Ο τάφος του Αρθούρου

Μια αρχαιολογική κατασκευή στην Αγγλία του 12ου αιώνα[1]

 

anoeth bid bet y arthur[2]

 (από το Μαύρο Βιβλίο του Καρμάρδεν)

Το σωτήριο έτος 1191 (ή μπορεί να ήταν και το σωτήριο έτος 1192 ή το σωτήριο έτος 1190, καθώς μερικοί χρονικογράφοι μοιάζει να τάχουν μπλέξει), έγινε στο βασίλειο της Αγγλίας και συγκεκριμένα στο αγιότατο αββαείο του Γκλάστονμπερι μια μεγάλη ανακάλυψη: βρέθηκε ο τάφος του ξακουστού βασιλιά Αρθούρου. Ήταν η σωστή στιγμή για μια τέτοια ανακάλυψη, πρώτα-πρώτα γιατί εκείνα ακριβώς τα χρόνια ο ξακουστός βασιλιάς Αρθούρος είχε γίνει όντως ξακουστός – θέλω να πω είχε γίνει ξακουστός κι έξω από το μάλλον στενό κύκλο της ουαλλικής κουλτούρας, όπου αυτή η ιστορικοθρυλική φιγούρα ήταν για αιώνες φημισμένη και τιμημένη.

Archer_La_Mort_dArthur-large

Αν πρέπει να χρεώσουμε αυτή την επικοινωνιακή επιτυχία σ’ ένα μόνο άνθρωπο, ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Γοδεφρείδος του Μονμάουθ. Η Ιστορία των Βασιλιάδων της Βρετανίας, ένα από τα πιο επιτυχημένα έργα ψευδοϊστορίας όλων των εποχών, είχε κυκλοφορήσει στο δεύτερο τέταρτο εκείνου του αιώνα κι είχε γρήγορα μεταφραστεί από τα λατινικά στα γαλλονορμανδικά (και μάλιστα κάτω από την αιγίδα της άλλο τόσο ξακουστής Αλιενόρ της Ακουιτανίας, που μόλις είχε γίνει βασίλισσα της Αγγλίας, καθότι σύζυγος του Πλανταγενέτη), ενώ ακολούθησαν διασκευές και σε άλλες γλώσσες. Πρέπει λοιπόν, ορθότερα, να αποδώσουμε αυτή την πρόσφατη «οικουμενική» φήμη του βασιλιά Αρθούρου στο κλίμα μιας εποχής που ξεκινάει, συμβατικά μιλώντας, με τη μάχη του Χάστινγκς: το άνοιγμα ανάμεσα σε μια σειρά κουλτούρες που έμεναν, αν κι όχι απομονωμένες, πάντως αρκετά ξεχωριστές, ένα ιστοριοδιφικό ενδιαφέρον κι εκείνο το πνεύμα που ας το ονομάσουμε αναχρονιστικά ρομαντικό και που εκφράζεται πολύ καλά στο «βρετανικό υλικό».

Ο επικεφαλής της ανασκαφής, πάντως, ο ηγούμενος Γουλιέλμος de Soilli [ή de Sully], γνώριζε πολύ καλά τι ήθελε να βρει: δεν θα βολευόταν με κάτι λιγότερο, ας πούμε με τη μητέρα του Αρθούρου ή με καμιά ασπίδα με το μονόγραμμα κάποιου κολλητού του φίλου. Ούτε καν με τον τάφο του ξακουστού ωστόσο δασκάλου του ξακουστού βασιλιά, του σοφού Μέρλιν. Ανέτρεξε στις καλύτερες πηγές: ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς, ο Ερρίκος ο Β΄ ο Πλανταγενέτης, εκείνος που είχε υποδείξει το σωστό σημείο όπου έπρεπε να σκάψουν, έχοντας αντλήσει την πληροφορία από κάποιον «παλιό βρετανό βάρδο». Δυστυχώς, αυτός ο καλός βασιλιάς, ή τέλος πάντων, αν όχι καλός, ο περιπετειώδης αυτός βασιλιάς, που στη διάρκεια της βασιλείας του κανείς δεν έπληξε, ξεκινώντας από το άμεσο οικογενειακό του περιβάλλον, αυτός ο καλός βασιλιάς λοιπόν είχε πεθάνει πρόσφατα, το καλοκαίρι του 1189, και δεν ήταν σε θέση να πει περισσότερα, π.χ. το όνομα αυτού του βάρδου. Έτσι, σαν δευτερεύουσα βιβλιογραφία ας πούμε, μερικοί μοναχοί είδαν αποκαλυπτικά όνειρα κι οράματα – βάζοντας το όλο εγχείρημα κάτω από την αιγίδα της σαμανικής αρχαιολογίας, όπως θα έλεγε κάποιος φίλος μου.
Ας δώσουμε όμως εδώ το λόγο σ’ έναν αυτόπτη μάρτυρα – εντάξει, όχι ακριβώς, πάντως σ’ έναν άνθρωπο που επισκέφτηκε επίσημα το αββαείο λίγο καιρό μετά, ενημερώθηκε λεπτομερειακά για τα καθέκαστα κι έπιασε με τα χέρια του τα τεκμήρια. Μιλάω για τον Γεράλδο de Barry ή Giraldus Cambrensis ή Γεράλδο της Ουαλλίας τέλος πάντων – που είναι από μόνος του ολόκληρη ιστορία (αλλά σ’ αυτόν θα επανέλθω κάποια στιγμή):

1368414600

«Η μνήμη του Αρθούρου, του πιο φημισμένου Βασιλιά της Βρετανίας, δεν θα σβήσει ποτέ. Στην εποχή του, στάθηκε γενναιόδωρος προστάτης του ξακουστού Αββαείου του Γκλάστονμπερι, προσφέροντας πολλές δωρεές στους μοναχούς και υποστηρίζοντάς τους με κάθε τρόπο. […] Στις μέρες μας, το σώμα του Αρθούρου ανακαλύφθηκε στο Γκλάστονμπερι, παρότι οι θρύλοι μάς είχαν ενθαρρύνει να πιστεύουμε ότι κάτι υπερφυσικό είχε συμβεί στο τέλος του, ότι το σώμα του είχε αντισταθεί στο θάνατο και είχε διαφύγει σε κάποιο απόμακρο τόπο. Στην πραγματικότητα, το σώμα του βρισκόταν θαμμένο βαθιά στη γη, μέσα σ’ ένα κουφωμένο κορμό βελανιδιάς κι ανάμεσα σε δυο πέτρινες πυραμίδες που βρισκόταν στην αυλή της εκκλησίας από τα πολύ παλιά χρόνια. Το μετέφεραν στην εκκλησία με κάθε σεβασμό και το έθαψαν με αξιοπρέπεια σε μαρμάρινο τάφο. Συνοδευόταν από πολύ ασυνήθιστα σημάδια […] γιατί αποκάτω του, κι όχι αποπάνω όπως θέλει το έθιμο σήμερα, υπήρχε μια πέτρινη πλάκα, μ’ ένα μολύβδινο σταυρό κολλημένο στην κάτω πλευρά της. Είδα το σταυρό αυτό με τα μάτια μου και ψηλάφισα με τα δάχτυλά μου την επιγραφή που είχε χαραχτεί στην πλευρά του που ήταν στραμμένη προς την πέτρα, αντί να ήταν στην εξωτερική πλευρά και εύκολα ορατή. Η επιγραφή έλεγε: ΕΔΩ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΑΒΑΛΟΝ ΚΕΙΤΕΤΑΙ Ο ΞΑΚΟΥΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΡΘΟΥΡΟΣ, ΜΕ ΤΗ ΓΚΟΥΙΝΕΒΕΡ [Wenneveria], ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΖΥΓΟ ΤΟΥ. Συμπεραίνουμε πολλά πράγματα από την ανακάλυψη αυτή. Ο Αρθούρος είχε προφανώς δύο συζύγους, και ήταν η δεύτερη εκείνη που θάφτηκε στο πλάι του. Τα οστά της βρέθηκαν μαζί με κείνα του άντρα της, όμως διαχωρισμένα. Τα δύο τρίτα του φέρετρου, στο επάνω μέρος, είχαν τα οστά του άντρα, και το υπόλοιπο κομμάτι, από κάτω, τα οστά της συμβίας του. Μια πλεξίδα από γυναικεία μαλλιά, ξανθιά, και σάμπως ζωντανά και κρατώντας ακόμα το ζωηρό τους χρώμα, βρέθηκε μέσα στο φέρετρο. Όταν όμως ένας μοναχός την έπιασε, έγινε αμέσως σκόνη. […] Το σώμα του Αρθούρου ήταν θαμμένο σε τουλάχιστον δεκαέξι πόδια βάθος, όχι σε πέτρινο φέρετρο αλλά μέσα σε κουφωμένο κορμό βελανιδιάς. Ο λόγος που είχε θαφτεί τόσο βαθιά, και με τόσο κρυφό τρόπο, ήταν για να μην μπορέσουν να τον ανακαλύψουν ποτέ οι Σάξονες, τους οποίους ο Αρθούρος είχε πολεμήσει αδιάκοπα και τους είχε σχεδόν συντρίψει, οι οποίοι όμως κατέλαβαν το νησί μετά το θάνατό του. Γι’ αυτό η επιγραφή που αποκάλυψε τελικά την αλήθεια ήταν χαραγμένη στην εσωτερική πλευρά του σταυρού και κολλημένη πάνω στην πλάκα. […] Ο τόπος που λέγεται σήμερα Γκλάστονμπερι ονομαζόταν τον παλιό καιρό Νησί του Άβαλον. Είναι στην ουσία νησί, καθώς περιβάλλεται από παντού με βάλτους. Στα ουαλλικά ονομάζεται Άνις Άβαλον (Ynys Avallon), που σημαίνει το Νησί των Μήλων. Η ουαλλική λέξη για το μήλο είναι άβαλ και φύτρωναν εκεί μηλιές σε μεγάλη αφθονία. Μετά τη μάχη του Κάμλαν, μια αριστοκράτισσα ονόματι Μόργκαν, κυρά και προστάτισσα του τόπου αυτού αλλά και στενή συγγένισσα του βασιλιά Αρθούρου, τον μετέφερε στο νησί που λέγεται σήμερα Γκλάστονμπερι για να περιποιηθούν τις πληγές του. Πριν πολλά χρόνια, ο τόπος αυτός ονομαζόταν επίσης Άνις Γκούτριν στα ουαλλικά, δηλαδή Νησί του Γυαλιού, κι από αυτή την έκφραση έφτιαξαν αργότερα οι Σάξονες την ονομασία Γκλάστονμπερι. Η λέξη “γκλας” στη γλώσσα τους σημαίνει ό,τι και το λατινικό “βίτρουμ”, ενώ “μπέρι” σημαίνει “κάστρουμ” ή “κιβιτάς”».

Υπάρχει εδώ μια ολόκληρη σειρά από ενδιαφέρουσες συγχύσεις και συμπτώσεις. Glastonia ήταν, ή θα μπορούσε να είναι, ο τόπος που φύτρωνε το φυτό glastum ή glasto (Isatis tinctoria), το ας πούμε ευρωπαϊκό λουλάκι, το οποίο δίνει μια μπλε χρωστική με ιστορική σχέση με τους Κέλτες – θυμηθείτε τι λέει ο Καίσαρας, θυμηθείτε τους Πίκτους (και χωρίς να αναλύσουμε εδώ την ελαφρώς περίπλοκη ουαλλική χρωματολογία, χοντρικά γκλας=μπλε στα ουαλλικά). Αλλά μια από τις διάφορες λατινικές ονομασίες για το φυτό αυτό είναι vitrum (μάλλον από παλαιογερμανικό έτυμο), λέξη που όμως ταυτίζεται με το vitrum / γυαλί. (Ωστόσο, η πρώτη μαρτυρημένη ονομασία για τον τόπο, Glestingaburg, είναι πιθανότατα ανθρωπωνύμιο – ανεξάρτητα με το αν αυτός ο Γκλεστ ή Γκλεστ-κάπως έφερε βρετανικό ή σαξονικό όνομα.)

Και καταλήγει ο Γεράλδος: «Πρέπει να πούμε ότι τα κόκαλα του Αρθούρου ήταν τεράστια […] Ο ηγούμενος μου έδειξε μια από τις κνήμες του. Την κράτησε όρθια στο έδαφος πλάι στο πόδι του ψηλότερου άντρα που μπόρεσε να βρει, και έφτανε ίσαμε τρεις ίντσες πάνω από το γόνατό του. Το κρανίο ήταν τόσο μεγάλο και φαρδύ που έμοιαζε πραγματικό θαύμα της φύσης, αφού το φρύδι απείχε από την κόγχη του ματιού όσο μια παλάμη. Δέκα ή και περισσότερες πληγές διακρίνονταν καθαρά, είχαν όμως όλες τους θρέψει εχτός από μία. Αυτή ήταν μεγαλύτερη από τις άλλες κι είχε βαθύ σκίσιμο. Προφανώς, η πληγή αυτή προκάλεσε το θάνατο του Αρθούρου».

Glastonbury-Abbey-11

Το Νησί Άβαλον εμφανίζεται για πρώτη φορά στο Γοδεφρείδο του Μονμάουθ (ανεξάρτητα με το ποιες ήταν οι πηγές του, και με το πόσο επηρεασμένες ήταν από την κέλτικη μυθολογία για τον άλλο κόσμο και με το πόσο συμβολικά ήταν τα μήλα τους), πάντως εκεί είναι πραγματικό νησί, όπου πας με βάρκα. Η σύνδεση με το στεριανό νησί του Γκλάστονμπερι αποτελεί καινοτομία: ήταν μια ανακάλυψη ή ένα αποτέλεσμα της ανασκαφής, παρότι αποτελούσε και προϋπόθεσή της κατά κάποιο τρόπο. Γενικά, η αρχαιολογική κατασκευή των μοναχών στηρίχτηκε σε αδρές γραμμές στο κείμενο του Μονμάουθ (η Μόργκαν κλπ) αλλά για να ανατρέψει το βασικό του σημείο: την υπερφυσική εξαφάνιση του Αρθούρου. Έρχονται μετά μια σειρά από «γραφικές» λεπτομέρειες, ξεκινώντας από το μελετημένο (ή παιδιάστικο) παιγνίδι της απόκρυψης: ο βαθύς λάκκος, ο κολλημένος ανάποδα σταυρός κλπ., που μπορούσε να λυθεί μόνο μέσω αποκάλυψης, υπερφυσικής ή κάποιου κρυμμένου μυστικού. Στην πραγματικότητα, υπήρχαν και τα πολύ ορατά και πάνω από τη γη σημάδια: οι δυο παλιές πέτρινες πυραμίδες, «εις μνήμην του Αρθούρου» και με επιγραφές που είχαν «σχεδόν εντελώς σβηστεί», πάντα κατά το Γεράλδο. Έστω ότι οι επιγραφές αυτές είχαν κάποια κρυπτική διατύπωση – πάντως δεν μπορούμε να πούμε ότι βοηθούσαν στην απόκρυψη. Γνωρίζουμε ότι στο αββαείο θάφτηκαν διάφοροι άγγλοι (ή, από τη βρετανική σκοπιά, «σάξονες») βασιλιάδες κατά το 10ο αιώνα, ίσως οι πυραμίδες να σχετίζονταν μαζί τους – προσφέροντας και την όλη έμπνευση στην επιχείρηση (αφού, έτσι κι αλλιώς, το αββαείο δεν θα μπορούσε να υπάρχει, μ’ αυτή τη μορφή τουλάχιστον, στην εποχή του Αρθούρου). Ένας καλόγερος του μοναστηριού (που έφτασε εκεί αρκετές δεκαετίες μετά την ανασκαφή, στηριζόταν όμως σε πολύ καλές πηγές για τη συγγραφή του χρονικού του), ο Αδάμ του Ντόμερχαμ, μας χαρίζει την πληροφορία ότι η ανασκαφή έγινε μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, με το χώρο σκεπασμένο με παραπετάσματα (locum cortinis circumdans). Το κερασάκι στην τούρτα είναι ίσως η εντυπωσιακά διατηρημένη ξανθιά πλεξίδα: σύμφωνα με μια δεύτερη και πιο αναλυτική περιγραφή του Γεράλδου, φαίνεται ότι ο μοναχός που την άγγιξε, με αποτέλεσμα να γίνει σκόνη (η πλεξίδα, όχι ο μοναχός), ήταν ο μόνος που την είδε – επιτρέπεται λοιπόν να αναρωτηθούμε κατά πόσο υπήρχε στ’ αλήθεια. (Το υπερφυσικό μέγεθος των οστών ξεπερνάει την ικανότητά μου για σχολιασμό, αυτή τη στιγμή.)
Υπήρχαν μερικά προφανή αποτελέσματα από την ανακάλυψη αυτή. Το πιο άμεσο ήταν ότι το αββαείο ωφελήθηκε κατά πολύ, έχοντας αποχτήσει ένα γοητρικό αξιοθέατο, ένα πόλο έλξης για τους προσκυνητές, ένα σοβαρό πλεονέχτημα στον, τρόπος του λέγειν, μεσαιωνικό τουριστικό ανταγωνισμό – κι αυτή την πλευρά της αρχαιολογίας ο καλός ηγούμενος και οι μοναχοί του πρέπει να τη συνειδητοποιούσαν πολύ καλά και εξαρχής. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει η πολιτική πλευρά, στην οποία είναι αρκετά πιθανή, όντως, η εμπλοκή του βασιλιά Ερρίκου – έστω κι αν δεν πρόλαβε να δει την ολοκλήρωση της επιχείρησης που ενδεχομένως εμπνεύστηκε. Το πρόβλημα, ή το αγκάθι από τη σκοπιά του Ερρίκου, είχε να κάνει με την επίμονη αντίσταση των Ουαλλών στη νορμανδική επεκτατικότητα: μια «ιστορικοποίηση», κατ’ αυτή την ταφική έννοια, του βασιλιά Αρθούρου, θα μπορούσε να τον αποσπάσει από τη μεσσιανική σφαίρα όπου τον είχε τοποθετήσει από παλιά η ουαλλική παράδοση. Με άλλα λόγια, ο Ερρίκος ή γενικότερα οι Νορμανδοί έλπιζαν να κάμψουν το ηθικό των πεισματάρηδων αντιπάλων τους, που το έτρεφε η πίστη ότι, κάποια μέρα, ο ας πούμε μαρμαρωμένος βασιλιάς τους θα επέστρεφε για να τους οδηγήσει στη νίκη. Γιατί, όπως λέει και πάλι ο Γεράλδος, επανειλημμένα μάλιστα, ήταν τέτοια «η ευπιστία των Βρετανών» ώστε να περιμένουν πραγματικά τον Αρθούρο, «όπως οι Ιουδαίοι το Μεσσία» – και προσθέτει κάπου ότι «δεν υπάρχει άνθρωπος στην Ουαλλία που να μην τρέφει αυτή την ψευδαίσθηση».
Από την άλλη, μέσα στους επόμενους αιώνες, η αγγλική δυναστεία θα ενσωμάτωνε πλήρως τον Αρθούρο στις δικές της παραδόσεις, εκμεταλλευόμενη τη δισημία (ή μάλλον την ιστορική εξέλιξη) του όρου «Βρετανός». Ήδη το 1278, ο Εδουάρδος ο Α΄ (ο ίδιος που έμελλε να βάλει τέλος στην ουαλλική ανεξαρτησία) επισκέφτηκε το Γκλάστονμπερι για να μεταφέρει τα αρθουριανά λείψανα σ’ ένα νέο οστεοφυλάκιο.

σημειώσεις

[1] Γράφτηκε σε μια πρώτη μορφή την άνοιξη του 1991 (στηριγμένο σε μετάφραση του αναφερόμενου κειμένου του Γεράλδου από τον Lewis Thorpe) και χάθηκε κάπου μεταξύ Royal Mail και ΕΛΤΑ, όταν ταχυδρομήθηκε από το Λονδίνο σε μια φίλη στην Αθήνα. Δυστυχώς, δεν υπήρχε αντίγραφο. Προσπάθησα κατά κάποιο τρόπο να το ξαναγράψω, βιαστικά, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, με όση εξέλιξη υπήρξε, στο ενδιάμεσο, στο μυαλό μου και στον κόσμο, με σκοπό να αναπτύξω την υπόθεση σ’ ένα μεγαλύτερο δοκίμιο. Δημοσιεύεται όμως εκτάκτως εδώ, σ’ αυτή τη συνοπτική μορφή, σαν επίκαιρο σχόλιο στις αλλεπάλληλες επιτυχίες της ελληνικής αρχαιολογίας.

[2] «ο τάφος του Αρθούρου είναι μυστήριο»

tetartoskosmos@gmail.com

Advertisements