Καριμπού, κάστορες και κατακλυσμοί

Θα ξεκινήσω τούτη τη φορά από την πάνω μεριά του χάρτη, έτσι όπως τον κρεμάνε στη Δύση, στο βόρειο ημισφαίριο κι εδώ και κάποιους αιώνες.[1] Φορτ Γιούκον, ή Κουίτσια Ζε στη γλώσσα των Κουίτσιν (Gwichʼin), δεκατρία χιλιόμετρα πάνω από τον αρκτικό κύκλο. Οι Κουίτσιν ανήκουν στη μεγάλη γλωσσική οικογένεια των Αθαπάσκων ή Αθαμπάσκων κι αναφέρονται μερικές φορές σαν «οι βορειότεροι Ινδιάνοι του κόσμου».

Το βράδυ, στην παράγκα που μου παραχώρησαν, μπροστά στη φωτιά που άναψαν για μένα, βάζω στον εαυτό μου το αναπόφευκτο μοιραίο ερώτημα: «Τι ήρθα να κάνω εδώ πέρα;». Γιατί πρέπει να αντιμετωπίσω το προφανές: μια ανθρωπολόγος που ήθελε να μελετήσει τις σχέσεις των Κουίτσιν με τη φύση προσγειώνεται σ’ ένα χωριό διάσπαρτο με τα λείψανα της νεοτερικότητας που σκουριάζουν καταμεσής του δάσους και βρίσκεται περιτριγυρισμένη από ανθρώπους που δοκιμάζονται σκληρά από την κοινωνική και περιβαλλοντική τους κατάσταση. Μερικές μέρες αργότερα, μπροστά στην ίδια φωτιά και μέσα στην ίδια παράγκα, ξαναβρίσκω κάποια διαύγεια και προβάλλει επιτέλους ένα δεύτερο ερώτημα, λιγότερο εγωκεντρικό και πιο στοχαστικό: «Μα τι συμβαίνει εδώ;».

9073416

Η Nastassja Martin, νεαρή ανθρωπολόγος (Πανεπιστήμιο του Άμπερντιν), μετά από δυο χρόνια επιτόπιας έρευνας και άλλα τρία χρόνια εργασίας και στοχασμού, δίνει μια απάντηση στο ερώτημα αυτό με το βιβλίο της Les âmes sauvages. Face à l’Occident, la sistance d’un peuple d’Alaska, που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις La Découverte.[2] Πρόκειται για το πρώτο της βιβλίο. Θέλω να προσθέσω ότι η Martin ολοκληρώνει το διδακτορικό της στην EHESS (École des hautes études en sciences sociales) κάτω από τη διεύθυνση μιας μορφής του κλάδου όπως ο Philippe Descola.[3]

Κάποτε (λέει ο μύθος της δημιουργίας στους Αθαπάσκους), δεν υπήρχε στεριά. Υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος πάνω σε μια σχεδία που έπλεε. Γύρω του, μόνο νερό. Πάνω του, μόνο ουρανός. Του έκανε παρέα ένας μοσχοκάστορας.[4] Μια μέρα, λέει ο άνθρωπος στο μοσχοκάστορα: «Αν καταφέρεις να πιάσεις με τα νύχια σου λίγη λάσπη, θα φτιάξω μια στεριά όπου θα μπορούμε να περπατάμε». Ο μοσχοκάστορας απάντησε: «Τόσο καιρό κολυμπάω σε τούτο το νερό και δεν είδα ποτέ στεριά. Ίσως αν βουτήξω πολύ βαθιά;». «Προσπάθησε!», του είπε ο άνθρωπος. Κι ο μοσχοκάστορας βούτηξε. Μετά από μια στιγμή ξεπρόβαλε και πάλι: «Πήγα πιο βαθιά απ’ ό,τι συνήθως, όμως φοβήθηκα και ξανανέβηκα γρήγορα. Πρέπει να ξαναπροσπαθήσω». Πήρε ανάσα και βούτηξε και πάλι. Όταν ξαναβγήκε, λαχανιασμένος, είπε: «Μου φάνηκε ότι είδα στεριά, όμως μου σώθηκε ο αέρας». Πήρε βαθιά ανάσα και ξαναβούτηξε, τρίτη φορά. Τώρα ο μοσχοκάστορας καθυστέρησε τόσο να βγει που ο άνθρωπος πίστεψε ότι πνίγηκε. Όμως, κάποια στιγμή, τινάχτηκε έξω απ’ το νερό και σωριάστηκε εξαντλημένος πλάι στον άνθρωπο. Ξέσφιξε με κόπο τα νύχια του. «Να!», είπε, κι άφησε λίγα χαλίκια και λίγη άμμο στη χούφτα του ανθρώπου. Κι ο άνθρωπος, λέει, έφτιαξε μ’ αυτά τούτη τη στεριά που πάνω της περπατάμε και σήμερα ακόμα.
Σήμερα όμως, αυτή η στεριά φαίνεται ότι βρίσκεται σε κρίση.

140_1Arctic02_ld

Καταλαβαίνω, από τη στιγμή που έφτασα στο «πεδίο», ότι θα μου είναι αδύνατο να προσπαθήσω να γράψω μια κλασική μονογραφία για τους ιθαγενείς που διάλεξα σαν αντικείμενο μελέτης. Είναι εξαρχής προφανές ότι η επικαιρότητά τους έγκειται στις συγκρούσεις που τους αντιπαραθέτουν με τους Δυτικούς και στην περιβαλλοντική κρίση την οποία αντιμετωπίζουν. Πολύ γρήγορα καταλαβαίνει κανείς την κατάσταση: το Φορτ Γιούκον βρίσκεται στις παρυφές ενός Εθνικού Πάρκου, με σύνορα που τα υπερασπίζονται ζηλότυπα οι υπερασπιστές της φύσης, ενώ οι εταιρείες για την ανίχνευση πετρελαίου προσπαθούν να αγοράσουν εδάφη των αυτόχθονων για να σκάψουν για πετρελαιοπηγές. Οι αρχηγοί των φυλών ξεσηκώνονται ενάντια στους δραστικούς περιορισμούς στο κυνήγι του καριμπού που επιβάλλουν οι ομοσπονδιακές αρχές για την προστασία της φύσης και μάχονται ενάντια στις επιχειρήσεις και στα σχέδιά τους για μελλοντική εκμετάλλευση πετρελαϊκών κοιτασμάτων. Ταυτόχρονα με τις συγκρούσεις μεταξύ ανθρώπινων συμφερόντων, οι οικολογικές μεταμορφώσεις είναι τέτοιες που τα ίδια τα ζώα εξαφανίζονται, αλλάζουν τις μεταναστευτικές τους διαδρομές και απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τους κυνηγούς τους. Μερικούς από αυτούς, νικημένους από τις δυσκολίες, τους βλέπεις να τρεκλίζουν, μεθυσμένοι ή μαστουρωμένοι, στους δρόμους. Σ’ αυτή τη γωνιά της υποαρκτικής τάιγκας, στη βορειανατολική Αλάσκα, σ’ αυτό το ρημαγμένο χωριό όπου φανερώνονται όλα τα βάσανα τούτων των ανθρώπων που προσπαθούν να συνεχίσουν να υπάρχουν, έρχονται να αποκρυσταλλωθούν όλες οι προβληματικές του σύγχρονου κόσμου, που ανακατεύονται αλλόκοτα με τις ιστορίες περασμένων καιρών δίνοντάς τους μια νέα απόχρωση.

210_gwichin_hunter_summerclothing

Η Nastassja συνοδεύει έναν κυνηγό στο δάσος, σε μια πετυχημένη εξόρμησή του. Όταν όμως εκείνος σκίζει με το μαχαίρι του την κοιλιά του νεκρού καριμπού απλώνεται μια στυφή και δυσάρεστη μυρωδιά: τα σπλάχνα του ζώου είναι χαλασμένα, ήδη σαπισμένα. Ο κυνηγός στρέφεται στην ανθρωπολόγο: «Κοίτα, οι Κινέζοι μολύνουν και τα καριμπού αρρωσταίνουν και πεθαίνουν». Όταν ο Κουίτσιν λέει «οι Κινέζοι» εννοεί αυτή την αόρατη κι απόμακρη, μαζική ανθρωπότητα, μοντέρνα και των πόλεων, που οι δραστηριότητές της βρίσκουν αντίχτυπο εκεί πέρα. Κι ένας ταλαίπωρος κυνηγός, χαμένος στη τούντρα, «διαβάζει τις οικο-ανθρώπινες πλανητικές μεταμορφώσεις στα σωθικά ενός καριμπού που κείτεται στα πόδια του». Οι βιολόγοι συμφωνούν μαζί του: πολλά καριμπού παθαίνουν πρωτόγνωρες αρρώστιες, που συνδέονται με τις λειχήνες που τρώνε – ευαίσθητες στα κατάλοιπα των όξινων βροχών που έρχονται από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου.
Μερικές φορές είναι δύσκολο, στις κουβέντες των Κουίτσιν, να ξεχωρίσεις την παραδοσιακή γνώση από το σύγχρονο οικολογικό λόγο. Γιατί εδώ οι άνθρωποι είναι ενημερωμένοι (η τηλεόραση, το ίντερνετ), σαφώς περισσότερο από το μέσο αμερικανό, αφού το πράγμα τούς καίει. Οι δασοφύλακες παρηγορούν τους Ινδιάνους για την πυρκαγιά που δεν μπόρεσαν να περιορίσουν (η περιοχή είχε αποκλειστεί για βδομάδες, είχε τόση κάπνα που δεν έβλεπες την άλλη όχθη του ποταμού): μέσα από τις στάχτες θα φυτρώσουν πολλά νεαρά βλαστάρια που αρέσουν τόσο στις άλκες, τα ζώα θα γίνουν περισσότερα, το δάσος θα είναι μια μέρα καλύτερο από πριν. Είναι πάλι ο λόγος των βιολόγων, οι οποίοι σκέφτονται μακροπρόθεσμα την καλή υγεία των εθνικών πάρκων. Όμως για όσους βρίσκονται εκεί την επόμενη μέρα της καταστροφής, εκείνο που είναι ορατό και χειροπιαστό είναι ένα τοπίο καρβουνιασμένο και αφιλόξενο, όπου δεν υπάρχει τίποτα το ζωντανό. «Λένε ότι θα είναι καλύτερα για τις μελλοντικές γενιές… Αυτοί οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν», λέει ο γέρο-Σνουκ, «Τα δέντρα δεν θα μεγαλώσουν σε μια γενιά. Όχι στη ζωή μου. Ίσως σε τρεις γενιές, αλλά εμείς θα έχουμε φύγει καιρό πριν. Και οι άλκες, πώς μπορεί ν’ αγαπήσουν το σπίτι τους άμα είναι εντελώς καμένο;». Και ποιος θα δείξει στις νεότερες γενιές πώς να συμπεριφέρονται στο δάσος;
Έχω γράψει ένα κείμενο, ανέκδοτο, που σχετικοποιεί, κατά κάποιο τρόπο, τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής – εξετάζει το ζήτημα στη μακρά διάρκεια, όπου οι κλιματικές αλλαγές είναι πιθανότατα ευεργετικές, ίσως κι απαραίτητες, για μια μεγαλύτερη ποικιλομορφία της ζωής. Κάτι που ενδέχεται να είναι σωστό μακροπρόθεσμα, όμως δεν θα παρηγορήσει το αγόρι που είδε τον πατέρα του να χάνεται μέσα σε μια στιγμή, ανάμεσα στους πάγους που έσπασαν απρόσμενα («ένα βράδυ, στα τέλη του χειμώνα του 2009, χύμηξε ξαφνικά, με μάτια που έλαμπαν, στην καλύβα του Ντάτσο, όπου καθόμασταν και συζητούσαμε») – όμως είχε πάει να ψαρέψει εκεί που ο πάγος ήταν πάντα χοντρός και στέρεος αυτή την εποχή… Κι όλος αυτός ο πόνος που συμμερίστηκε, για δυο χρόνια, η ερευνήτρια («ο αλκοολισμός, τα ναρκωτικά, η βία –οικογενειακή, συζυγική– η αύξηση των καρκίνων, οι θάνατοι και οι αυτοκτονίες»);

800px-Fort_Yukon_village_lies_within_the_boundaries_of_the_Yukon_flats

Οι αναστατώσεις αυτές δεν αφορούν μόνο τα ζώα και τους ιθαγενείς, που θεωρούνται «αυτόχθονες κάτοικοι» της τάιγκας. Όλες οι ομάδες κι οι συλλογικότητες της Αλάσκας, σε όποια εθνότητα κι αν ανήκουν, νιώθουν αμηχανία απέναντι στις κλιματικές αλλαγές: οι παραδοσιακοί τους τρόποι δράσης δεν λειτουργούν πια, ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι πια το ίδιο αποτελεσματικοί. Οι αμερικάνοι διαχειριστές των μεγάλων εθνικών πάρκων δεν μπορούν να εμποδίσουν τις πυρκαγιές ν’ απλώνονται στο δάσος, δεν καταφέρνουν να κρατήσουν τα καριμπού στις προστατευτικές περιοχές των πάρκων, δεν βρίσκουν τι να κάνουν για τους σολομούς που γίνονται όλο και πιο σπάνιοι στα μεγάλα αρκτικά ποτάμια, οι ιθαγενείς κυνηγοί χάνονται ακολουθώντας τα ίχνη των θηραμάτων τους που ακολουθούν άγνωστες μέχρι τώρα μεταναστευτικές διαδρομές, οι σαμάνοι χάνουν τον έλεγχο που υποτίθεται ότι είχαν πάνω στα ζώα και η ονειρική τους εξουσία μοιάζει να εξαντλήθηκε, τα νέα ζώα που φτάνουν στην τάιγκα (πολικές αρκούδες κατεβαίνουν απ’ το βορρά, τα άγνωστα έως χτες πούμα ανεβαίνουν από το νότο) βάζουν σε δοκιμασία τον κοινό νου αφού η υποαρκτική πανίδα αλλάζει πολύ γρήγορα.
   Για να καταλάβουμε πρέπει να περπατήσουμε ανάμεσα σε όλους αυτούς που διασχίζουν την τάιγκα, από τους ανιχνευτές ενεργειακών πόρων ως τους οικολόγους, χωρίς να ξεχνάμε τους ιεραπόστολους, τις ξεστρατισμένες πολικές αρκούδες, τους αποπροσανατολισμένους σολομούς, και τους Κουίτσιν, είτε πολιτικοποιημένους κι ένθερμους υπερασπιστές της φύσης και της ιθαγενικής υπόθεσης είτε περιθωριακούς κυνηγούς που ακολουθούν επίμονα τα θηράματά τους ακόμα κι όταν καταφεύγουν στα βάθη του δάσους. Μόνο επιχειρώντας αυτό το ταξίδι θα μπορέσουμε να σκιαγραφήσουμε τη μορφή του κόσμου που αναδύεται στην υποαρκτική Αλάσκα, στο μεσοδιάστημα όλων αυτών των ομάδων και στην ταραγμένη ζώνη της συνάντησής τους μ’ ένα οικοσύστημα που αλλάζει ριζικά.

0008-Gwich'in 2

Πρόκειται για ένα μετρημένο βιβλίο, χωρίς εξιδανικευμένες εικόνες σοφών κι «ευγενών αγρίων» και χωρίς καρτ-ποστάλ με ιθαγενιστικό φολκλόρ.[5] Η Martin δείχνει συμπόνια κι έγνοια για τους ανθρώπους της, ενώ δεν διστάζει να δηλώνει τη δική της αβεβαιότητα μπροστά σε απρόσμενα προβλήματα που δοκιμάζουν τις παγιωμένες αντιλήψεις της – αβεβαιότητα που καθρεφτίζει ίσως την ανησυχία και την αβεβαιότητα εκείνων. Πέρα όμως από συναισθηματισμούς, ενδιαφέρεται κυρίως να καταλάβει. Και ν’ ανακαλύψει, στο βάθος των πραγμάτων, λίγη αισιοδοξία – για κείνους και για την ίδια.

Σήμερα περισσότερο από ποτέ, αρμόζει να φέρουμε και πάλι στο νου μας το μοσχοκάστορα και τον ανθρώπινο σύντροφό του που αρμενίζουν πάνω στη σκοτεινή επιφάνεια του αρχέγονου χρόνου. Ταξιδεύουν μέσα στην αβεβαιότητα, είναι υποταγμένοι στις κακοκαιρίες του ωκεανού, δεν ξέρουν πού πηγαίνουν κι από πού έρχονται. Και όμως, από την απίθανη συνάντησή τους, από τις ανυποψίαστες δυνάμεις τους κι από την επιθυμία τους να κατέβουν στο υποβρύχιο άγνωστο για να βρουν κάτι άλλο που δεν το γνωρίζουν ακόμα, αναδύθηκε μια στεριά. Και σ’ αυτή τη στεριά που φτιάχτηκε θα κατοικήσουν μαζί κι αυτή θα γίνει το υπόστρωμα της μεταμόρφωσής τους. Τα ψήγματα της τύρφης που ψαρεύτηκαν στα βάθη της ωκεάνιας νύχτας από ένα μικρό μοσχοκάστορα, ο οποίος έδειξε εμπιστοσύνη σ’ ένα μοναχικό άνθρωπο, είναι όλο κι όλο αυτό που μένει. Και όμως, από αυτό μπορεί να αρχίσουν όλα.

Έχουν να ξαναφτιάξουν έναν κόσμο, αυτό είν’ όλο.[6]

ftyukon1

ΥΓ.  Τα κείμενα σε πράσινο είναι ελαφρώς διασκευασμένα αποσπάσματα από την Εισαγωγή. Αλλά και το υπόλοιπο άρθρο, ασφαλώς, στηρίζεται κατά 90% σε όσα λέει η Nastassja.

σημειώσεις

[1] Με τη βοήθεια ενός φίλου, θυμήθηκα εδώ ένα παλιό βιβλίο: Βαγγέλης Πανταζής, Χάρτες και ιδεολογίες. Ο προσανατολισμός των χαρτών και η μοίρα των λαών, Κάλβος, 1989.

[2] http://www.editionsladecouverte.fr/catalogue/index.php?ean13=9782707189578

[3] Με κυριότερο έργο το Par-delà nature et culture, Gallimard, 2005.

[4] Ή μοσχοπόντικας ή οντάτρα (Ondatra zibethicus).

[5] Χωρίς «οικο-αυτοχθονισμό» και «οικο-αυθεντικότητα», όπως θα έλεγε ο Τζεφ Σίσονς. Για τις έννοιες αυτές βλ. Jeffrey Sissons, Πρώτοι Λαοί. Οι αυτόχθονοι πολιτισμοί και το μέλλον τους, μετάφραση Γ. Δ. Ιωαννίδης, επιμέλεια-πρόλογος Ν. Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2006 – για τον οικο-αυτοχθονισμό κυρίως σελ 14-15 (Πρόλογος) και σελ. 39-40 & 47-49, για την οικο-αυθεντικότητα σελ. 67-69.

[6] Η φύση είναι ανθρώπινη κατασκευή, λέει κάπου ο Φιλίπ Ντεσκολά.

tetartoskosmos@gmail.com

Advertisements