Μαράνοι, Μαρόν και μπλε μαρέν

κρυφή μνήμη, κρυμμένες ιστορίες και άλλες αποκρύψεις

Ξέρετε ασφαλώς τι είναι οι Μαράνοι (οι γυρισμένοι Εβραίοι της Ιβηρικής), ξέρετε ίσως ή θα μάθετε τι είναι οι Μαρόν (οι δραπέτες μαύροι σκλάβοι), κι αυτά με φόντο μπλε μαρέν της θάλασσας, deep blue sea που λέει κι ο Ρέντικερ, η οποία στην περίπτωσή μας είναι ένας κρυφός ωκεανός, ανακαλώντας όμως και το ναυτικό προλεταριάτο, τους marinai. Για όλ’ αυτά θα γίνει λόγος (όχι απαραίτητα με τη σειρά του τίτλου) και με νήμα ακριβώς την κρυφή μνήμη και τις κρυμμένες ιστορίες, πράγματα που υποχρεώθηκαν να μείνουν στο σκοτάδι, για ποικίλους λόγους – που τελικά δεν είναι πάρα πολλοί. Νήμα που εντάσσεται ασφαλώς στην ιστορία «από τα κάτω», αλλά ακόμα και σ’ αυτό το πλαίσιο θα ήταν καλύτερα ν’ αναζητήσουμε νέους, διαφορετικούς δρόμους… Για να πω την αλήθεια, τείνουν προς μια κάποιου είδους Σούμα (εννοώ Summa), πολύ προσωπική ή εκκεντρική ίσως, που όμως θα μπορούσε να ενδιαφέρει και μερικούς άλλους. Για το λόγο αυτό θα άξιζε τον κόπο να γραφτούν καλύτερα, σαφέστερα ή πιο αναλυτικά, ή πιο τεκμηριωμένα – ίσως κάποια στιγμή, αν το επιτρέψουν οι συγκυρίες, να τα καταφέρω αλλ’ αυτό μπορώ και θέλω τώρα…

 Arctic-Ocean-waves-300x225

Η γνωστότερη εξέγερση των σκλάβων στη νεότερη ιστορία, αυτή που γέννησε τελικά τη Δημοκρατία της Αϊτής, θα μπορούσε να ενταχθεί στην αυλακιά που άφησε πίσω της η Γαλλική Επανάσταση. Ωστόσο, ακόμα κι αν αποδεχτούμε πλήρως την ερμηνεία αυτή, προκαλεί εντύπωση η ταχύτητα με την οποία οι επαναστατικές ιδέες (διαφωτιστικές ή ό,τι άλλο) όχι μόνο πέρασαν τον Ατλαντικό αλλά εξαπλώθηκαν σε μια μάζα αγράμματων ανθρώπων που η συμβατική ιστοριογραφία, για να πούμε το λιγότερο, δεν τους αποδίδει ιδιαίτερη έφεση προς τη φιλοσοφία. Τη δυσκολία αυτή, ακολουθώντας μια δυτική κι ιδεαλιστική («πλατωνική») παράδοση, την ξεπερνούν αποδίδοντας στις ιδέες θαυματουργές δυνάμεις και περίπου αυτενέργεια. Ίσως όμως θα έπρεπε να αναζητήσουμε αλλού, άλλου τύπου ερμηνείες, μετατοπίζοντας τους άξονες και μάλιστα σε διάφορα επίπεδα. Για την ακρίβεια, θα υποστηρίξω εδώ, σε αδρές γραμμές, μια τέτοια προοπτική.

Ας ξεκινήσουμε από το, ας πούμε, πραγματολογικό επίπεδο. Φαίνεται ότι ο 18ος αιώνας, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1730, σημαδεύτηκε από μια σειρά αναταραχών, οι οποίες επικεντρώνονται στον Ατλαντικό. Όταν λέμε Ατλαντικός, εδώ, εννοούμε ένα τετράπλευρο χώρο με κορυφές τις αποικίες της Βόρειας Αμερικής, τα νησιά της Καραϊβικής μαζί με το βορεινό μέτωπο της Νότιας Αμερικής, τη Δυτική Αφρική και τις παράκτιες χώρες της δυτικής / βορειοδυτικής Ευρώπης – βασικά, ασφαλώς, τη Μεγάλη Βρετανία. Οι αναταραχές αυτές φυσικά δεν ήταν άγνωστες, και μέσα στις τελευταίες δεκαετίες έγιναν αντικείμενο επισταμένης έρευνας, λεπτομερειακών μονογραφιών κλπ, ωστόσο έχουν παραμείνει στη σκιά – με την έννοια ότι δεν θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά γεγονότα αλλά μάλλον περιθωριακά ή ανεκδοτολογικά, και κυρίως δεν συνδέονται μ’ ένα γενικότερο πλαίσιο.[1] Από τη μία, έχουμε λοιπόν έναν «επαναστατικό Ατλαντικό», που είναι επίσης «κρυφός Ατλαντικός», με την έννοια μιας μνήμης βυθισμένης ας πούμε κάτω απ’ τα νερά ή θαμμένης κάτω από λογοτεχνικά και κινηματογραφικά στερεότυπα (αλλά στην υποβρύχια ή υπόγεια μνήμη θα επανέλθουμε στο τέλος). Δεύτερο, αυτός ο επαναστατικός Ατλαντικός συμβαίνει στο πλαίσιο μιας σημαντικής στιγμής για τη ανάδυση του σύγχρονου κόσμου, συμμετέχοντας αλλά και ταυτόχρονα αντιστεκόμενος σ’ ένα «ναυτιλιακό καπιταλισμό» που προηγήθηκε της βιομηχανικής επανάστασης. Τέλος, υπάρχει η ισχυρή πιθανότητα αυτές οι αναταραχές να τροφοδότησαν (μαζί με διάφορες άλλες πηγές, ασφαλώς) τις μεγάλες επαναστατικές στιγμές που ακολούθησαν, ολοφάνερες αυτές και διόλου κρυμμένες (παρότι κατά καιρούς συκοφαντημένες ή διαστρεβλωμένες), από την Αμερικάνικη ως τη Γαλλική Επανάσταση, καθώς και την Αϊτινή και τον ξεσηκωμό της Λατινικής Αμερικής. Θα τα δούμε ένα-ένα.

Καταρχήν, ο ναυτικός ή ναυτιλιακός ή θαλασσινός καπιταλισμός, έτσι όπως διαμορφώνεται στην πορεία του 17ου αιώνα κυρίως, σαν μια πιο συστηματική προσπάθεια εκμετάλλευσης του Νέου Κόσμου, σε σύγκριση με τη (σχετικά) απλή λεηλασία που προηγήθηκε. Λειτούργησε βασικά, στην κυριότερη στιγμή του, μέσα από το «τριγωνικό εμπόριο», που ένωνε Ευρώπη, Αφρική και Αμερική. Αυτή η στενή διασύνδεση περιοχών σχετικά αυτόνομων έως τότε σ’ ένα σύστημα που κάλυπτε το δυτικό ημισφαίριο στάθηκε η κινητήρια δύναμη για πρωτοφανέρωτες αλλαγές στην ιστορία του κόσμου. Η κυκλοφορία απαιτούσε τεράστιες δυνάμεις και περιλάμβανε, πέρα από την εκτόπιση πραγμοποιημένων ανθρώπων, τη μεταφορά μετάλλων και άλλων αγροτικών και κατεργασμένων προϊόντων, την ανάπτυξη των ασφαλειών, της λογιστικής και του χρηματιστηριακού τομέα, αλλά και τη διασπορά πρωτόγνωρης τεχνογνωσίας και νέων πολιτισμικών πρακτικών. Αποφασιστική σημασία, εδώ, έχουν τα «νέα εμπορεύματα» (ζάχαρη, καφές, ταμπάκο, κλπ):[2] από τη μία, πρόκειται για «άχρηστα» εμπορεύματα, με την έννοια ότι δεν είναι επιβιωτικά αγαθά κι ότι σε κανένα δεν είχαν λείψει προτού να τα γνωρίσει, όμως σε πολλούς έγιναν απαραίτητα από τη στιγμή που τα γνώρισαν. Εδώ έχουμε πραγματικά την αρχή του ώριμου εμπορεύματος (που στηρίζεται στη δημιουργία νέων αναγκών, ολοένα και περισσότερων, και όσο πιο «ψεύτικη» –δηλ. κατασκευασμένη– είναι η νέα ανάγκη, τόσο το καλύτερο – και ασφαλώς στον εθισμό). Δεν θέλω όμως να επιμείνω υπερβολικά στην «αφύσικη» ή απατηλή διάστασή τους. Αφορούν επίσης, πραγματικά, «την επιθυμία για αισθητηριακό ερεθισμό και ισχυρές βιωματικές εντυπώσεις».[3] Επίσης, ας προσέξουμε ότι δεν πρόκειται για μια εντελώς «νέα» ιδέα. Την ίδια έμπνευση ή αναζήτηση πρέπει να διακρίνουμε στο κυνήγι των μπαχαρικών[4] ή των αρωμάτων, κατά την περίοδο που προηγήθηκε ή κι ακόμα παλιότερα, κι ίσως το σπέρμα της ιδέας αυτής να υπήρχε πάντα πίσω από το εμπόριο των μεγάλων αποστάσεων. Γιατί, επιπλέον, είναι χρήσιμο αυτό το νέο εμπόρευμα να είναι «εξωτικό», δηλ. να έρχεται από μακριά («μια γεύση φερμένη από αλλού») κι αυτό το «μακριά» να είναι ουσιαστικό κι αδιαχώριστο στοιχείο του (όπως συμβαίνει ακριβώς μ’ εκείνα τα τροπικά προϊόντα, που χρειάζονται διαφορετικό κλίμα για να καλλιεργηθούν). Πέρα από τη δυσκολία (το «κόστος») της μεταφοράς, που επιτρέπει μεγαλύτερη φαντασία στις τιμές, καλό είναι και η ίδια η καλλιέργεια / παραγωγή να είναι δύσκολη, όπως ακριβώς είναι ο απίστευτος μόχθος που απαιτούν οι φυτείες (ιδιαίτερα το ζαχαροκάλαμο). Κανένας άνθρωπος με στοιχειωδώς ελεύθερες επιλογές δεν θα δεχόταν, καταρχήν, να ιδροκοπήσει στις φυτείες, κι από αυτή τη συνθήκη ξεπηδάει η ιδέα του νεοτερικού σκλάβου, που είναι διαφορετικός από τον αρχαίο δούλο, μεταξύ άλλων επειδή αυτός, ο μοντέρνος σκλάβος, γίνεται η ιδανική προεικόνιση του σύγχρονου μισθωτού.[5]

Παρένθεση: Το ότι είναι και μαύρος αποτελούσε ίσως αρχικά απλή σύμπτωση – αν σκεφτούμε το παρδαλό πλήθος των πρώτων σκλάβων, όπου πλάι σε αφρικανούς, ινδιάνους και άλλους, υπήρχαν και πολλοί λευκοί, Ευρωπαίοι, ποικίλων κατηγοριών, από «σκλάβους με συμβόλαιο» και κατάδικους μέχρι αιχμαλωτισμένους εχθρούς. Ίσως όμως να μην είναι τυχαίο που σχετικά γρήγορα οι έννοιες σκλάβος και μαύρος ταυτίστηκαν. Το μαύρο χρώμα της επιδερμίδας προσφέρει τον πιο απλό και απτό, επιφανειακό ή στην κυριολεξία «επιδερμικό», τρόπο για να φυσικοποιηθεί η διαφορά του αφέντη από το δούλο.[6] Από την άλλη, υπήρχε η παράλληλη, αλλά όχι ανεξάρτητη ή άσχετη, διαδικασία της κατασκευής των φυλών. Το αποτέλεσμα είναι ότι, στην ύστερη εποχή, οι δουλοκτήτες ένιωθαν υποχρεωμένοι, ίσως με πόνο ψυχής και σίγουρα με οικονομική ζημιά, να απελευθερώνουν το σκλαβάκι που τύχαινε να γεννηθεί με υπερβολικά ανοιχτόχρωμα δέρμα. Τυχαίο και τυχερό αποτέλεσμα του παιγνιδιού των μίξεων, το όχι-αρκετά-μαύρο παιδί δεν μπορούσε να αφεθεί στον κόσμο των σκλάβων: ένα σχετικά άσπρο κορμί που θα ιδροκοπούσε στα χωράφια ή στα καλάμια ανάμεσα σε μια πληθώρα μαύρης σάρκας αμφισβητούσε οπτικά τη φυσικοποίηση της εργασιακής κατανομής, δηλ. απειλούσε να βάλει ιδέες, και στον ίδιο το δουλοχτήτη, και στους απέξω παρατηρητές, αλλά κυρίως στους υπόλοιπους, μαύρους σκλάβους. Η οικονομική ζημιά ήταν μικρό τίμημα μπροστά σ’ ένα τέτοιο κίνδυνο. Κλείνει η παρένθεση.

Ωστόσο ο δούλος, δηλ. η ανάγκη για δούλους, φέρνει ήδη το επαναστατικό στοιχείο σε τούτο τον ατλαντικό χώρο. Γιατί, παρά τους ευσεβείς πόθους μιας μεταγενέστερης εποχής (όψιμος 19ος αιώνας), δεν υπήρξε ποτέ κάποια ράτσα ανθρώπων με προδιάθεση για τη δουλεία – κι αυτό οι πραγματικοί δουλοχτήτες (σε αντίθεση με τους επακόλουθους ρατσιστές θαυμαστές τους) το γνώριζαν πολύ καλά. Δούλος σημαίνει εν δυνάμει εξέγερση. Έπειτα, ο ναυτιλιακός καπιταλισμός έχει ανάγκη από τους δικούς του προλετάριους, ναυτικούς κυρίως, αλλά κι ένα ακόμα πλήθος ανθρώπους που εξασφαλίζουν, αν μη τι άλλο, την κίνηση των εμπορευμάτων. Όμως, όλοι αυτοί οι άνθρωποι κινούνται σ’ ένα πολύ διαφορετικό χώρο από π.χ. το μεταγενέστερο εργοστάσιο, τη συμβολή του οποίου στην επιβολή της πειθαρχίας και του ήθους της έχουν επισημάνει και εξυμνήσει τόσοι πολλοί. Η θάλασσα, ο Ατλαντικός, τα λιμάνια και τα νησιά είναι ένας απέραντος ανοιχτός χώρος, όπου (παρά τις σκληρές προσπάθειες για την εμπέδωση μιας καραβίσιας πειθαρχίας) ο έλεγχος παραμένει πάντα δύσκολος. Ναυτικός σημαίνει εν δυνάμει ανταρσία. Τρίτο, το ίδιο το σύστημα του ναυτιλιακού καπιταλισμού απαιτούσε ή ευνοούσε τη δημιουργία «αποικιών εγκατάστασης». Αυτό σήμαινε, με τη σειρά του, ότι έπρεπε να εκτοπιστούν εδώ μια σειρά απόβλητων και ανεπιθύμητων του Παλιού Κόσμου. Επιπλέον, ήταν καταφύγιο για μια άλλη σειρά κυνηγημένων, με γνωστότερη περίπτωση όσους βρίσκονταν στο στόχαστρο θρησκευτικών διακρίσεων ή διώξεων, αλλά και για όποιον άλλον ήθελε να ξεφύγει. Τέλος, τα μητροπολιτικά κράτη δυσκολεύονταν εκ των πραγμάτων να εφαρμόσουν αποτελεσματικά εδώ τους καταναγκαστικούς μηχανισμούς τους, που άλλωστε ήταν υπό κατασκευή ακόμα και στη μητρόπολη, με αποτέλεσμα να πρέπει να ανεχτούν (σχετικά εκτεταμένους) χώρους ασυδοσίας. Ας μην ξεχνάμε επίσης την «από τα κάτω υδραρχία», τις εξισωτικές (και έντονα διεθνιστικές) αδελφότητες των μπουκανιέρων – χωρίς ασφαλώς εξιδανικεύσεις και χωρίς να παραβλέπουμε την εκ των πραγμάτων διφορούμενη θέση τους απέναντι στα παιγνίδια των μεγάλων δυνάμεων.[7]

 sailors-300x219

Ως προς την υποκειμενική διάθεση, από την άλλη, και ειδικά για τους ανθρώπους που προέρχονταν από τα βρετανικά νησιά, πρέπει να υπολογίσουμε τις αντιαυταρχικές παραδόσεις αυτοκυβέρνησης, κληρονομιά της Αγγλικής Επανάστασης μέσα από τις ποικίλες ριζοσπαστικές ομάδες που είχαν ακμάσει και νικηθεί τότε, χωρίς ωστόσο να εξαφανιστούν αλλά συνεχίζοντας μια υπόγεια διαδρομή, ενώ οι Ιρλανδοί κουβαλούσαν τη δική τους συνωμοτική παράδοση και μια προθυμία για παράνομες πράξεις. Λίγο μετά το 1760, μάλιστα, η καταστολή του κινήματος των Whiteboys στην Ιρλανδία έφερε ένα πλήθος πρώην ξεσηκωμένους αγρότες στο Λονδίνο (που ζητούσε τότε εργατικά χέρια), οι οποίοι έπαιξαν τεκμηριωμένα ρόλο στις εκεί αναταραχές στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, μεταξύ άλλων στην πρώτη ίσως πραγματική απεργία – στο Λονδίνο, όπου, σημειωτέον, συναντήθηκαν με αφροαμερικάνικες παραδόσεις που έρχονταν από την άλλη μεριά του ωκεανού (βλ. παρακάτω). Όποιο ρόλο και να έπαιξαν τέτοιες προδιαθέσεις στο επαναστατικό κλίμα του Ατλαντικού, πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι, για το προλεταριάτο του 18ου αιώνα, σε διαρκή κίνηση προς τα δυτικά και συχνά με παλινδρομική επιστροφή προς την αντίθετη, ανατολική κατεύθυνση, οι διαρκείς «αλλαγές σε γεωγραφία, γλώσσα, κλίμα, και οικογενειακές και παραγωγικές σχέσεις ήταν τόσο γοργές και ξαφνικές ώστε η συνείδησή του χρειάστηκε μιαν ευστροφία και μια σπιρτάδα, δύσκολα κατανοητή για εκείνους που βίωσαν πιο σταθερές εμπειρίες»[8] και διαμόρφωσαν μια παγιωμένη συνείδηση.

Ήδη το 1740-1741 και στη Νέα Υόρκη, στη λεγόμενη «Συνωμοσία της Ημέρας του Αγίου Πατρίκιου», συναντάμε ένα «παρδαλό πλήθος […] Ιρλανδοί, Άγγλοι, Ισπανοί, Αφρικανοί και Ινδιάνοι, άντρες και γυναίκες, που μιλούσαν γαελικά, αγγλικά, ισπανικά, γαλλικά, ολλανδικά, λατινικά, ελληνικά και διάφορες αφρικάνικες και ινδιάνικες γλώσσες […] σκλάβοι και μισθωτοί, κυρίως στρατιώτες, ναυτικοί και μεροκαματιάρηδες», οι οποίοι «παίρνουν όρκο ότι θα κάψουν την πόλη και θα σκοτώσουν όσο περισσότερους λευκούς μπορούν». Με δεδομένο ότι αρκετοί από τους συνωμότες έχουν ευρωπαϊκή προέλευση, είναι σαφές ότι όταν δηλώνουν ότι θα σκοτώσουν «λευκούς» εννοούν πλούσιους. Τα αποτελέσματα δεν ήταν ευχάριστα, για την ακρίβεια μετά την αποκάλυψη της συνωμοσίας 13 κάηκαν ζωντανοί, 21 κρεμάστηκαν και 77 εκτοπίστηκαν από την αποικία επιστρέφοντας στη δουλεία ή καταδικασμένοι σε καταναγκαστική εργασία, ωστόσο χάρι στα δικαστικά κιτάπια γνωρίζουμε με κάποια ακρίβεια την παρδαλή σύνθεση αυτού του πλήθους. Αλλά σημασία έχει ότι εδώ «δεν έχουμε μια εξέγερση σκλάβων ή μια “μεγάλη Νέγρικη Συνωμοσία” […] ούτε μια ανταρσία στρατιωτών ή ναυτικών, ούτε μια απεργία εργατών, αλλά έναν πολύπλευρο ξεσηκωμό ενός ποικιλόμορφου αστικού προλεταριάτου – κόκκινου, λευκού και μαύρου, από πολλά έθνη, φυλές κι εθνότητες, και με ποικίλους βαθμούς ελευθερίας». Μπορούμε λοιπόν να αναρωτηθούμε «αν ο ρατσισμός ήταν τόσο μονολιθικός στην λευκή κοινωνία όσο υποτίθεται συνήθως» ή όσο έγινε σε μια σαφώς μεταγενέστερη περίοδο.[9] Ας προσθέσουμε ότι, επανειλημμένα σε διάφορες αστικές αναταραχές, οι τρομαγμένοι παρατηρητές της ελίτ σημειώνουν ότι σ’ αυτό το παρδαλό και κάθε χρώματος πλήθος «τουλάχιστον οι μισοί είναι γυναίκες και παιδιά». Στα γεγονότα του 1780 στο Λονδίνο (που περιλάμβαναν απελευθέρωση των κρατουμένων από τις φυλακές του Νιουγκέιτ μετά από έφοδο του πλήθους), εντοπίστηκε για τον ηγετικό της ρόλο «μια νέγρα, κάποια Σαρλότ Γκάρντινερ», με βροντερή φωνή, για να κρεμαστεί λίγες βδομάδες αργότερα – ανάμεσα στα υπόλοιπα θύματα της καταστολής υπήρχαν τουλάχιστον δυο ακόμα Αφροαμερικανοί. Μαρτυρία για το μέγεθος της λονδρέζικης μαύρης παροικίας στην εποχή αυτή, κάπου ανάμεσα σε δέκα με είκοσι χιλιάδες ψυχές, σκλάβοι κι ελευθερωμένοι, καθώς οι δουλοχτήτες «φέρνουν μαζί τους μαύρους στην Αγγλία σα φτηνούς κι άμισθους υπηρέτες» (σύμφωνα μ’ ένα δικαστικό που ανησυχούσε, ορθά, για τ’ αποτελέσματα του φαινομένου), αλλά εκείνοι άρχιζαν σύντομα «να παλεύουν για την ελευθερία ενός προλετάριου: κινητικότητα και λεφτά».[10]

Μπορούμε επίσης, στηριγμένοι πάντα στο ίδιο πλαίσιο αυτής της ατλαντικής στιγμής, να αμφισβητήσουμε το σχήμα που θέλει τις ιδέες να κατεβαίνουν, πάντα, από πάνω προς τα κάτω, να πηγάζουν από συγκροτημένες ιδεολογίες / θεωρίες των philosophes και να έρχονται να ποτίσουν τις αμόρφωτες πλην διψασμένες μάζες. Είναι ίσως ενδεικτική η περίπτωση του Σάμιουελ Άνταμς, που έμελλε να γίνει ένας από τους πρωτεργάτες της Αμερικάνικης Επανάστασης και Θεμελιωτής Πατέρας, απέναντι στις ταραχές της Βοστόνης, το 1747. Εντυπωσιασμένος από τον τρόπο και την αποφασιστικότητα με την οποία η ναυτική εργατική τάξη υπερασπίστηκε τον εαυτό της απέναντι στην υποχρεωτική ναυτολόγηση στα βασιλικά πολεμικά πλοία, βάλθηκε να μεταφράσει αυτό το «πνεύμα της εξέγερσης» σε πολιτικό λόγο.[11]

Ο «επαναστατικός Ατλαντικός» έχει λοιπόν να πει πολλά ενάντια «σε κείνους που πιστεύουν ότι η εργατική τάξη δεν υπήρξε πριν το 18ο αιώνα (πριν την εμφάνιση του εργοστασιακού συστήματος)» αλλά και πολλά να αντιτάξει απέναντι σε μεταγενέστερες «έννοιες περί έθνους, φυλής και εθνότητας που έχουν συσκοτίσει […] ένα λαϊκό κόσμο ζωτικής συνεργασίας και πραγμάτωσης».[12] Ή, με άλλα λόγια, «η νεότερη εικόνα του προλεταριάτου ως ευρωπαϊκής, βιομηχανικής εργατικής τάξης είχε επισκιάσει τις πρώτες εμπειρίες αλληλεγγύης, αυτοοργάνωσης και αυτοχειραφέτησης που είχε επιδείξει στον Ατλαντικό η “πολυκέφαλη ύδρα”, που την αποτελούσαν ναυτικοί, πειρατές και ξεριζωμένοι σκλάβοι. Ζώντας σε μια εποχή μηχανών και εργοστασίων, ο Μαρξ δεν θεωρούσε τις εμπειρίες αυτές σημαντικές για το μέλλον».[13]

 cudjoe2

Οι «αγώνες των μαύρων για ελευθερία εντάθηκαν σημαντικά τις παραμονές της λευκής ανεξαρτησίας»,[14] αδράχνοντας τις νέες ευκαιρίες που πρόσφεραν οι διενέξεις ανάμεσα στην αυτοκρατορική και την εποικιακή άρχουσα τάξη. Επιπλέον, η αναταραχή αυτή επηρέασε και τα κατώτερα στρώματα των λευκών – βοήθησε σ’ αυτό η στρατηγική θέση των σκλάβων της πόλης, που δούλευαν συχνά στις αποβάθρες ή στα πλοία (μόνιμα ή δανεισμένοι σε άλλα αφεντικά), ή σαν πιλότοι στα ποτάμια, με πολύ περισσότερες ευκαιρίες για ευκολότερες επαφές, σε σχέση με την απομόνωση της φυτείας. Αυτό με τη σειρά του έδωσε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση (κι έναν έτοιμο στρατό) στα πιο ανήσυχα και ριζοσπαστικά κομμάτια της ελίτ, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για την Επανάσταση του 1776.

Επιστρέφουμε λοιπόν στη διαρκή απειλή εξέγερσης των δούλων, που ξεκινούσε ήδη από το νεγράδικο, το δουλεμπορικό καράβι – το πλήρωμα του οποίου έπρεπε πάντα να φοβάται μια δυσάρεστη τροπή του ταξιδιού. Στις φυτείες (και αλλού), παρόλα τα σκληρά και απάνθρωπα μέτρα επιτήρησης και παρόλο το ανθρωποκυνηγητό με τα σκυλιά κλπ, ξέφευγαν πάντα δραπέτες και φυγάδες – μια σταθερή διαρροή, θα έλεγα, που ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή και κράτησε ως την Κατάργηση. Γνωρίζουμε ότι το φαινόμενο ήταν μαζικό όχι μόνο επειδή υπάρχουν άφθονα σχετικά τεκμήρια αλλά και εκ των αποτελεσμάτων. Ακόμα και στις μικρές Αντίλλες οι φυγάδες αυτοί (που ονομάστηκαν Μαρόν –στα γαλλικά– ή Μαρούν –στα αγγλικά– ή με διάφορες τοπικές ονομασίες) ήταν αρκετοί ώστε να σχηματίζουν «συμμορίες», πολυάριθμες κάποτε, ή και μικρές κοινότητες, που ζούσαν απομονωμένες, με περιστασιακές επιδρομές στις φυτείες – για βιοπορισμό, για εκδίκηση ή για απελευθέρωση σκλάβων. Παρόλες τις αλλεπάλληλες «εκκαθαρίσεις», περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένες, ο πονοκέφαλος των Μαρόν (από τη σκοπιά των αποικιακών αρχών) δεν θεραπεύτηκε ποτέ, ως το τέλος. Στα μεγαλύτερα νησιά (με κορυφαία περίπτωση την Τζαμάικα) όπως και στην ήπειρο (κυρίως στις Γουιάνες, αλλά και στη Βραζιλία και αλλού), και με την προστασία που πρόσφερε π.χ. η ζούγκλα και άλλα απρόσιτα εδάφη, δημιουργήθηκαν πραγματικά «βασίλεια» και «φυλές», με ή χωρίς ανάμειξη με τοπικούς ινδιάνικους πληθυσμούς (αν είχαν διασωθεί) και με οικισμούς αρκετά μόνιμους και αρκετά πολυάνθρωπους ώστε να ονομάζονται «πόλεις». Κάποτε, αυτές οι πολιτείες των ξεσηκωμένων φυγάδων ήρθαν σε σωστό πόλεμο με τους αποικιακούς στρατούς και, τις περισσότερες φορές, υποχρέωσαν τις αρχές να έρθουν σε συμβιβασμό μαζί τους, να αναγνωρίσουν την ύπαρξή τους με κάποια συνθήκη. Τυπικά, μια τέτοια συνθήκη αναγνώριζε την ανενόχλητη κυριαρχία αυτών των από-μόνων-τους-απελεύθερων σε κάποια εδάφη, με αντάλλαγμα να σταματήσουν τις επιδρομές και να μη δίνουν καταφύγιο ή και να παραδίδουν τους επόμενους φυγάδες δούλους. Συνθήκες που τηρήθηκαν εν μέρει και κατά περίπτωση, ασφαλώς. Σε ορισμένες περιοχές, οι απόγονοι των Μαρόν διατηρούν και σήμερα την ξεχωριστή τους ταυτότητα.

Το ζήτημα είναι, πάλι, ότι η επίσημη ιστοριογραφία έχει, ή τουλάχιστον είχε μέχρι πολύ πρόσφατα, την τάση να τους αφήνει στη σκιά, σαν περιθωριακό και κατ’ εξαίρεση συμβάν – σε συμφωνία με μια γενικότερη στρεβλή εικόνα, που θέλει τους σκλάβους να περίμεναν καρτερικά ποτέ θα αφυπνιστούν τα φιλάνθρωπα αισθήματα των αφεντικών τους. Η απελευθέρωση των σκλάβων, η κατάργηση της δουλείας μετριούνται συνήθως με την ανάπτυξη του αμπολισιονισμού και την αφύπνιση μιας σχετικής ευαισθησίας στο λευκό κοινό των μητροπόλεων, ή με αναφορές στο πότε ωρίμασαν οι οικονομικές συνθήκες, σύμφωνα με κάποια, μαρξίζουσα ή όχι, ερμηνεία – σπάνια συσχετίζεται με την επί τόπου αντίσταση, μαχητική ή παθητική, των άμεσα ενδιαφερόμενων.[15] Και ως προς τη θεώρηση της ευρύτερης ιστορίας, ή ως προς τη «φιλοσοφία της ιστορίας», κι εδώ επίσης η συνηθισμένη εικόνα λέει ότι όλοι περίμεναν να δοθεί το σύνθημα με κάποια πιστολιά που ακούστηκε ξαφνικά το 1789, ή ίσως το 1776, για ν’ αρχίσουν να τρέχουν – χωρίς να ξενίζει, στην περίπτωση αυτή, μια τελεολογική μάλλον αντιστροφή στη σειρά των γεγονότων. Στο πολυάνθρωπο νησί της Ισπανιόλας, τουλάχιστον, φαίνεται ότι μπορεί να τεκμηριωθεί μια συνεχής διαδοχή εξεγέρσεων και λοιπόν αναταραχών στην πορεία του 18ου αιώνα – η οποία πρέπει να έπαιξε ρόλο, όσο κι η Γαλλική Επανάσταση, στο ξέσπασμα της τελικής και πετυχημένης Αϊτινής Επανάστασης.

Ας σημειώσω, τέλος, ότι οι ονομασίες Μαρόν/Μαρούν προέρχονται από μια λέξη των αποικιακών ισπανικών, cimarrón, που φαίνεται ότι σήμαινε αρχικά, πολύ ενδεικτικά, το αναγριωμένο ζώο – το οικόσιτο ζώο που επέστρεψε στην «άγρια» κατάσταση.

 Massacre_de_lisboa-300x290

Ιβηρική προέλευση (με απώτερη αραβική καταγωγή, μάλλον), επίσης με ζωικούς συσχετισμούς (αναφορά στο γουρούνι, αρχικά σαν απαγορευμένη τροφή), έχει κι η λέξη marranos. «Μαράνοι», όπως είναι γνωστό, ονομάζονταν οι προσηλυτισμένοι στο χριστιανισμό Εβραίοι – σε γενικές γραμμές περιφρονητικά και πάντα με την υποψία ότι η μεταστροφή τους δεν ήταν αρκετά ειλικρινής ή ήταν σκέτη προσποίηση, ότι τέλος πάντως δεν είχαν μπορέσει να απαλλαγούν από κάποια εβραϊκή «ουσία». Γιατί, τον ίδιο καιρό που ανέτειλε ο λεγόμενος Αιώνας της Λογικής κι ενώ οι καραβέλες άνοιγαν το δρόμο για τον κόσμο του Ατλαντικού που είδαμε παραπάνω, κάποιοι ήθελαν ν’ αποφασίζουν τι πρέπει να πιστεύουν όσοι έχουν δικαίωμα να κατοικούν σε τούτο τον πλανήτη – ή τουλάχιστον σε κείνο το κομμάτι του πλανήτη που ανήκε σε διάφορους Καθολικότατους Βασιλείς. Η Ιερά Εξέταση δεν είχε ασφαλώς δικαιοδοσία στους σκέτο-Εβραίους, όμως οι conversos εμπίπτανε στην αρμοδιότητά της. Αφού ήταν επισήμως Χριστιανοί, τα τυχόν εβραϊκά τους κατάλοιπα μπορούσαν να θεωρηθούν «αίρεση» – αυτό ίσχυε ήδη από την εποχή του Βερνάρδου Γκι[16] αλλά μέσα στο κλίμα της ολοκλήρωσης της reconquista και μπροστά στις μαζικές μεταστροφές εβραίων και μουσουλμάνων, λίγο-πολύ εξαναγκαστικές ή τουλάχιστον υπό πίεση, ο θεσμός αποχτούσε άλλη δυναμική. Οι Μαράνοι δεν ήταν βέβαια μια ομοιογενής ομάδα – θα υπήρχαν ανάμεσά τους, υποθέτω, ζηλωτές και καιροσκόποι, άνθρωποι που απλώς διατηρούσαν κάποιες παλιές συνήθειες κι άλλοι που τηρούσαν ευλαβικά και μυστικά την παλιά θρησκεία, ασφαλώς και ενδιάμεσες καταστάσεις και άνθρωποι που θα κυμαίνονταν κατά καιρούς από τη μια κατάσταση στην άλλη, με διπλή ή θολή ταυτότητα. Τέλος θα υπήρχαν και πολλοί που, ελλείψει καλύτερης επιλογής αν μη τι άλλο, επιθυμούσαν ειλικρινά την αφομοίωσή τους στο χριστιανικό κόσμο, ή τουλάχιστον την ησυχία τους. Όμως ακόμα κι αυτοί που κατόρθωναν να ευθυγραμμιστούν και να κρατήσουν μακριά τους την Ιερά Εξέταση κινδύνευαν να πέσουν θύματα των χωρίς διάκριση πογκρόμ που ξεσπούσαν όχι σπάνια, όποτε υπήρχε ανάγκη από αποδιοπομπαίους τράγους ή όποτε προκαλούσαν εξάψεις τα κηρύγματα κάποιου βαρεμένου παπά.

Πολλοί Μαράνοι ζούσαν λοιπόν στο σύνορο ή στο μεταίχμιο, με πολλές έννοιες μάλιστα, κι αυτό μπορεί να τους έδινε, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη δυνατότητα για ένα άνοιγμα σε πλατύτερους ορίζοντες, σε σύγκριση με τους συγκαιρινούς τους, εβραίους ή χριστιανούς, που ζούσαν σε περίκλειστες ή σαφώς οριοθετημένες κοινότητες – αλλά αυτή η ευκαιρία για πνευματικές περιπέτειες είχε τους κινδύνους της, όπως δείχνει η τραγική ιστορία του Ουριέλ ντα Κόστα.

Γεννημένος σε μια οικογένεια conversos του Πόρτο και βαφτισμένος χριστιανός με το όνομα Γαβριήλ, ο ντα Κόστα μορφώθηκε στους Ιησουίτες και μελέτησε σε βάθος τη Βίβλο, καταλήγοντας στη μυστική απόφαση να επιστρέψει στη λατρεία των προγόνων του, όπως λένε. Αφού κατάφερε να ξεφύγει από την Πορτογαλία και να φτάσει στον ελεύθερο παράδεισο του Άμστερνταμ, απογοητεύτηκε τρομερά διαπιστώνοντας ότι η τυπολατρική θρησκεία των εκεί ραβίνων πολύ λίγη σχέση είχε με τον μάλλον φιλοσοφικό ιουδαϊσμό που είχε φανταστεί ο ίδιος. Η σκέψη του ριζοσπαστικοποιήθηκε ακόμα περισσότερο μέσα από τις έριδες μαζί τους, όμως βρέθηκε εντελώς απομονωμένος και κυνηγημένος απ’ όλες τις πλευρές κι υποχρεώθηκε σε αλλεπάλληλες κατά συνθήκη «μεταμέλειες», όμως ποτέ δεν κατόρθωνε να κρατάει για πολύ το στόμα του κλειστό. Αναγκασμένος να σκύψει για μια φορά ακόμα το κεφάλι στους ραβίνους, χρειάστηκε να υποστεί μια εξαιρετικά ταπεινωτική τελετή μετανοίας, πιθανότατα εμπνευσμένη (τι ειρωνεία) από τις συνήθειες της πορτογαλικής Ιεράς Εξέτασης, που περιλάμβανε το ποδοπάτημά του από το εκκλησίασμα της συναγωγής. Αηδιασμένος, κι αφού πρώτα έγραψε τη φιλοσοφική του διαθήκη, αυτοχτόνησε με πιστόλα. Θεωρείται πρόδρομος του Σπινόζα, ο οποίος ίσως να παρακολούθησε, παιδί, την έσχατη ταπείνωσή του.[17]

437px-Exemplar_Humanae_Vitae,_Uriel_Acosta

Ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ, σεφαρδίτης κι αυτός, που δήλωνε «μαράνος κομμουνιστής», ταυτιζόταν με τον Ουριέλ ντα Κόστα (όπως και με τον Σπινόζα). Ας υπενθυμίσουμε παρενθετικά μιαν αντιστοιχία, πολύ λιγότερο δραματική, ασφαλώς, προς τα προβλήματα εκείνων, ότι ο ίδιος ο Μπενσαΐντ, αφού πρώτα στάθηκε στόχος του γαλλικού αντισημιτισμού (τη δεκαετία του ’60, όταν «γερμανοεβραίοι» και λοιποί εβραίοι κατηγορούνταν σαν φορείς επικίνδυνου ριζοσπαστισμού) βρέθηκε να κατηγορείται για αντισημιτισμό, τριάντα χρόνια αργότερα (όταν ο αντισημιτισμός είχε ποινικοποιηθεί, μεταφορικά και κυριολεχτικά, στη Γαλλία), κι αυτό για τις θέσεις της LCR (της τροτσκιστικής οργάνωσης όπου συμμετείχε) απέναντι στην πολιτική του Ισραήλ. Ο Μπενσαΐντ, πάντως, έβλεπε να προεικονίζεται στους Μαράνους η «παράδοξη ταυτότητα» όσων επιλέγουν, στο δρόμο του Ισαάκ Ντόιτσερ, να είναι «μη-εβραίοι εβραίοι». Με τα δικά του λόγια: «Εκείνο που γοητεύει, στη μορφή του φαντασιακού Μαράνου, είναι η διπλή ταυτότητα χωρίς διπλοπροσωπία, ένας διχασμός δίχως διχοτόμηση […] Αυτή η διαλεκτική της άπιστης πίστης αντιτίθεται σε κάθε φαντασίωση καθαρότητας, σε κάθε κοινοτιστική περίφραξη, σε κάθε ακεραιότητα και σε κάθε “ακεραιοφροσύνη” [ιντεγκρισμό]. Ίσως ο πολιτικός μαρανισμός να οδηγεί έτσι σε μια διέξοδο, ανάμεσα στους ταυτοτικούς πανικούς και τη διαφορετικότητα χωρίς διαφορά του εμπορευματικού κοσμοπολιτισμού. Σε μια νέα σύλληψη του διεθνισμού».[18] Επιπλέον όμως, εδώ μας ενδιαφέρει περισσότερο το ότι οι Μαράνοι ήταν φορείς μια κρυφής μνήμης, μάλιστα κρυφής σε πολλά και διάφορα επίπεδα, συχνά κρυμμένης κι από τον ίδιο τους τον εαυτό και σίγουρα συσκοτισμένης στα μάτια των άλλων, για την οποία δεν αρκούσε μια απλή απόφαση για να λάμψει στον ήλιο.

Κι ακριβώς, για να ονοματίσει την κρυφή μνήμη, του εργατικού κινήματος κυρίως, ο Έντσο Τραβέρσο διάλεξε να μιλήσει για «μαράνικη μνήμη»: «υπάρχει μια μνήμη που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε ελευθεριακή ή μαράνικη, μια μνήμη ανεπίσημη και υπόγεια, που μεταβιβάζεται έξω από το νόμο και συχνά ενάντια στο νόμο». Δίνει δύο παραδείγματα, το ένα είναι η μνήμη των επαναστάσεων, που είναι «ανατρεπτική και κριτική όταν εδρεύει σε κινήματα αμφισβήτησης της καθιερωμένης τάξης πραγμάτων» – σε αντιπαράθεση με τους επίσημους εορτασμούς και τις παρελάσεις του Οχτώβρη επί σταλινισμού («η ιερουργία μιας πολιτικής θρησκείας, το τελετουργικό ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος»). Το άλλο είναι η μνήμη του Ολοκαυτώματος στις δεκαετίες του 1950 και 1960, δηλ. την εποχή της απώθησής του από το προσκήνιο – σε αντιπαράθεση με την αναγόρευση του Ολοκαυτώματος σε «πολιτειακή θρησκεία», από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και εξής. Εκείνη η μαράνικη μνήμη «των ναζιστικών στρατοπέδων στάθηκε αποφασιστικός παράγοντας, στη Γαλλία και αλλού, για την κινητοποίηση […] ενάντια στον πόλεμο της Αλγερίας. Η ιστορική γνώση της ιουδαιοκτονίας ήταν ακόμα πολύ αποσπασματική, όμως η σπουδαιότητα του γεγονότος και οι ηθικοπολιτικές υποχρεώσεις που απέρρεαν από κει δεν άφηναν αμφιβολίες. Η μνήμη αυτή δεν ζητούσε νέους νόμους: μάλλον ωθούσε στην παραβίαση των υφιστάμενων νόμων, εμπνέοντας π.χ. τους porteurs de valises ή όσους υπέγραψαν τη Δήλωση των 121 υπέρ της ανυποταξίας των στρατιωτών που στέλνονταν να πολεμήσουν σ’ έναν αποικιακό πόλεμο». Είναι «ακριβώς το αντίθετο της πολιτειακής θρησκείας του Ολοκαυτώματος, που ορθώνει μια λατρεία του παρελθόντος αποσυνδέοντάς το από το παρόν» και όπου «η μνήμη έχασε την κριτική της δύναμη κι έγινε μνημείο».[19]

Σ’ ένα πρόσφατο κείμενό του, ο Τραβέρσο επανέρχεται: «Η ταξική μνήμη έγινε ένα είδος μαράνικης μνήμης, δηλ. μια κρυφή μνήμη», επισημαίνοντας ότι η ευρωπαϊκή αριστερά, από τη στιγμή που ξεκόπηκε από αυτού του είδους τη μνήμη, «έχασε τόσο τις κοινωνικές της βάσεις όσο και την κουλτούρα της».[20] Ακολουθώντας τη γραμμή του Τραβέρσο, μπορούμε να πούμε ότι αυτή η μαράνικη μνήμη είναι που καθιστά εφικτή την ενθύμηση (Eingedenken) που ζητούσε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Και μπορούμε να κλείσουμε προσθέτοντας ότι, απεναντίας, εκείνη η άλλη μνήμη που αναγορεύτηκε «σε νέο παράδειγμα των προσεγγίσεων του συγκαιρινού κόσμου» εκτοπίζοντας «σε δεύτερο επίπεδο την έννοια της κοινωνίας […] για να γίνει τελικά ένα είδος ετικέτας στη μόδα, μια λέξη του συρμού, που χρησιμοποιείται συχνά σαν συνώνυμο της ιστορίας»,[21] η επίσημη Μνήμη, τέλος πάντων, είναι μια στιγμή της λήθης.[22]

σημειώσεις

[1] Για μια τέτοια σύνδεση ή πλαισίωση, ακριβώς, βλ. το άρθρο των Peter Linebaugh & Marcus Rediker, «The Many-Headed Hydra: Sailors, Slaves, and the Atlantic Working Class in the Eighteenth Century», Journal of Historical Sociology, τόμ. 3, τχ. 3, Σεπτέμβριος 1990, καθώς και, με ελαφρώς παραλλαγμένο τίτλο, το βιβλίο των ίδιων με ευρύτερη πραγμάτευση: The ManyHeaded Hydra: Sailors, Slaves, Commoners, and the Hidden History of the Revolutionary Atlantic (Beacon Press, 2002), ενώ ενδιαφέρον έχουν και είναι σημαντικά (από τη σκοπιά μου) και τα υπόλοιπα βιβλία του Rediker ιδίως. [Μόλις πληροφορήθηκα την εντελώς πρόσφατη έκδοση, στα ελληνικά, του βιβλίου του: Ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Ναυτικοί, πειρατές και ο κόσμος της θάλασσας, 1700-1750, μτφ. Κ. Αντύπας, Αλεξάνδρεια, 2016.]

[2] Εδώ είναι μάλλον το σωστό σημείο για να τιμήσουμε τη μνήμη του πρόσφατα χαμένου Sidney Mintz και να θυμηθούμε τουλάχιστον το σπερματικό Sweetness and Power: The Place of Sugar in Modern History (Viking, 1985).

[3] Γιάννης Χαμηλάκης, Η αρχαιολογία και οι αισθήσεις, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2015, σελ. 78. Πρβλ. επίσης: «η αποικιοκρατία στηριζόταν στην επιθυμία να αποκτηθούν πράγματα από αλλού, πράγματα που θα βελτίωναν, θα διαφοροποιούσαν και θα εμπλούτιζαν τις σωματικές αισθητηριακές εμπειρίες: μπαχαρικά, καφές, τσάι, ταμπάκο, σοκολάτα, διάφορα εξωτικά φρούτα και λαχανικά», στο ίδιο, σελ. 77.

[4] Για μια συνοπτική και πειστική ανασκευή της παράδοξης ωφελιμιστικής ιδέας, ότι τάχα τα μπαχαρικά ήταν απαραίτητα για τη συντήρηση του κρέατος, βλ. π.χ. στο Fred Czarra, Spices. A Global History, Reaktion Books, 2009, σελ. 47.

[5] Για μια γενική ιστορία της δουλείας στο Νέο Κόσμο και για την επίδρασή της στη μετέπειτα εξέλιξη της Δύσης, βλ. Robin Blackburn, The Making of New World Slavery: From the Baroque to the Modern 1492-1800 (Verso, 1997). Πρβλ. επίσης Achille Mbembe, Critique de la raison gre, La Découverte, 2013, σύμφωνα με το οποίο η «επινόηση του νέγρου» έκανε εφικτή την εμπορευματοποιημένη παραγωγή σε μεγάλες αποστάσεις καταλήγοντας τελικά, με τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, στο «γίγνεσθαι-νέγρος του κόσμου».

[6] «Περιορίζοντας το σώμα και το ζωντανό ον σε ζήτημα εμφάνισης, δέρματος και χρώματος, παραχωρώντας στο δέρμα και στο χρώμα το καθεστώς μιας μυθοπλασίας με βιολογική βάση, οι ευρωαμερικάνικοι κόσμοι ιδιαίτερα έμελλε να κάνουν το Νέγρο και τη ράτσα δυο εκδοχές της […] κωδικοποιημένης τρέλας», Achille Mbembe, Critique de la raison gre, ό.π., σελ. 11.

[7] Για τα έθιμα των μπουκανιέρων, από κάποιον που έζησε μαζί τους την περίοδο της ακμής τους, βλ. Alexander O. Exquemelin, Οι πειρατές της Αμερικής, μτφ. Θ. Σακκέτας, Στοχαστής, 1988, κυρίως σελ. 83-90, και για μιαν ανάλυση βλ. το κεφάλαιο 5 στο Linebaugh & Rediker, 2002, ό.π. Πρβλ. επίσης Marcus Rediker, Villains of All Nations: Atlantic Pirates in the Golden Age (Beacon Press, 2005).

[8] Linebaugh & Rediker, 1990, ό.π., σελ. 245.

[9] Ό.π., σελ. 225-226 και 235.

[10] Ό.π., σελ. 242-244.

[11] «Η εξέγερση [του 1747 στη Βοστόνη] στάθηκε η άμεση αιτία για να διατυπώσει ο Σάμιουελ Άνταμς μια ιδεολογία της αντίστασης, όπου τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά για να δικαιώσουν τις ενέργειες του ανήσυχου πλήθους», το οποίο κατά τον Άνταμς «ενσάρκωνε τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, απέναντι στα οποία έπρεπε να κριθεί η κυβέρνηση» (John Lax & William Pencak, «The Knowles Riot and the Crisis of the 1740s in Massachusetts», Perspectives in American History 10 [1976], σελ. 205 και 214 – αναδημοσιεύεται στο William Pencak, Contested Commonwealths. Essays in American History, Lehigh University Press, 2011, σελ. 3-52). Αντίστροφα και για το ίδιο επεισόδιο, ένας βρετανός αρχιπλοίαρχος παρατηρούσε μελαγχολικά ότι οι ναυτικοί είχαν μάθει να μιλούν τη γλώσσα των δικαιωμάτων, εμπνευσμένοι από έναν πρόσφατο νόμο που απάλλασσε από την υποχρεωτική ναυτολόγηση τα Νησιά της Ζάχαρης και που είχε συζητηθεί πολύ στα λιμάνια, ώσπου «φούσκωσε τα μυαλά των απλών ανθρώπων» (στο ίδιο, σελ. 182 / σελ. 18).

[12] Linebaugh & Rediker, 1990, ό.π., σελ. 245.

[13] Enzo Traverso, LeftWing Melancholia. Marxism, History and Memory, ανέκδοτο χειρόγραφο.

[14] Peter Wood, «“The Dream Deferred”: Black Freedom Struggles on the Eve of White Independence», στο Gary Y. Okihiro (επιμ.), In Resistance: Studies in African, Caribbean, and Afro-American History, University of Massachusetts Press, 1986, κυρίως σελ. 170-175, όπου υποστηρίζεται ότι αυτός ο κύκλος της αναταραχής διάρκεσε ως το 1783. Στη συνέχεια, οι διάφορες φράξιες των ελίτ του νέου κράτους σχημάτισαν λίγο-πολύ ενιαίο μέτωπο ενάντια στα αιτήματα των μαύρων και των φτωχότερων λευκών – στην πραγματικότητα, η θέση των σκλάβων, αντί να βελτιωθεί, μάλλον χειροτέρεψε. (Μπορούμε να δούμε μια, τηρουμένων των αναλογιών, ομοιότητα, εκατό χρόνια αργότερα, στην παλινδρομική κίνηση πριν και μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο – όπου η απελευθέρωση συνδυάστηκε με σαφή αύξηση του ρατσισμού στους λευκούς του Νότου, διόλου θεωρητική, αν σκεφτούμε π.χ. «θεσμούς» όπως η Κου-Κλουξ-Κλαν και το λιντσάρισμα. Αλλά και λίγο πριν τον Εμφύλιο, ο Φρέντερικ Ντάγκλας είχε φτάσει ν’ αναρωτιέται αν οι προκαταλήψεις απέναντι στο χρώμα του δέρματος ήταν τελικά ισχυρότερες στο Βορρά απ’ το Νότο, όπου η δουλεία σκέπαζε το νέγρο μ’ ένα καθησυχαστικό και προστατευτικό κέλυφος – στα μάτια του λευκού, εννοείται.)

[15] Για μια πολύ πρόσφατη, εξισορροπημένη και γενική εξιστόρηση του διαρκούς αγώνα των σκλάβων, στη διάρκεια τρεισίμισι αιώνων και σε όλη την έκταση της αμερικανικής ηπείρου, βλ. Aline Helg, Plus jamais esclaves! De l’insoumission à la révolte, le grand récit d’une émancipation (1492-1838), La Découverte, 2016.

[16] Στο εγχειρίδιο του διάσημου πια ιεροεξεταστή υπάρχει κεφάλαιο αφιερωμένο στους Εβραίους (De Perfidia Judeorum), με πληροφορίες και οδηγίες για την ανάκριση κλπ, βλ. Bernard Gui, Manuel de l’Inquisiteur, επιμ. & μτφ. Guillaume Mollat, τόμ. ΙΙ, σελ. 7-19, Les Belles Lettres, 1964. Βλέπουμε εκεί ότι και οι κανονικοί Εβραίοι θα μπορούσαν να μπλέξουν από σπόντα, σαν «προστάτες και υπερασπιστές αιρετικών». Όμως στην Ιβηρική, θεωρητικά τουλάχιστον, δεν υπήρχαν πια κανονικοί Εβραίοι μετά το διωγμό.

[17] Στηρίζομαι στο Will & Ariel Durant, Παγκόσμιος ιστορία του πολιτισμού, Τόμος Η΄, «Η εποχή του Λουδοβίκου ΧIV», μτφ. Μανώλης Κορνήλιος, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Συρόπουλοι & Κουμουνδουρέας, 1966, σελ. 530-533.

[18] «L’enigme du marrane», στο Une lente impatience, Stock, 2004. Βλ. επίσης Daniel Bensaïd, Walter Benjamin. Sentinelle messianique, Les Prairies ordinaires, 2010, σελ. 36, όπου μιλάει για τον «μαράνικο κομμουνισμό» του Μπένγιαμιν.

[19] Enzo Traverso, La fin de la modernité juive. Histoire d’um tournant conservateur, La Découverte, 2013, σελ. 162-164.

[20] Enzo Traverso, LeftWing Melancholia. Marxism, History and Memory, ανέκδοτο χειρόγραφο.

[21] Enzo Traverso, L’histoire comme champ de bataille, La Découverte, 2011, σελ. 12 [ελλ. μτφ. Η ιστορία ως πεδίο μάχης, υπό έκδοση].

[22] Μπορούμε ίσως να δούμε έναν ανάλογο διχασμό στη διάκριση ανάμεσα σε «επίσημη χώρα» (pays officiel) και «θαμμένη χώρα» (pays enterré), που κάνει ο Patrick Chamoiseau στο βιβλίο του Biblique des derniers gestes (Gallimard, 2002). Αν και ο Chamoiseau δεν χρησιμοποιεί μπενγιαμινικούς όρους, φαίνεται ότι κάποια συγκεκριμένου είδους ανάκτηση της μνήμης έχει, και γι’ αυτόν, όχι μόνο μεγάλη σημασία αλλά και λυτρωτική λειτουργία. Πρβλ. Maeve McCusker, Patrick Chamoiseau: Recovering Memory, Liverpool University Press, 2007.

tetartoskosmos@gmail.com

Advertisements

One thought on “Μαράνοι, Μαρόν και μπλε μαρέν

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.