Οι δαίμονες της Τασμανίας

Υπάρχουν ή δεν υπάρχουν; Ορίστε το ερώτημα: δεν ξέρω αν μπορεί να γίνει άσκηση εφαρμοσμένης φιλοσοφίας, ίσως όμως να μπορείς μ’ αυτό να κάνεις cultural theory – ή κριτική πολιτική θεωρία. Μεγάλωσα με τη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχουν πια, ήταν μια δεδομένη πληροφορία που έμαθα μικρό παιδί, δεν θυμάμαι από πού πρώτα, από την Αντιγόνη Μεταξά ή από κάποια άλλη παιδική εγκυκλοπαίδεια, από τον Ιούλιο Βερν ή από κάποιο άλλο παρόμοιο ανάγνωσμα. Ξαναβρήκα την ίδια πληροφορία σε παιδικά κι εφηβικά βιβλία που αγόραζα στα παιδιά μου (καμιά σαρανταριά χρόνια μετά, παναπεί), σίγουρα όμως μ’ αυτή τη γνώση, πιο αναντίρρητη μάλιστα, μεγάλωσαν και κάμποσες γενιές πριν από μένα – κι εδώ που τα λέμε ίσως να το είχ’ ακούσει για πρώτη φορά στις ιστορίες που μου ’λεγε ο πατέρας μου.
Πηγή για την ευρύτερη διάδοση αυτής της αφανιστικής αφήγησης (λέω τώρα) πρέπει να στάθηκε ο Τζέιμς Μπόνγουικ, εκλαϊκευτής συγγραφέας στην αγγλοσαξονική παράδοση, με το βιβλίο του The Last of the Tasmanians (1870).

Tasmanians_3

Ανεξάρτητα με το πνεύμα των συμφραζόμενων (αν δηλ. εκφράζεται συμπόνια, χριστιανικού ή άλλου τύπου, ή αντιαποικιακή αγωνιστικότητα ή δαρβινικό φλέγμα ή απάνθρωπος κυνισμός ή ψυχρή διαπίστωση), το ίδιο το γεγονός της εξαφάνισης δεν αμφισβητείται συνήθως. Ακριβώς πάνω σ’ αυτή την αμφισβήτηση, ωστόσο, έτυχε να πέσω, νέος, διαβάζοντας ένα αναρχικό περιοδικό. Αφορμή ήταν μια έκκληση Τασμανών, ένα δισέλιδο κείμενο, όπου δεν ζητούσαν να τους αναγνωριστεί «το δικαίωμα στην ύπαρξη» (δηλ. το δικαίωμα να συνεχίσουν να υπάρχουν, στο μέλλον), όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αλλά να τους αναγνωριστεί ότι υπάρχουν απλώς (δηλ. ότι εξακολουθούν να υπάρχουν, ότι δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν)!
Παραθέτω λοιπόν:
«[Μας λένε:] “Δεν υπάρχουν πραγματικοί ιθαγενείς στην Τασμανία. Δεν είστε φυλή. Δεν είστε αρκετά μαύροι. Δεν έχετε δική σας γλώσσα. Έχετε γαλάζια μάτια, κλπ, κλπ”.
Αλλά η άρνηση της ύπαρξης μιας φυλής είναι η χειρότερη μορφή ρατσισμού. Μετά την καταστροφική επίθεση ενάντια σε μια ολόκληρη κοινωνική δομή, η κυρίαρχη ομάδα προσπαθεί ν’ αποφύγει τις ευθύνες της για τις πράξεις της, παριστάνοντας ότι το αποτέλεσμά της ήταν μια ολοκληρωτική καταστροφή, χωρίς επιζώντες που ν’ αποτελούν πρόβλημα. Μας έλεγαν στην τάξη ότι δεν υπήρχαν ιθαγενείς στην Τασμανία, ωστόσο στην αυλή δεχόμαστε ρατσιστικούς εξευτελισμούς».[1]

Benjamin_Duterrau_-_Timmy,_a_Tasmanian_Aboriginal,_throwing_a_spear_-_Google_Art_Project

Τι έχει συμβεί, λοιπόν; Από τη μία, ο «τελευταίος των Τασμανών», δηλ. οι διάφοροι «τελευταίοι» που είχαν εντοπιστεί κατά καιρούς (και συνήθως ήταν «τελευταίες» – κάτι που από μόνο του έχει κι αυτό μια σημασία), ήταν ο τελευταίος απ’ όσους καταγράφτηκαν, δηλ. απ’ όσους μαντρώθηκαν, από τις αποικιακές αρχές – οι οποίες μάλλον αδιαφορούσαν για το αν υπήρχαν κάποιοι φουκαράδες που φυτοζωούσαν κάπου, χαμένοι στους απέραντους αγριότοπους. Από την άλλη, ακόμα και σε σχέση με τους μαντρωμένους ή τις μαντρωμένες, όταν οι επιστήμονες έλεγαν ο «τελευταίος Τασμανός» εννοούσαν ο τελευταίος καθαρόαιμος Τασμανός. Με άλλα λόγια, οι Τασμανοί αντιμετωπίστηκαν σα σπάνια ράτσα σκύλων ή αλόγων, η οποία δυστυχώς χάθηκε μέσα από επιμειξίες (δηλ. χάθηκε η καθαρότητά της). Κανείς ωστόσο δεν ασχολείται με το πότε πέθανε (ή με το πότε θα πεθάνει, ή με το αν υπάρχει) π.χ. «ο τελευταίος Άγγλος», ας πούμε με την έννοια του τελευταίου Αγγλοσάξονα. Ξέρουμε καλά ωστόσο πόσο τεχνητός είναι ο, όψιμος άλλωστε, όρος «Αγγλοσάξονας»: οι άνθρωποι που εισβάλανε στο νησί τον 5ο αιώνα ήταν ένα ανακάτεμα ποικίλων γερμανόφωνων πληθυσμών και μόνο συμβατικός είναι ο παραδοσιακός διαχωρισμός που δίνουν μεταγενέστερες πηγές σε «Άγγλους» (Angles), «Σάξονες» και «Γιούτους». Έπειτα, αυτοί ήρθαν σε επαφή (όχι πάντα πολεμική: υπήρξαν κατά καιρούς συμμαχίες με τους μεν εναντίον των δε, άρα κι επιγαμίες, επιμειξίες κλπ) με Βρετανούς (και Ρωμαιοβρετανούς), Ιρλανδούς (της Ιρλανδίας, αλλά και άποικους στη σημερινή Σκωτία), Πίκτους, αργότερα Βίκινγκς κλπ – κι όλοι αυτοί θα μπορούσαν επίσης να μπουν σε εισαγωγικά, με την έννοια ότι δεν ήταν απλές κι αυτονόητες εθνοτικές ομάδες αλλά (κι αυτοί) αποτελέσματα περίπλοκων ιστορικών διαδικασιών. Είναι μάλλον εύκολο να συμφωνήσουμε, επομένως, ότι η έκφραση «καθαρόαιμος Αγγλοσάξονας» είναι μάλλον άστοχη ή δεν έχει νόημα. Απεναντίας, οι ιθαγενείς (αυτόχθονες, άγριοι, κλπ) αντιμετωπίζονται συχνά με ζωολογικές κατηγορίες, σα να ήταν ξεχωριστά ζωικά είδη (ή υποείδη κλπ). Αυτό επιτρέπει, παράλληλα, την απαξίωση των «μιγάδων» –δηλ. δεν έχουν το δικαίωμα να ισχυρίζονται ότι ανήκουν στο ένα ή στο άλλο species κοκ– κι επιπλέον μπορούμε ν’ αμφιβάλλουμε για το αν έχουν υγιείς απογόνους, αν διαθέτουν κάποιες ηθικές ιδιότητες κλπ: με μια κουβέντα θεωρούνται τέρατα. Κι αυτή η αντιμετώπιση (που, επαναλαμβάνω, επιφυλάσσεται σ’ ένα μέρος της ανθρωπότητας ενώ ολοφάνερα δεν χρησιμοποιούνται τέτοια κριτήρια ή δεν προβάλλονται ανάλογες αξιώσεις για το υπόλοιπο μέρος) επιτρέπει μεταξύ άλλων να μην τους αναγνωριστούν «ιστορικά δικαιώματα» που για άλλες ομάδες (πληθυσμούς, λαούς, έθνη) διεκδικούνται αυτονόητα.
Κι αφού περάσαμε στα ζωολογικά, ας θυμηθούμε ότι ο «δαίμονας της Τασμανίας», πριν γίνει κόμιξ, ήταν ένα ζωάκι με μοβόρικη φήμη, ένα στρογγυλωπό και μεγαλόσωμο μαρσιποφόρο κουνάβι, μπορείς να πεις, ή μια κοντόχοντρη και κάπως άχαρη αρκούδα (Sarcophilus harrisii). Εξακολουθεί να υπάρχει (αν και με διόλου εξασφαλισμένη την επιβίωσή του), αντίθετα με το «λύκο της Τασμανίας» (Thylacinus cynocephalus), ένα μεγαλύτερο και πιο σκυλόμορφο ζώο που, αυτό, ναι, εξαφανίστηκε για τα καλά.

Hunter-373

Η φήμη αυτή, σχετικά με την εξαφάνιση των Τασμανών, ασφαλώς και δεν δημιουργήθηκε τυχαία – δεν έχουμε εδώ κάποιο γραφικό λάθος ή κάποια συγκυριακή παρανόηση. Στη ρίζα της, απεναντίας, υπήρχε μια πολύ συγκροτημένη αντίληψη που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε, πρόχειρα, αφανιστικό λόγο ή αφανιστική αγόρευση αν προτιμάτε. Την ίδια εποχή λοιπόν, λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, είχε γίνει αγαπημένο θέμα λόγιων συζητήσεων η «εξαφάνιση των κατώτερων φυλών», κάτι που είχε θεωρηθεί μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη της εποχής. Μπορούμε να τη συνοψίσουμε σε μια παρατήρηση που κατέγραψε ο Δαρβίνος στα σημειωματάριά του: «παντού όπου εγκαθίσταται ο Ευρωπαίος, ο θάνατος μοιάζει να καταδιώκει τον ιθαγενή». Θα έλεγα μάλιστα ότι λειτουργούσε μια κυκλική σχέση, μια αμοιβαία επιβεβαίωση ανάμεσα στον επιστημονισμό αυτού του είδους και στις αποικιοκρατικές πρακτικές: οι ακαταμάχητοι «φυσικοί νόμοι» δικιολογούσαν εκ των προτέρων τις σφαγές κι οι σφαγές αποδείκνυαν εκ των υστέρων την ισχύ των φυσικών νόμων.
Μέσα σ’ αυτό το βικτωριανό πλαίσιο, όλες οι καθυστερημένες φυλές αναμενόταν να εκλείψουν πολύ γρήγορα. Ινδιάνοι της βόρειας και της νότιας Αμερικής, Μαορί, Εσκιμώοι, Μελανήσιοι, κλπ, έμελλε να εξαφανιστούν άμεσα. Ο γρήγορος ρυθμός της μείωσης του πληθυσμού τους, από τη στιγμή που έρχονταν σ’ επαφή με τον πολιτισμό, ήταν τρανταχτή απόδειξη. Κανείς, επομένως, δεν έπρεπε να νιώσει ενοχές. Ό,τι και να έκαναν οι αποικιακοί διοικητές δεν θα μπορούσαν να ανακόψουν τις αναπόφευκτες συνέπειες ενός νόμου της φύσης. Οι «φιλάνθρωποι», «ευαίσθητοι» κλπ, που ήθελαν να προστατέψουν τους αγρίους δεν ματαιοπονούσαν απλώς αλλά έκαναν τα πράγματα χειρότερα: αντί για ένα γρήγορο τέλος παρατείνανε την αγωνία τους και τους έκαναν να υποφέρουν. Το πολύ-πολύ να είχαν δίκιο κάποιοι «συνετοί προοδευτικοί» και να μπορούσαν να σωθούν μόνο, μέσω αφομοίωσης, κάποια ξεχωριστά και προικισμένα άτομα.
Η γοητεία λοιπόν της τασμανικής περίπτωσης έχει να κάνει με το ότι εδώ είχαμε ένα πετυχημένο «πείραμα» που επιβεβαίωνε πανηγυρικά ένα νόμο της φύσης. Λίγες δεκαετίες αργότερα, όμως, αυτού του είδους η αισιοδοξία βρέθηκε αντιμέτωπη μ’ ένα απρόσμενο πραγματολογικό πρόβλημα (οι άγριοι δεν έλεγαν να εξαφανιστούν, απεναντίας μάλιστα είχαν αρχίσει να ανακάμπτουν και να αυξάνονται), απέναντι στο οποίο χρειάστηκε να αναπτυχθούν νέες και διαφορετικές στρατηγικές (βλ. παρακάτω).

Last_of_the_Tasmanians_Woodcut_5_-_Mr_Robinson_on_his_conciliation_mission

Ας δούμε όμως από πιο κοντά αυτή την τασμανική περίπτωση. Ένα σύντομο χρονικό… Η προσπάθεια για εγκαθίδρυση μιας κανονικής αποικίας στη «Γη του Βαν Ντίμεν» (όπως ονόμαζαν τότε την Τασμανία) άρχισε την αυγή του 19ου αιώνα (1803). Οι ιθαγενείς, τότε, πρέπει να ήταν 5 έως 7 χιλιάδες.[2] Αψιμαχίες και «παρεξηγήσεις» με τους ιθαγενείς κλιμακώθηκαν τη δεκαετία του 1820 σε κάτι σαν πόλεμο («Black War»), με αμοιβαίες επιδρομές κι ενέδρες. Το σκορ ήταν σταθερά σε βάρος των ιθαγενών, που επιπλέον συνέχισαν να θερίζονται από τις νεοφερμένες αρρώστιες. Το 1830, ο Κυβερνήτης Τζορτζ Άρθουρ, επιστρατεύοντας όλους τους διαθέσιμους άποικους, προσπάθησε να περιορίσει τους Τασμανούς στο νοτιανατολικό άκρο του νησιού – πολιτική που ονομάστηκε «Black Line». Παρότι αρκετά αιματηρή, η εκστρατεία δεν φαίνεται να πέτυχε το στόχο της. Στη συνέχεια, ένας αυτοσχέδιος ιεραπόστολος, ο Τζορτζ Ρόμπινσον, ανέλαβε να δοκιμάσει τη λύση των διαπραγματεύσεων. Η στάση του απέναντι στους ιθαγενείς ήταν μάλλον διφορούμενη και οι προθέσεις του συζητήσιμες, πάντως αποδείχτηκε χρυσόστομος και πειστικός. Ή μπορεί οι Τασμανοί να είχαν κουραστεί από την κατάσταση των μόνιμων εχθροπραξιών – κι οπωσδήποτε ήταν αποκαρδιωμένοι από τη γοργή κατάρρευση του γνωστού τους κόσμου. Η συμφωνία ήταν να μεταφερθούν σ’ ένα ξεχωριστό νησί, όπου υποτίθεται ότι θα είχαν αυτονομία ή έστω την ησυχία τους και άφθονες προμήθειες. Από τη μεριά της αποικιακής διοίκησης, η επιλογή του νησιού έγινε με βάση τις δυνατότητες ελέγχου του, ώστε να είναι δύσκολη η απόδραση – όσο για τις υπόλοιπες υποσχέσεις, είναι αμφίβολο αν τις είχε πάρει ποτέ στα σοβαρά. Ο ίδιος ο Ρόμπινσον δεν φαίνεται να ευθύνεται άμεσα για τις υλικές ανεπάρκειες της λύσης που είχε τόσο καλά προπαγανδίσει – από την άλλη ήταν πολύ αποφασισμένος να καταπολεμήσει όσα αποτελούσαν, στα μάτια του, σημάδι αγριότητας πάνω στους Τασμανούς, π.χ. στο να τους επιβάλει νέα ευρωπαϊκά ονόματα και ευρωπαϊκές αμφιέσεις. Τελικά, λίγο περισσότεροι από 200 Τασμανοί μεταφέρθηκαν στο νησί Φλίντερς στο διάστημα 1831-1833 – το 1847 είχαν απομείνει λιγότεροι από πενήντα. Τη χρονιά εκείνη, οι επιζώντες, μετά από έκκλησή τους, επέστρεψαν στην Τασμανία, όμως το μόνο μέρος που μπόρεσε να τους παραχωρηθεί ήταν μια τοποθεσία όπου είχε θεωρηθεί τόσο άβολη και ανθυγιεινή ώστε να μεταφερθεί το κάτεργο που λειτουργούσε εκεί (Όιστερ Κόουβ). Κι εκεί, συνέβη το, πραγματικό ή υποτιθέμενο, «τέλος των Τασμανών». Τα επίσημα κιτάπια θεωρούν ότι το κεφάλαιο Τασμανοί έκλεισε με το θάνατο της Τρουγκανίνι,[3] το 1876 – αυτό το όνομα κι αυτή η ημερομηνία αναφέρονται συνήθως στη βιβλιογραφία του «τέλους». Τούτη η «τελευταία Τασμανή», κόρη ενός τοπικού αρχηγού, είχε πασκίσει ειλικρινά για τη διάσωση ή την προσαρμογή του λαού της κι είχε παίξει κεντρικό ρόλο στην προώθηση της «λύσης Ρόμπινσον». Απογοητευμένη από την εξέλιξη αυτής της υπόθεσης και από τη γνωριμία της με τον «πολιτισμό», αφού ταξίδεψε ενδιάμεσα στην Αυστραλία, πήρε μέρος στις ύστατες πράξεις δυναμικής αντίστασης πριν σμίξει και πάλι με την ομάδα των δικών της στο Όιστερ Κόουβ. Ωστόσο, δεν ήταν το τελευταίο άτομο αυτού του μικρού πυρήνα και μια άλλη «τελευταία Τασμανή», η Φάνι Κόχραν-Σμιθ, κι αυτή «καθαρόαιμη», πέθανε το 1905.

Truganini_and_last_4_tasmanian_aborigines

Αυτή η σαφώς προσδιορισμένη ομάδα, τράβηξε λοιπόν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και γύρω από αυτήν αναπτύχθηκε η φιλολογία του αφανισμού. Οι εφημερίδες π.χ. έγραφαν με απροσποίητη απορία ότι τούτοι οι τελευταίοι ιθαγενείς, ασφαλώς επειδή ανήκαν σε μια παρακμασμένη φυλή, δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Όμως, από τα 44 άτομα που έφτασαν στο Όιστερ Κόουβ μόνο οι 34 ενήλικες εγκαταστάθηκαν πραγματικά εκεί, αφού τα δέκα παιδιά της ομάδας αποσπάστηκαν από τους γονείς τους για να μεταφερθούν αμέσως στο ορφανοτροφείο του Χόμπαρτ (η εξαφάνιση κατασκευάστηκε, λοιπόν, σε διάφορα επίπεδα). Μια μάλλον μακάβρια ιστορία είναι πολύ ενδεικτική για τη νοοτροπία του αφανιστικού λόγου. Το 1869, όταν πέθανε ο Γουίλιαμ Λάνι (που, αυτός, ήτανε «ο τελευταίος Τασμανός», με την έννοια του τελευταίου αρσενικού καθαρόαιμου), ξέσπασε ένας πόλεμος μεταξύ λόγιων εταιρειών και μουσείων που διεκδικούσαν κομμάτια από το λείψανό του για χάρη της επιστημονικής έρευνας. Ένας σοφός κατηγορήθηκε μάλιστα, δίκαια ή άδικα, ότι υπεξαίρεσε το κεφάλι του πτώματος αντικαθιστώντας το μ’ ένα άλλο. Παρηγορήθηκε με την «ανακάλυψη» ότι ο εγκέφαλος του δύστυχου Γουίλιαμ (που ήταν αιχμάλωτος των λευκών από την παιδική του ηλικία) αποδείκνυε, κατά τη γνώμη του πάντα, ότι οι πρωτόγονοι μπορούσαν εύκολα να εκπολιτιστούν (ή, με τα δικά του λόγια, «τη βελτίωση που παρατηρείται στην κατώτερη φυλή όταν αυτή εκτίθεται στην επίδραση της εκπαίδευσης και του πολιτισμού»). Τρομαγμένη από αυτή την πρεμούρα, η Τρουγκανίνι είχε ζητήσει να καεί μετά θάνατον και να σκορπιστούν οι στάχτες της στη θάλασσα. Εννοείται ότι η επιθυμία της δεν έγινε σεβαστή. Το λείψανό της ξεθάφτηκε με επίσημη κυβερνητική άδεια, πάντα για επιστημονικούς λόγους, με τον όρο ότι δεν θα εκτεθεί στην κοινή θέα. Αλλά ούτε αυτός ο όρος τηρήθηκε και ο σκελετός της Τρουγκανίνι αποτέλεσε περίοπτο έκθεμα του Μουσείου της Τασμανίας για σχεδόν μισό αιώνα. Τελικά, η τελευταία της επιθυμία μπόρεσε να πραγματοποιηθεί, χάρι σε μια αλλαγή των νοοτροπιών, σχεδόν εκατό χρόνια μετά το θάνατό της.

A060326_246x550

Στον 20ό αιώνα, η εντύπωση της εξαφάνισης των Τασμανών δεν ήταν εδραιωμένη μόνο στη μητρόπολη ή στα μέρη μας, σε κάποιους μακρινούς αντίποδες. Ο ιστορικός Χένρι Ρέινολντς (που γεννήθηκε, το 1938, και μεγάλωσε στην Τασμανία) γράφει ότι οι λευκοί Τασμανοί σοκαρίστηκαν κι απόρησαν όσο κι ο υπόλοιπος κόσμος με τη δημόσια επανεμφάνιση των ιθαγενών Τασμανών. Κατά τα φαινόμενα, κανείς δεν είχε δώσει σημασία σε κάτι μαυριδερούς τύπους που ζούσαν στο περιθώριο της κοινωνίας και σε απόμακρα κι αφιλόξενα μέρη – όπου σπάνια κι ελάχιστοι τους έβλεπαν. Όμως, πρώτον, οι «τελευταίοι Τασμανοί» είχαν αφήσει πίσω τους παιδιά από μικτούς γάμους, π.χ. η Κόχραν-Σμιθ είχε έντεκα παιδιά (έξι αγόρια και πέντε κορίτσια) από τον εγγλέζο και πρώην κατάδικο σύζυγό της κι η γενιά της αποδείχτηκε ιδιαίτερα καρπερή. Οι απόγονοι αυτοί αφομοιώθηκαν κουτσά-στραβά και πάντως ελλιπώς στη λευκή Τασμανία – όπου, όταν δεν έμειναν εντελώς αφανείς και στο περιθώριο, σίγουρα δεν κατάχτησαν ζηλευτές θέσεις. Δεύτερο, μπορεί ο ιεραπόστολος Ρόμπινσον να στάθηκε πολύ δραστήριος και να ταξίδεψε αρκετά στα παράλια, όμως το μεγαλύτερο μέρος του νησιού, πραχτικά ανεξερεύνητο, του ήταν απρόσιτο. Με άλλα λόγια, οι ιθαγενείς που ήρθαν σε συμφωνία με τον Ρόμπινσον, με αποτέλεσμα να μαντρωθούν στη συνέχεια στο νησί Φλίντερς, φαίνεται ότι προέρχονταν από μερικά μόνο από τα εννιά «έθνη», ή «φυλές», ή «βασίλεια», τέλος πάντων από τις εννιά παραδοσιακές και διακριτές γλωσσικές/πολιτισμικές ομάδες του νησιού. Οι υπόλοιπες ομάδες είναι αλήθεια ότι πρέπει να αποδεκατίστηκαν από τις αρρώστιες και την πείνα (αφού στερήθηκαν, κατά πολύ, την πρόσβαση στους κυνηγότοπους και στους υπόλοιπους πόρους τους), όμως αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκαν μέχρι και τον τελευταίο – ή τέλος πάντων αυτό δεν τεκμηριώνεται κάπου ή δεν ενδιαφέρθηκε κάποιος να το καταγράψει. Μετά από όσα είχαν προηγηθεί, οι ίδιοι είχαν κάθε λόγο να μην κάνουν πολύ αισθητή την παρουσία τους – υπάρχουν πάντως σποραδικές αναφορές. Τρίτο, υπήρξαν πολλές μικτές ενώσεις ή γάμοι, ήδη πριν κορυφωθούν οι εχθροπραξίες αλλά και παράλληλα ή και μετά από αυτές. Μιλάμε για ενώσεις ντόπιων γυναικών με ευρωπαίους άντρες – κι αυτό εξηγείται από τη μεγάλη έλλειψη γυναικών ανάμεσα στους (θυμίζουμε, κυρίως πρώην κατάδικους) λευκούς αποίκους. Φαίνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις γυναίκες αρπάχτηκαν από λευκούς μνηστήρες, μετά από επιδρομές επιτούτου – ή, άλλες φορές, δωρίστηκαν ή πουλήθηκαν από συμπατριώτες τους, αφού τις είχαν προηγουμένως αρπάξει από κάποια αντίπαλη ομάδα. Φαίνεται τέλος ότι, σε κάποιες άλλες συγκυρίες, τοπικές ομάδες ιθαγενών «πρόσφεραν συζύγους» σε ξεκομμένους λευκούς θέλοντας να τους εντάξουν στους κόλπους τους με τον παραδοσιακό τρόπο.[4] Πολλές από αυτές τις μικτές ενώσεις αφορούσαν μοναχικούς κυνηγούς της φώκιας, ιδιότροπους ερημίτες και άλλους απόβλητους – οι απόγονοί τους σχημάτισαν μια κοινότητα της μεθορίου με ιδιαίτερη ταυτότητα, ιδιαίτερα στα νησιά του Στενού Μπας. Προς τα έξω, συνήθισαν να δηλώνουν τον εαυτό τους με τον μάλλον διφορούμενο όρο «Νησιώτες» (Islanders), συντηρώντας επίμονα στον εσωτερικό και οικείο κύκλο τους τις ιθαγενικές συνδηλώσεις του.

history79

Τη δεκαετία του ’40 και του ’50, σχεδόν κανείς δεν δήλωνε «Ιθαγενής» (με εξαίρεση π.χ. την αμφίσημη ταυτότητα των «Νησιωτών»). Κατά κάποιο τρόπο, υπήρξε μια γενικευμένη κοινωνική υποκρισία: η λευκή κοινωνία δήλωνε επίσημα ότι οι Ιθαγενείς έχουν εξαφανιστεί (και θυμόνταν ή πρόσεχε τους «έγχρωμους» μόνο σε στιγμές κρίσης ή καβγά, για να τους εξυβρίσει ή για να επικυρώσει τον αποκλεισμό τους), οι απόγονοι των Ιθαγενών έλπιζαν ότι κάποια κοινωνική άνοδος θα πρόσφερε, σε ατομικό επίπεδο, την ευκαιρία μιας σιωπηρής αφομοίωσης – ωστόσο, ακόμα κι όταν βοηθούσε το παρουσιαστικό, κάποια επώνυμα παρέμεναν «λερωμένα», δηλ. σημαδεμένα: «Ο κόσμος δεν μπορούσε να βρει δουλειά, δεν μπορούσε να πιάσει σπίτι – αρκεί να δήλωνες το όνομα Μάνσελ ή Μέιναρντ για να σε διώξουν αμέσως».[5]
Τη δεκαετία του ’60, μέσα στην ατμόσφαιρα της εποχής και ασφαλώς εμπνευσμένοι από ανάλογους ιθαγενικούς αγώνες, στην Αυστραλία και αλλού, Τασμανοί Ιθαγενείς προχωρούν στις πρώτες δημόσιες διαμαρτυρίες τους. Στην απογραφή του 1971, αφού έγινε για πρώτη φορά έκκληση για ένα «φανέρωμά» τους, 671 άτομα δήλωσαν Τασμανοί Ιθαγενείς. Στα μέσα της ίδιας δεκαετίας είχαν αγγίξει τις 3.000 και στις αρχές της επόμενης είχαν φτάσει τις 4.000. Μπροστά στην ορατή προοπτική μιας επίσημης αναγνώρισης (που κερδήθηκε το 1993 και κυρίως το 1995) και μέσα σ’ ένα αλλαγμένο πολιτικό και πολιτισμικό κλίμα, ο αριθμός τους αυξήθηκε απότομα και, το 1991, δηλώθηκαν πια σχεδόν 14.000. Στην τελευταία απογραφή του 2011, δήλωσαν Ιθαγενείς σχεδόν είκοσι χιλιάδες άτομα (για την ακρίβεια 19.625, δηλ. περίπου το 4% του πληθυσμού).[6]

Invasion-Pic-2016-650x270

Η αναγνωρισμένη κοινότητα των Τασμανών Ιθαγενών αυτοπροσδιορίζεται πια με την ονομασία Palawa, λέξη που χρησιμοποιούσαν οι «ιστορικοί» Τασμανοί Ιθαγενείς όταν μιλούσαν για τον εαυτό τους. Στηριγμένη κατά πολύ στους Νησιώτες, αλλά και σε απογόνους συγκεκριμένων και καταγραμμένων ατόμων, η κοινότητα Palawa εκπροσωπείται κυρίως από την οργάνωση Tasmanian Aboriginal Centre (TAC). Στην ηρωική εποχή των αγώνων για την αναγνώριση, αναντίρρητος παραμένει ο κεντρικός ρόλος του ιδιαίτερα μαχητικού (αλλά και αμφιλεγόμενου ως προς ορισμένες επιλογές του) ηγέτη Μάικλ Μάνσελ, σήμερα πάντως επικρατεί ένα πιο πλουραλιστικό κλίμα, με ποικίλες τάσεις. Από την άλλη, ανάμεσα σε όσους δηλώνουν σήμερα Ιθαγενείς υπάρχουν και άνθρωποι που δεν αναγνωρίζονται από την κοινότητα Palawa. Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, πρόκειται κυρίως για απογόνους «αφομοιωμένων», περισσότερο ή λιγότερο, στη λευκή κοινωνία, οι οικογένειες των οποίων είχαν κατορθώσει να εξαφανίσουν, κατά κάποιο τρόπο, την εν μέρει ιθαγενική τους καταγωγή. Αυτό φαίνεται να ισχύει κυρίως για όσους συσπειρώνονται γύρω από τη συλλογικότητα Lia Pootah. Η πρόταση του Ρέινολντς, να υιοθετήσουν οι Τασμανοί Ιθαγενείς την ονομασία «Κρεολοί», ή με άλλα λόγια να αποδεχτούν ότι είναι γέννημα μιας ιδιαίτερα περίπλοκης και ξεχωριστής ιστορικής διαδικασίας, που δεν μπορεί να καλυφθεί πίσω από μια απλή και μονοσήμαντη δήλωση ταυτότητας, μοιάζει θεωρητικά σωστή – ωστόσο δεν αντιμετωπίστηκε ευνοϊκά από τους ενδιαφερόμενους.[7]
Το πρόβλημα που δημιουργείται δεν είναι άσχετο με την κρίση εκείνου που ονομάσαμε «αφανιστικός λόγος», επομένως δεν είναι περίεργο που εμφανίζεται ιδιαίτερα οξυμένο στην περίπτωση της Τασμανίας. Μιλώντας για την ηπειρωτική Αυστραλία, ο νεοζηλανδός ανθρωπολόγος Τζέφρι Σίσονς επισημαίνει μια γενικότερη κατάσταση:
«Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα θεωρήθηκε πως οι Αβορίγινες, που κατά μεγάλο μέρος ήταν περιορισμένοι σε ιεραποστολικά κέντρα και σε αποκλεισμένες περιοχές έξω απ’ τη λευκή κοινωνία, επρόκειτο σιγά-σιγά να εξαφανιστούν. Ωστόσο, γύρω στη δεκαετία του 1880 συνειδητοποίησαν πως οι αριθμοί τους αυξάνονταν και πως ένα ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό αβορίγινων παιδιών είχαν ευρωπαίους πατεράδες ή/και παππούδες. Έτσι γεννήθηκε η διαδεδομένη μεταξύ των εποίκων ιδέα μιας αυξανόμενης “μιγάδικης απειλής”, που υποτίθεται πως έβαζε σε κίνδυνο τη λευκή ταυτότητα και μαζί της την πολιτική της αφομοίωσης. Το μέλλον της αφομοίωσης κινδύνευε επειδή, παρ’ όλο που αυτά τα παιδιά είχαν λευκούς πατεράδες, παρέμεναν αβορίγινα. Προκειμένου ν’ αντιμετωπιστεί αυτή η αφόρητη κατάσταση ψηφίστηκε, στην Πολιτεία Βικτόρια, το 1886, ένας νόμος που όριζε σαν “μη-Αβορίγινες” όλους τους Αβορίγινες που είχαν μεικτή καταγωγή. Έτσι, αυτοί οι “μη-Αβορίγινες” Αβορίγινες κατάντησαν να είναι μια αντικανονική ομάδα, που έπρεπε να εξαφανιστεί μέσω της αφομοίωσής της στη λευκή κοινωνία. Κατά συνέπεια, η επίσημα αναγνωρισμένη αρπαγή παιδιών, που επακολούθησε, θεωρήθηκε από τους κυβερνητικούς αξιωματούχους ένας τρόπος για να δοθεί σ’ αυτά τα παιδιά, που δεν ανήκαν κανονικά στην αβορίγινη κοινωνία, μια ασφαλέστερη θέση μέσα στο λευκό έθνος. Φυσικά, απ’ τη σκοπιά των ίδιων των Αβορίγινων, τα παιδιά αυτά ανήκαν πλήρως στις δικές τους κοινότητες και η καταναγκαστική απόσπασή τους βιωνόταν σαν πράξη κρατικής τρομοκρατίας. […] Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η λευκή κοινωνία θεωρήθηκε ικανή ν’ αφομοιώνει οποιοδήποτε ποσοστό αβορίγινης επιμειξίας και να παραμένει λευκή ενώ, αντίθετα, το οποιοδήποτε ποσοστό ευρωπαϊκού “αίματος” καθιστούσε την αβορίγινη ταυτότητα πλαστή, και συνεπώς υποψήφια για εξαφάνιση μέσω της αφομοίωσης. Όπως έχω ήδη σημειώσει, μόνον απ’ τους αυτόχθονες απαιτείται να παραμένουν καθαρώς Άλλοιˑ τέτοια απαίτηση καθαρότητας δεν υπάρχει για τον εποικιακό Εαυτό».[8]

everett

Περιμένοντας ως συνήθως μια καλύτερη διατύπωση όλων αυτών, μια τελευταία κουβέντα σε τούτο το δαιμονικό δημοσίευμα. Έχω ένα κάποιο πρόβλημα με έννοιες όπως η «γενοκτονία», εννοώ με την αναδρομική ή αναχρονιστική χρήση τους, ιδιαίτερα όταν τείνουν στο τσουβάλιασμα ή όταν μαρτυράνε κάποια, πώς-να-την-πω, διεστραμμένη ζηλοτυπία απέναντι στην επιτυχία (να βάλω εισαγωγικά ή όχι;) της γνωστότερης περίπτωσης, από την οποία προέρχεται ιστορικά ο όρος. Με αυτές τις επιφυλάξεις δεδομένες, νομίζω ωστόσο ότι αν υπάρχει περίπτωση που να κολλάει ο όρος (σύμφωνα με τον ορισμό του ΟΗΕ, που μιλάει για «πρόθεση να αφανιστεί, εντελώς ή εν μέρει, μια εθνική, εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα ως τέτοια»), είναι εδώ. Η ευχή για την ολική εξάλειψη των ιθαγενών από τη μεγαλόνησο είχε δηλωθεί επανειλημμένα, επιθυμία που είχε επίσης εκφραστεί μέσα από την επιχείρηση-σκούπα της τακτικής «Black line» και τελικά πραγματώθηκε («εντελώς ή εν μέρει») με την ιεραποστολική εξαπάτηση κι εκτόπιση σ’ ένα στρατόπεδο-νησί. Τι άλλο χρειάζεται;
Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι, σαν γενοκτονία, ήταν εξαιρετικά πετυχημένη. Δε μιλάω μόνο για τα συντριπτικά αριθμητικά δεδομένα, τα δημογραφικά ποσοστά της υπόθεσης (από έναν πληθυσμό κάποιων χιλιάδων απόμειναν μόνο μια χούφτα σκορπισμένοι άνθρωποι): είναι γεγονός ότι η οργανωμένη ζωή των Τασμανών, ο πολιτισμός τους δηλ. και η κοινωνία τους, εξαφανίστηκαν σαν τέτοια – αφήνοντας πίσω της, στους απογόνους, θολές αναμνήσεις, ένα αίσθημα ανεπανόρθωτης αδικίας και αγιάτρευτη νοσταλγία. Η ίδια η ραχοκοκαλιά του πολιτισμού δεν επιβίωσε: από τις τασμανικές γλώσσες απόμειναν μόνο λίγα αποσπασματικά και συχνά ασαφή στοιχεία – σε τέτοιο σημείο που είναι δύσκολο να ανασυσταθεί το οικογενειακό τους δέντρο ή οι σχέσεις τους με τις γλώσσες της αυστραλιανής ηπείρου.
Μ’ αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι, όντως, «οι Τασμανοί εξαφανίστηκαν», δηλ. οι Τασμανοί σαν μια διακριτή και αυτόνομη πολιτισμική ομάδα (βέβαια, με αυτή την έννοια πάλι, η περίπτωσή τους κάθε άλλο παρά είναι μοναδική στα χρονικά της αποικιοκρατίας). Όμως, οι πολιτισμοί δεν είναι ζωντανά πλάσματα – θέλω να πω: οι οργανικές μεταφορές είναι άστοχες αν τις πάρουμε τοις μετρητοίς, δηλ. σαν κάτι παραπάνω από γλωσσικές εκφράσεις. Οι πολιτισμοί δεν «πεθαίνουν», όχι με την έννοια που πεθαίνουν οι άνθρωποι – και γι’ αυτό το λόγο οι πολιτισμοί, αντίθετα με τους ανθρώπους, μπορούν να «αναστηθούν», να αναβιώσουν. Για το φαινόμενο αυτό, για τις αναβιώσεις πολιτισμικών στοιχείων, στο βαθμό που μου πέφτει λόγος, δεν έχω καταρχήν αντίρρηση, αρκεί να υπάρχει συνείδηση του γεγονότος, να δηλώνεται θαρρετά το γεγονός αυτό, κι όχι να κρύβεται ή να συσκοτίζεται πίσω από μυθολογίες αδιατάραχτης συνέχειας. Μιας και μιλήσαμε για γλώσσα και για τον κεντρικό ρόλο της: η κοινότητα Palawa «κατασκεύασε» μια σύγχρονη τασμανική γλώσσα (palawa kani), χρησιμοποιώντας και συνδυάζοντας το σωσμένο υλικό από διάφορες τασμανικές γλώσσες (που θεωρούνται, στην περίπτωση αυτή, διάλεκτοι) και, αν καταλαβαίνω καλά, προχωρώντας αναλογικά, ίσως και με κάποια φαντασία, και προσαρμόζοντάς την στη σύγχρονη εποχή. Δεν είμαι σε θέση να κρίνω το αποτέλεσμα – μπορώ να σκεφτώ μια κάποια αναλογία με την αναβίωση της κορνουαλικής ή κορνικής γλώσσας από το τοπικό πολιτισμικό κίνημα (έστω κι αν, για τα Cornish, υπήρχαν πολύ περισσότερα καταγραμμένα στοιχεία). Άλλες περιπτώσεις, πολύ λιγότερο συγγενικές για να πούμε την αλήθεια, με αναβίωση ή αναζωπύρωση γλώσσας, ολική ή εν μέρει, μπορεί να φαίνονται περισσότερο πετυχημένες μόνο ή κυρίως επειδή στηρίζονται σ’ ένα σθεναρό κρατικό μηχανισμό, π.χ. τα εβραϊκά ή τα ιρλανδικά, ή σε σχεδόν κρατικό μηχανισμό, όπως τα βάσκικα. Θα προσπεράσω την πολύ ιδιόμορφη και άλλο τόσο περίπλοκη (νομίζω) νεοελληνική περίπτωση, θα έλεγα όμως ότι όλες οι νεοτερικές γλώσσες έχουν ένα κατασκευασμένο μέρος, έστω κι αν χρησιμοποιούν πιο κομψές λέξεις για τη διαδικασία της «κατασκευής», π.χ. «φιλολογία», κι αυτή η κατασκευή ή φιλολογία ή όπως αλλιώς περιλαμβάνει περισσότερα ή λιγότερα στοιχεία αναβίωσης. Κι οπωσδήποτε όλες οι νεοτερικές γλώσσες (κι εννοώ εδώ τη μορφή που έχουν οι γλώσσες που όντως μιλιούνται σήμερα, χωρίς π.χ. να εξαιρώ τα ινουίτ) έχουν προσαρμοστεί, θέλοντας και μη, περισσότερο ή λιγότερο απότομα, στη σύγχρονη εποχή.[9]

Invasion-day-2016-feature-image

 σημειώσεις

[1] «Εδαφικά δικαιώματα στην Τασμανία», Άναρχος, τχ. 2, Μάρτης 1984, σελ. 44-45. Στο τέλος του κειμένου υπάρχει η ένδειξη, εντός παρενθέσεως: «Το κείμενο αυτό στάλθηκε στο περιοδικό από τασμανούς ιθαγενείς». Είχα ρωτήσει, τότε, τους ανθρώπους του περιοδικού, για την πηγή του δημοσιεύματος. Μου είχαν μιλήσει, μάλλον ασαφώς, για κάποιες διεθνείς επαφές ανάμεσα σε συγκεκριμένα άτομα – εν πάση περιπτώσει δεν συγκράτησα λεπτομέρειες.

[2] Κατά τον Χένρι Ρέινολντς, βλ. Henry Reynolds, Fate of a Free People (Penguin, 1995). Άλλες εκτιμήσεις κυμαίνονται από 3 έως 15 χιλιάδες – σε κάθε περίπτωση λίγοι για ένα νησί τριπλάσιο από την Πελοπόννησο. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι υπήρξε ήδη, μέσα στα προηγούμενα χρόνια, δραστική μείωση του πληθυσμού λόγω ασθενειών που μεταδόθηκαν μέσα από τις πρώτες επαφές με Ευρωπαίους, πάντως η σχετική συζήτηση δεν έχει καταλήξει σε στέρεα συμπεράσματα.

[3] Ορθότερα Τρουγκερνάνερ ή Τρουγκερνάνα. Για τα τασμανικά γεγονότα του 19ου αιώνα, η καλύτερη παρουσίαση βρίσκεται στα βιβλία της Lyndall Ryan, κυρίως στο Tasmanian Aborigines: A History since 1803, Allen & Unwin, 2012, καθώς και του προαναφερόμενου Henry Reynolds, κυρίως στο επίσης προαναφερόμενο Fate of a Free People.

[4] Καθώς οι μαρτυρίες είναι αντιφατικές, προτιμώ να πιστέψω ότι, κατά περίπτωση, ίσχυσαν αυτές οι τρεις, ίσως και άλλες, εκδοχές.

[5] Δήλωση του Μάικλ Μάνσελ: Kathy Marks, «Channelling Mannalargenna. Surviving, belonging, challenging, enduring», TASMANIA – The Tipping Point?, Griffith Review 39, Penguin, 2013.

[6] Οι αριθμοί αυτοί αντλούνται κυρίως από το Kathy Marks, ό.π.

[7] Για εμβάθυνση γύρω από τα ζητήματα αυτά βλ. Jeffrey Sissons, Πρώτοι Λαοί. Οι αυτόχθονοι πολιτισμοί και το μέλλον τους, μτφ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2006, κυρίως το κφ. 2, «Καταπιεστική αυθεντικότητα», π.χ. «Η καταπιεστική αυθεντικότητα λειτουργεί κατ’ αρχήν σαν ένας μηχανισμός αποκλεισμού: όσοι δεν μπορούν να ταξινομηθούν με βεβαιότητα σε μια απ’ τις δύο κατηγορίες –“ιθαγενής” ή “έποικος”– γίνονται άνθρωποι “εκτός τόπου”. Δεν ανήκουν στο επίσημο σχήμα των πραγμάτωνˑ είναι νόθοι, πλαστοί και πολύ συχνά καταντούν μια αποκλεισμένη μέση κατάσταση» (σελ. 65). Για την έννοια της «αποκλεισμένης μέσης κατάστασης» (excluded middle) αλλά και για κείνη της «καταπιεστικής αυθεντικότητας» (repressive authenticity), βλ. το άρθρο του αυστραλού ανθρωπολόγου Patrick Wolfe, «Nation and Miscegenation: Discursive Continuity in the post-Mabo Era», Social Analysis, 36, Οκτώβριος 1994.

[8] Sissons, ό.π., σελ. 72-73.

[9] Για μια παράξενη, «βολονταριστική» ή και συγκινητική περίπτωση γλωσσικής αναβίωσης, βλ. τη διάσωση της ινδιάνικης γλώσσας eyak, με κεντρικό ήρωα το νεαρό γάλλο Γκιγιόμ Λεντυέ (Guillaume Leduey): http://eyakpeople.com/team

tetartoskosmos@gmail.com

Save

Save

Advertisements