεωγραφία και κρατικά σύνορα, πολιτισμικές επιρροές και γλωσσικές σχέσεις, δίνουν αντιφατικά αποτελέσματα. Κεντρική Αμερική και Μέση (Middle) Αμερική, Λατινική Αμερική (αλλά ποια είναι τα όρια, εσωτερικά και εξωτερικά, του «λατινισμού»;), έως πού φτάνει η Βόρεια Αμερική (και η Νότια Αμερική αντίστοιχα) και πού πρέπει να βάλουμε την Καραϊβική και τα νησιά; Κι έχουμε επιπλέον να λογαριάζουμε τις ιστορικές διακυμάνσεις. Μέσα σ’ όλη αυτή την απροσδιοριστία, η ονομασία Μεσοαμερική (Mesoamerica) αναφέρεται σ’ ένα συγκεκριμένο (ιστορικό-αρχαιολογικό) πολιτισμικό χώρο και η έννοια αυτή αποδείχτηκε ιδιαίτερα χρήσιμη στις προκολομβιανές σπουδές. Με μια κουβέντα, πρόκειται για ένα σύνολο πολιτισμών με ορισμένα κοινά στοιχεία (όπως ένα συγκεκριμένο τροφοπαραγωγικό σύμπλεγμα που στηρίζεται στην τριάδα καλαμπόκι-φασόλια-κολοκύθα, μια περίπλοκη μυθολογική και θρησκευτική παράδοση, συγγενικά ημερολογιακά, αριθμητικά και γραφικά συστήματα, μια τυπική αρχιτεχτονική κλπ) που τους ξεχωρίζουν σαφώς από τις γειτονικές πολιτισμικές περιοχές, στο βορρά ή στο νότο.

DA190201

 

DA1902041

Ο άνθρωπος που επινόησε αυτή την έννοια, και της βρήκε ένα βολικό και διακριτό όνομα, ήταν ο γερμανοεβραίος εθνολόγος Πάουλ Κίρχοφ (Paul Kirchhoff, 1900-1972).[1] Στο δεύτερο μέρος της ζωής του, ο Κίρχοφ έπαιξε κεντρικό ρόλο στην οργάνωση των εθνολογικών-ανθρωπολογικών σπουδών στο Μεξικό. Σε διάφορες βιογραφίες διαβάζουμε ότι ο Πάουλ, από πολύ νέος, είχε γοητευτεί από τους ιθαγενείς πολιτισμούς της Αμερικής. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια, όμως τα ενδιαφέροντα του Κίρχοφ αγκάλιαζαν διάφορα μέρη του πλανήτη, όπως και ποικίλες πλευρές της ζωής, και μάλλον οι συγκυρίες τον οδήγησαν να εγκατασταθεί για τα καλά, σωματικά και πνευματικά, στο Μεξικό. Δεν πρόκειται ωστόσο για κάτι εντελώς τυχαίο, αφού στις συγκυρίες αυτές διασταυρώθηκαν οι πολιτικές επιλογές του ίδιου και οι ιστορικές περιπέτειες του κόσμου.
Ο Κίρχοφ[2] γεννήθηκε το 1900 στη Βεστφαλία και σπούδασε πρώτα θεολογία και μετά συγκριτική θρησκειολογία στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου και του Φράιμπουργκ. Πολύ νέος βρέθηκε μέλος του Σπάρτακου (η μητέρα του ήταν φίλη της Σοφίας Λίμπκνεχτ) και πήρε μέρος στη βερολινέζικη εξέγερση. Κατά μια πληροφορία συμμετείχε επίσης στα γεγονότα του Μονάχου (άνοιξη του 1919),[3] ενώ με τη διάσπαση του 1920 πέρασε στο KAPD (στο συμβουλιακό Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα). Αργότερα σπούδασε επίσης ψυχολογία και εθνολογία στη Λειψία, όπου φαίνεται να γεννήθηκε το ενδιαφέρον του για τους ιθαγενείς πολιτισμούς της Αμερικής. Σε μια εξάμηνη διαμονή του στο Λονδίνο, το 1927, φαίνεται ότι γνωρίστηκε με το Μαλινόφσκι και πιθανώς δούλεψε για λίγο κοντά του. Το 1928 αρχίζει η συνεργασία του με το Μουσείο Εθνολογίας του Βερολίνου και στη συνέχεια, με τη μεσολάβηση του Φράντς Μπόας και με υποτροφία του Ιδρύματος Ροκφέλερ, φεύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου δουλεύει για δύο χρόνια (1929-1930) κάτω από την επιτήρηση του Έντουαρντ Σαπίρ, γλωσσολόγου κι εθνολόγου, στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου – ασχολείται κυρίως με τις γλώσσες των Ναβάχο και των Αθαπάσκων. Στο διάστημα αυτό επισκέπτεται για πρώτη φορά, για μια σύντομη έρευνα, το Μεξικό. Επιστρέφει για λίγο στη Γερμανία, όπου ολοκληρώνει το διδακτορικό του και στα τέλη του 1931 βρίσκεται στο Λονδίνο, σε μια θρυλική φουρνιά των μαθητών του Μαλινόφσκι. Δηλώνει αποφασισμένος να γίνει αφρικανιστής και προετοιμάζεται στο Διεθνές Ινστιτούτο Αφρικανικών Γλωσσών και Πολιτισμού. Η πρώτη του ιδέα ήταν να πάει στη Μπασουτολάνδη (σημερινό Λεσότο), μετά θέλει να μελετήσει τους εργάτες των ορυχείων στη Βόρεια Ροδεσία (σημερινή Ζάμπια), όμως την περιοχή την έχει καπαρώσει ήδη η Όντρι Ρίτσαρντς, τελικά υποβάλλει ένα σχέδιο για επιτόπια έρευνα στη Νυασσαλάνδη (σημερινό Μαλάουι). Το σχέδιο εγκρίνεται, όμως πριν καλά-καλά αρχίσει να ετοιμάζεται, το Αποικιακό Γραφείο τού κλείνει το δρόμο. Οι βρετανικές υπηρεσίες ενημέρωσαν ότι ο Κίρχοφ ήταν επικίνδυνος κομμουνιστής – σωστά ή λάθος τον θεωρούν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD).[4] Για τη Γιοχάνα, την πολύ νεαρή γυναίκα του, επίσης λέγεται ότι «τρέφει κάτι περισσότερο από φιλοσοφικό ενδιαφέρον για τον κομμουνισμό».[5] Με μια κουβέντα, οι υπηρεσίες πιστεύουν ότι το ζεύγος Κίρχοφ σκοπεύει, πίσω από το κάλυμμα της εθνολογίας, να κάνει κομμουνιστική προπαγάνδα στους ιθαγενείς. Η απόδειξη; Ο Πάουλ μάθαινε στο Λονδίνο αφρικανικές γλώσσες!
Ο Μαλινόφσκι, παρότι δεν συμπαθεί τους κομμουνιστές, ούτε τους εβραίους άλλωστε, υπερασπίζει το μαθητή του.[6] Πιστεύει ότι οι «πράκτορες» τα παραλένε, ότι τον Κίρχοφ τον βαραίνουν μόνο κάποιες ασήμαντες νεανικές τρέλες. Ίσως να κλείνει επίτηδες τα μάτια, ως ένα σημείο, ξέρει πάντως ότι συμμετέχει σ’ ένα παιγνίδι ευαίσθητων ισορροπιών απέναντι στην αποικιακή διοίκηση και δεν αγνοεί ότι αρκετοί από τους μαθητές του έχουν, το λιγότερο, αριστερές ανησυχίες. Από την άλλη είναι σίγουρος γι’ αυτούς: ξέρει ότι είναι αφοσιωμένοι στο αντικείμενο της μελέτης τους και, ανεξάρτητα από πολιτικές πεποιθήσεις, όλοι (εκτός από τις μυστικές υπηρεσίες) αντιλαμβάνονται πόσο παράλογη και γελοία θα ήταν η ιδέα της «μπολσεβίκικης προπαγάνδας» σε κάποια απομονωμένη φυλή.[7] Κι ενώ ο Μαλινόφσκι γράφει και διαμαρτύρεται αποδώ κι αποκεί, ο ίδιος ο Πάουλ παρουσιάζει ένα πιστοποιητικό καλής διαγωγής, υπογραμμένο από τη …γερμανική αστυνομία (που ένας Θεός ξέρει πώς το προμηθεύτηκε κι αν είναι γνήσιο ή πλαστογραφημένο). Έτσι κι αλλιώς, το Αποικιακό Γραφείο αρνείται να το λάβει υπόψη του.

pkirchoff

Αλλαγή προσανατολισμού, πάντα με μέντορα τον Μαλινόφσκι. Μήπως θα προτιμούσε να δουλέψει στην Ωκεανία; Ο Κίρχοφ, που μάλλον αδημονεί να εγκαταλείψει την Ευρώπη, συμφωνεί, κάνει αίτηση στο αυστραλιανό εθνικό συμβούλιο ερευνών (ANRC), οι συστατικές επιστολές του είναι άριστες (πλάι στο όνομα του Μαλινόφσκι υπάρχουν κι άλλες διασημότητες, όπως ο Σαπίρ), μεσολαβεί ο Ρέιμοντ Φερθ (ήδη καθηγητής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ), η αίτηση γίνεται δεχτή, του χορηγείται υποτροφία. Ο ίδιος έχει στο μυαλό του την πρώην γερμανική και τότε γιαπωνέζικη Μικρονησία, ο Μαλινόφσκι προτείνει Σαμόα, οι Αυστραλοί σκοπεύουν μάλλον να τον στείλουν για έρευνα στο Ναούρου. Τζίφος και πάλι! Λίγες μέρες αργότερα, κι ενώ προετοιμάζεται για το μακρύ του ταξίδι, η MI5 ειδοποιεί την αυστραλιανή κυβέρνηση, που με τη σειρά της επιβάλλει τη θέλησή της στο ANRC. Ο «διαβόητος κομμουνιστής» δεν πρέπει να πατήσει το πόδι του στην Αυστραλία. Η προσφορά ανακαλείται, η υποτροφία ακυρώνεται. Έχουμε μπει για τα καλά στο 1933, η βίζα του λήγει και οι κυβερνητικοί γνωστοποιούν στο Μαλινόφσκι ότι το μόνο που μπορεί να κάνει για τον προστατευόμενό του είναι να του πληρώσει το εισιτήριο για το Βερολίνο – όπου έχει ήδη ανέβει στην εξουσία ο Χίτλερ.
Στην απελπισία του, ο Κίρχοφ αρπάζεται από μια προσφορά για έρευνα στην Ιρλανδία, κάτω από την αιγίδα του Χάρβαρντ και στην κομητεία Κλερ, όπου θα περάσει τους επόμενους μήνες. Στη συνέχεια, με τη μεσολάβηση του ελβετού ανθρωπολόγου Αλφρέ Μετρό, βρίσκει μια θέση στο Μουσείο Εθνογραφίας του Τροκαντερό, κάτω από τη διεύθυνση του Πολ Ριβέ, όπου θα μείνει ίσως για ένα χρόνο. Ο Έβανς-Πρίτσαρντ τον συναντά στο Παρίσι, το 1934, και γράφει στον Μάγιερ Φόρτες ότι ο Πάουλ τού φαίνεται ευχαριστημένος εκεί.
Λάθος εκτίμηση. Την επόμενη χρονιά, πάντα μαζί με τη Γιοχάνα, ο Κίρχοφ διασχίζει τον Ατλαντικό και φτάνει στην Αμερική, όπου ο Μπόας τού έχει εξασφαλίσει μια εξάμηνη συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Το 1936 η βίζα του λήγει, ο αμερικάνος ανθρωπολόγος Μέλβιλ Χέρσκοβιτς ζητάει βοήθεια και χρηματοδότηση για λογαριασμό του, γνωστοποιώντας ότι ο Κίρχοφ κινδυνεύει να απελαθεί στη ναζιστική Γερμανία. Οι κινήσεις του Χέρσκοβιτς αποδεικνύονται πετυχημένες και, την ίδια χρονιά, το ζεύγος Κίρχοφ θα βρει επιτέλους καταφύγιο στο Μεξικό. Το κλίμα εκεί είναι ευνοϊκό, ο Πάουλ θα δουλέψει αρχικά στο Εθνικό Μουσείο της Ανθρωπολογίας, λίγο αργότερα θ’ αρχίσει να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο (UNAM). Παράλληλα, παρουσιάζει στους φοιτητές του, στο σπίτι του, ένα σεμινάριο πάνω στα ανθρωπολογικά έργα των Μαρξ και Ένγκελς. Στη συνέχεια θα γίνει ένας από τους ιδρυτές της Escuela Nacional de Antropología e Historia – και γενικότερα ένας από τους θεμελιωτές της μεξικάνικης εθνολογίας. Καθώς η Γερμανία τού έχει αφαιρέσει την υπηκοότητα από το 1939, πολιτογραφείται μεξικάνος το 1941.

 kirchhoff

Παράλληλα με όλες αυτές τις δραστηριότητες και τις μετακινήσεις, και κατά κάποιο τρόπο υπόγεια, ο Κίρχοφ συνέχιζε πάντα να παίρνει μέρος στην πολιτική ζωή – και στις ζωηρές διαμάχες ενός παρδαλού αστερισμού από ποικίλες ομάδες της αριστερής αντιπολίτευσης. Είναι δύσκολο να είμαστε σίγουροι για την ακριβή διαδρομή του, ο Πάουλ είχε μάθει να προσέχει κι έπειτα, στους υπεραριστερούς κύκλους της εποχής, σχεδόν οι πάντες κυκλοφορούσαν με ψευδώνυμα – ακόμα συχνότερα όταν ήταν ξένοι ή είχαν τους λόγους τους.[8] Μοιάζει λοιπόν πιθανό, πέρα από το γνωστό του ψευδώνυμο («Άιφελ»), να κινήθηκε και πίσω από άλλα ονόματα. Με λίγα λόγια πάντως, φαίνεται ότι, όπως και άλλοι βετεράνοι του KAPD, πρώτα συνεργάστηκε και στη συνέχεια ήρθε σε ρήξη με τον τροτσκισμό, ενώ στην Αμερική προσχώρησε στην Επαναστατική Εργατική Λίγκα (RWL) του Ούγκο Έλερ (Hugo Oehler). Το καλοκαίρι του 1937, με αφορμή τις διαφορετικές εκτιμήσεις για τα γεγονότα της Βαρκελόνης, αποχωρεί από την RWL και φτιάχνει, μαζί με τη Γιοχάνα και μια φούχτα Μεξικάνους, τη δική του ξεχωριστή ομάδα (Grupo de Trabajadores Marxistas). Το GTM θα παραμείνει ενεργό για λίγα χρόνια, εκδίδοντας το περιοδικό Comunismo.
Τα επόμενα κυρίως χρόνια, το Μεξικό του Κάρντενας θα δεχτεί αλλεπάλληλα κύματα κυνηγημένων, προσωπικότητες όπως ο Βικτόρ Σερζ ή ο Μπενζαμέν Περέ, και χωρίς να λογαριάζουμε τους νικημένους της Ισπανίας, που ήταν μάλλον η μαζικότερη περίπτωση. Μια μαρτυρία από τη δεκαετία του ’40 μνημονεύει ένα τσούρμο από ευρωπαίους πολιτικούς πρόσφυγες, που εκπροσωπούσαν κάθε πιθανή και απίθανη σοσιαλιστική, κομμουνιστική, αναρχική, ρεπουμπλικανική κλπ τάση, να έχουν συσπειρωθεί στην Ανθρωπολογική Σχολή, γύρω από τον προϊστοριολόγο Πέντρο Μπος Χιμπέρα (πρώην υπουργό της καταλανικής κυβέρνησης), τον φυσικό ανθρωπολόγο Χουάν Κόμας και τον «γερμανό εθνολόγο Πάουλ Κίρχοφ, μαθητή του Μαλινόφσκι στη Σχολή Οικονομικών του Λονδίνου».[9] Η παράδοση της Ανθρωπολογικής Σχολής θα συνεχιστεί και μέσα στις επόμενες δεκαετίες, καθώς και μετά το θάνατό του: το Μάρτη του 2001, η σχολή θα φιλοξενήσει την αντιπροσωπεία των Ζαπατίστας, όταν αυτή έφτασε, στο τέλος εκείνης της περίφημης πορείας, στην Πόλη του Μεξικού.

σημειώσεις

[1] Paul Kirchhoff, «Mesoamérica. Sus Límites Geográficos, Composición Étnica y Caracteres Culturales», Acta Americana 1 (1): 92-107 (1943).

[2] Ξεκίνησα στηριγμένος κατά πολύ στις πληροφορίες του Jack Goody, The Expansive Moment. Anthropology in Britain and Africa, 1918-1970, Cambridge University Press, 1995, κυρίως στο κεφάλαιο «Making it to the field as a Jew and a Red» (που ασχολείται ιδιαίτερα με τις ταλαιπωρίες του Κίρχοφ απέναντι στην Αυτοκρατορία). Άλλωστε από το βιβλίο αυτό έμαθα, περίπου στο γύρισμα του αιώνα, την ύπαρξη του Κίρχοφ (ομολογώ ότι έως τότε τον αγνοούσα). Στοιχεία για την αυστραλιανή αποτυχία του Κίρχοφ και διάφορες άλλες πληροφορίες βρήκα στο άρθρο: Geoffrey Gray, «The “ANRC has Withdrawn its Offer”: Paul Kirchhoff, Academic Freedom and the Australian Academic Establishment», Australian Journal of Politics and History, τόμ. 52, τχ. 3, 2006, σελ. 362-377. Πολύ χρήσιμη μού φάνηκε η συνοπτική βιογραφία του Carlos García Mora, «Paul Kirchhof, el instigador», Antropología y marxismo, τχ. 1, σελ. 7-10, 1979 (διαθέσιμη στο http://www.academia.edu), ενώ ειδικά για τις πολιτικές λεπτομέρειες θεώρησα πιο αξιόπιστη πηγή ένα βιογραφικό σημείωμα από τον Philippe Bourrinet (2015), δημοσιευμένο στο σάιτ «left disorder»: http://www.left-dis.nl/f/Kirchhoff.pdf Όλοι οι βιογράφοι του Κίρχοφ διαπίστωσαν ότι υπάρχουν ασάφειες και σκοτεινά σημεία στη ζωή του, ότι τα στοιχεία παρουσιάζουν κάποιες μικρές, μα όχι ασήμαντες, αντιφάσεις και αποκλίσεις στις ημερομηνίες κλπ. Πέρα από τις δυσκολίες της τεκμηρίωσης σε ταραγμένες εποχές και περιοχές, μοιάζει πολύ πιθανό ότι ο ίδιος ο Κίρχοφ θέλησε να είναι έτσι, για δικούς του λόγους.

[3] Σύμφωνα με το Andre Gingrich, «The German Speaking Countries», στο Fredrik Barth, κ.ά., One Discipline, Four Ways. British, German, French, and American Anthropology, University of Chicago Press, 2005.

[4] Πιθανότατα λανθασμένα (αν κι ο Μπουρινέ δεν αποκλείει κάποια εφήμερη επάνοδο στο Κόμμα, με το ένα ή το άλλο σκεπτικό). Ο Γκίνγκριχ δήλωσε προφορικά στον Γκρέι ότι δεν κατάφερε να βρει σε ποιο ακριβώς κόμμα ή οργάνωση συμμετείχε ο Κίρχοφ στη Γερμανία της δεκαετίας του ’20, διαπίστωσε όμως ότι είχε πάρει μέρος σε «βίαιες πολιτικές συγκρούσεις» κι ότι ήταν δηλωμένος εχθρός της κυβέρνησης. Αν σκεφτούμε την πολυδιάσπαση του KAPD και τη γενικότερη αναστάτωση στο χώρο της Αριστερής Αντιπολίτευσης, αυτό δεν είναι περίεργο. Επιπλέον, ήδη από πολύ νωρίς ο Κίρχοφ είχε μάθει να εξαφανίζει ή τουλάχιστον να συσκοτίζει τα ίχνη του. Π.χ. χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο «Άιφελ», που δεν φαίνεται να το είχαν ταυτίσει μαζί του μερικές από τις αστυνομίες αλλά και μερικοί από τους βιογράφους του.

[5] Η Γιοχάνα Φαουλχάμπερ (1911-2000) έμελλε, φτάνοντας στο Μεξικό, να σπουδάσει κι η ίδια ανθρωπολογία – και αργότερα να έχει μια σημαντική ακαδημαϊκή σταδιοδρομία στον τομέα της Φυσικής Ανθρωπολογίας.

[6] Δεν μπορούμε, λέει ο Γκούντι, να κρίνουμε την προσωπικότητα του Μαλινόφσκι μόνο από την προσωπική του αλληλογραφία, όπου κατά καιρούς γράφει π.χ. μεγάλες κακίες για τους «Κόκκινους» και για τους Εβραίους. Στην πραγματική ζωή, η συμπεριφορά του απέναντι στον Μάγιερ Φόρτες και τον Κίρχοφ (που είχαν κι οι δυο αυτό το διπλό κουσούρι) ήταν υποδειγματική.

[7] Οι αποικιακοί υπάλληλοι, πιο πραγματιστές από τους μυστικούς αστυνομικούς, ανησυχούσαν μάλλον για την πιθανότητα δημόσιων καταγγελιών σχετικά με τη μεταχείριση των ιθαγενών – ένα πρόβλημα που είχε ήδη παρουσιαστεί με ορισμένους ανθρωπολόγους στην Αυστραλία.

[8] Για παράδειγμα, ο Σ. Λ. Ρ. Τζέιμς (στις Ηνωμένες Πολιτείες την ίδια περίπου περίοδο, με ληγμένη βίζα κι αυτός) ήταν γνωστός στο χώρο κυρίως με το όνομα «Τζ. Ρ. Τζόνσον», ενώ κατά καιρούς συστηνόταν, ή υπόγραφε κείμενα, σαν Τζ. Μάγιερ, Γ. Φ. Κάρλτον, Τζ. Φ. Εκστάιν και Α. Α. Μπ.

[9] Susan Drucker-Brown, Εισαγωγή στο Bronislaw Malinowski & Julio De la Fuente, Malinowski in Mexico. The Economics of a Mexican Market System, Routledge & Kegan Paul, 1982.

tetartoskosmos@gmail.com

Save

Save

Save

Advertisements