Εγκώμιο της κρεολικότητας

                          

Το 1989, το μανιφέστο Εγκώμιο της κρεολικότητας, γραμμένο από τους Patrick Chamoiseau, Raphaël Confiant και Jean Bernabé, κυκλοφόρησε σε βιβλίο και σημάδεψε την επίσημη γέννηση ενός κινήματος. Δεν σκοπεύω να κάνω τώρα έναν απολογισμό της Créolité, να σχολιάσω το γλωσσικό της απόηχο ή να σημειώσω τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της – για μια συνοπτική παρουσίαση, σχεδόν είκοσι χρόνια παλιά πια, βλ. το κείμενο: Ν. Κούρκουλος, «Η “νέα αντιλλέζικη λογοτεχνία” και ο Raphaël Confiant», επίμετρο στο βιβλίο: Ραφαέλ Κονφιάν, Η Παρθένος της Μεγάλης Επιστροφής, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1998. Όμως, αν λέγεται ότι μέτρο της καταξίωσης των Créolistes είναι το γεγονός ότι το Εγκώμιο διδάσκεται πια σε διάφορα αμερικάνικα πανεπιστήμια, από μια άλλη πλευρά αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Όπως και μια ολόκληρη σειρά άλλων ιδεών και σχεδίων, συχνά από το χώρο της μεταποικιοκρατίας ή άλλων συναφών «σπουδών», η καθιέρωση συνδυάζεται συνήθως με κάποιου είδους ακαδημαϊκή απολύμανση, ενώ τέτοια πράγματα, όταν αξίζουν πραγματικά τον κόπο, ζητούν απελπισμένα τη σύνδεση, μεταξύ τους και με Κάτι Άλλο.

Είχα θελήσει, κάπου κοντά στο γύρισμα του αιώνα, να δημοσιεύσω το κείμενο αυτό στα ελληνικά, όμως αυτό δεν στάθηκε εφικτό. Εδώ, σκοπεύω να παρουσιάσω μεταφρασμένα αποσπάσματα, κυρίως σημεία που έχουν θαρρώ γενικότερο θεωρητικό ενδιαφέρον – περίπου το ένα τρίτο, νομίζω, του συνολικού έργου. Τα αποσπάσματα θα ανέβουν εδώ (στην ίδια ανάρτηση) σταδιακά και εφόσον το επιτρέψουν οι συγκυρίες.

ενημέρωση 15/3/2016: προστέθηκε κείμενο (σελ. 27-33 του γαλλικού)

ενημέρωση 27/3/2016: η ανάρτηση ολοκληρώθηκε με το τελικό κομμάτι του μανιφέστου και το παράρτημα (σελ. 53-57 του γαλλικού)

ενημέρωση 19 & 29/4/2016: συμπληρωματικό υλικό στα Παράλληλα 1, 2 & 3 (στο κάτω μέρος της σελίδας)

Ακολουθώ το: Jean Bernabé, Patrick Chamoiseau & Raphaël Confiant, Éloge de la Créolité, δίγλωσση έκδοση (αγγλική μετάφραση Mohamed Bouya Taleb-Khyar), Gallimard, 1993. Ο πρώτος αριθμός της αγκύλης παραπέμπει στη σελίδα του γαλλικού κειμένου και ο δεύτερος στη σελίδα του αγγλικού. Έχω παραλείψει τις σημειώσεις του πρωτότυπου (που συχνά είναι παραθέματα από άλλα έργα) και πρόσθεσα λιγοστές δικές μου, γενικά επεξηγηματικές.

446106

Éloge de la créolité
Εγκώμιο της κρεολικότητας
In praise of creoleness

 Ούτε Ευρωπαίοι, ούτε Αφρικανοί, ούτε Ασιάτες, δηλώνουμε Κρεολοί. Αυτό θα είναι για μας μια εσωτερική στάση, καλύτερα: μια επαγρύπνηση, ή ακόμα καλύτερα, ένα είδος πνευματικού περιβλήματος μέσα στο οποίο θα χτιστεί ο κόσμος μας με πλήρη συνείδηση του κόσμου. Τα λόγια αυτά που σας φέρνουμε δεν πηγάζουν από τη θεωρία, ούτε από σοφές αρχές. Βγαίνουν μέσα από τη μαρτυρία. Προέρχονται από την άγονη εμπειρία που βιώσαμε προτού πασκίσουμε να ενεργοποιήσουμε και πάλι το δικό μας δημιουργικό δυναμικό και να βάλουμε σε κίνηση την έκφραση αυτού που είμαστε. Δεν απευθύνονται μόνο σε συγγραφείς αλλά στον καθένα που στοχάζεται δημιουργικά πάνω στο χώρο μας (το αρχιπέλαγος και τα στεριανά του αντερείσματα, τις ηπειρωτικές απεραντοσύνες), σε οποιοδήποτε πεδίο, σε βασανιστική αναζήτηση μιας σκέψης πιο γόνιμης, μιας έκφρασης πιο σωστής, μιας αισθητικής πιο αληθινής. Μακάρι αυτή η τοποθέτηση να χρησιμέψει σ’ αυτούς όπως χρησίμεψε σε μας. Μακάρι να συμβάλει κι αυτή στην ανάδειξη, εδώ κι εκεί, στάσεων που θα υποστηρίξουν κατηγορηματικά την κρεόλικη ταυτότητα, διευκρινίζοντάς την ταυτόχρονα, και ανοίγοντάς μας έτσι τις διαδρομές του κόσμου και της ελευθερίας. [13 / 75]

bernabe 1988

Επίγονοι του Aimé Césaire, αναπτύξαμε μια στρατευμένη γραφή, στρατευμένη στον αντιαποικιακό αγώνα, όμως, κατά συνέπεια, στρατευμένη επίσης πέρα από κάθε εσωτερική αλήθεια, πέρα από κάθε λογοτεχνική αισθητική. Με κραυγές. Με μίση. Με καταγγελίες. Με μεγάλες προφητείες και με σοφές έννοιες. Την εποχή εκείνη, το να ουρλιάζεις ήταν καλό. Το να είσαι σκοτεινός ήταν σημάδι βαθύτητας. Περιέργως, αυτό ήταν τότε αναγκαίο και στάθηκε ευεργετικό. Βυζαίναμε από κει σα να ήταν ένα μαστάρι που έβγαζε ρούμι. Αυτό από τη μία μας απελευθέρωνε και από την άλλη μας αλυσόδενε, επιβαρύνοντας τη διαδικασία του εκγαλλισμού μας. Γιατί αν, μέσα σ’ αυτή τη νεγριστική μας εξέγερση, αμφισβητούσαμε τη γαλλική αποικιοκρατία, αυτό συνέβαινε πάντα στο όνομα οικουμενικών γενικοτήτων, εννοημένων με το δυτικό τρόπο και χωρίς κανένα ρίζωμα στην πολιτισμική μας πραγματικότητα. Και όμως, η σεζαιρική Νεγροσύνη επέτρεψε την ανάδειξη εκείνων που έμελλε να ονοματίσουν το περίβλημα της αντιλλέζικής μας σκέψης: παρατημένοι σ’ ένα αδιέξοδο, μερικοί χρειάστηκε να πηδήσουν πάνω απ’ το φράχτη (όπως έκανε ο μαρτινικανός συγγραφέας Édouard Glissant), ή απόμειναν εκεί (όπως έκαναν πολλοί), να κάνουν κύκλους γύρω από τη λέξη Νέγρος, να ονειροπολούν έναν αλλόκοτο μαύρο κόσμο, να τρέφονται με καταγγελίες (της αποικιοκρατίας ή και της ίδιας της Νεγροσύνης) που γρήγορα περιστρέφονταν στο κενό, σε μια πραγματικά αιωρούμενη γραφή, χωρίς πάτημα στο έδαφος, χωρίς λαό, χωρίς αναγνώστες, χωρίς καμιά αυθεντικότητα, παρά μόνο περιστασιακά, μερικά ή δευτερευόντως.

Μαζί με τον Édouard Glissant αρνηθήκαμε να εγκλειστούμε στη Νεγροσύνη, συλλαβίζοντας την Αντιλλανικότητα, η οποία αφορούσε περισσότερο ένα όραμα παρά μία έννοια. Το σχέδιο δεν ήταν να εγκαταλείψουμε απλώς τις υπνώσεις της Ευρώπης και της Αφρικής. Έπρεπε επίσης να κρατάμε σε εγρήγορση την ξεκάθαρη συνείδηση των συνεισφορών της μίας και της άλλης: μέσα στις ιδιαιτερότητές τους, τις δοσολογίες τους, τις ισορροπίες τους, χωρίς να εξαλείφουμε ή να ξεχνάμε άλλες πηγές, ανακατεμένες κι αυτές μαζί τους. Άρα να βυθίσουμε το βλέμμα σ’ αυτό το χάος της νέας ανθρωπότητας που είμαστε. Να κατανοήσουμε τι είναι ο Αντιλλέζος. Να αντιληφθούμε τι σημαίνει τούτος ο καραϊβικός πολιτισμός, που ακόμα τραυλίζει και αδρανεί. Μαζί με τον René Depestre, να αγκαλιάσουμε αυτή την αμερικάνικη διάσταση, τον χώρο μας στον κόσμο. Ακολουθώντας τον Frantz Fanon, να εξερευνήσουμε την πραγματικότητά μας σε μια καθαρτήρια προοπτική. Να αναλύσουμε αυτό που είμαστε, ενώ ταυτόχρονα να καθαρίσουμε αυτό που είμαστε εκθέτοντας στον ήλιο της συνείδησης1 τους κρυφούς μηχανισμούς της αλλοτρίωσής μας. Να βυθιστούμε στη μοναδικότητά μας, να την εξετάσουμε με προβολικό τρόπο, να συναντήσουμε πραγματικά αυτό που είμαστε… είναι λόγια του Édouard Glissant. Ο στόχος ήταν εμφανής: για να συλλάβουμε αυτό τον αντιλλέζικο πολιτισμό μέσα στον αμερικάνικο χώρο του, έπρεπε να βγούμε από τις κραυγές, τα σύμβολα, τις ηχηρές απειλές, τις πομπώδεις προφητείες, να γυρίσουμε την πλάτη στη φετιχιστική ένταξη σε μια οικουμενικότητα ρυθμισμένη από τις δυτικές αξίες, για να μπούμε στη λεπτομερειακή εξερεύνηση των εαυτών μας, φτιαγμένη από υπομονές, συσσωρεύσεις, επαναλήψεις, στασιμότητες, επιμονές, όπου έπρεπε να κινητοποιηθούν όλα τα λογοτεχνικά είδη (ξεχωριστά ή μέσα στην άρνηση των συνόρων τους) και η εγκάρσια (μα όχι απαραίτητα σχολαστικιστική) χρήση όλων των ανθρωπιστικών επιστημών. Κάπως σαν τις αρχαιολογικές ανασκαφές: έχοντας τετραγωνίσει το χώρο, έπρεπε να βουρτσίζουμε με απαλές κινήσεις ώστε να μην αλλοιώσουμε τίποτα, να μη χάσουμε κάτι από εμάς που είχε θαφτεί κάτω από τον εκγαλλισμό. [20-22 / 82-84]

Patrick Chamoiseau

Ο εκγαλλισμός μάς υποχρέωσε να περιφρονήσουμε τους εαυτούς μας: κοινή μοίρα των αποικισμένων. Μας είναι συχνά δύσκολο να ξεχωρίσουμε, εντός μας, εκείνο που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ενός αισθητικού εγχειρήματος. Εκείνο που αποδεχόμαστε σαν όμορφο εντός μας είναι εκείνο το ελάχιστο που ο άλλος ονόμασε ωραίο. Το ευγενές βρίσκεται συνήθως αλλού. Όπως και το οικουμενικό. Και πάντα από τη μακρινή θάλασσα πήγαινε ν’ αντλήσει εμπνεύσεις η καλλιτεχνική μας έκφραση. Και πάντα εκείνο που έφερνε από τη μακρινή θάλασσα κρατούσαμε, αποδεχόμαστε, μελετούσαμε, γιατί η ιδέα μας περί αισθητικής βρισκόταν αλλού. Μα τι αξίζει η δημιουργία ενός καλλιτέχνη που αρνιέται συνολικά την ανεξερεύνητη ύπαρξή του; Ενός που δεν ξέρει τι είναι; Ή που με πολλή δυσκολία το αποδέχεται; Και τι αξίζει η άποψη ενός κριτικού που βρίσκεται παγιδευμένος σε παρόμοιες συνθήκες; Περιοριζόμασταν να κοιτάμε με εξωτερικό βλέμμα τη δική μας πραγματικότητα, που την αρνιόμαστε περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά. Στη λογοτεχνία, αλλά και στις άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, οι τρόποι μας να γελάμε, να τραγουδάμε, να περπατάμε, να βιώνουμε το θάνατο, να κρίνουμε τη ζωή, να στοχαζόμαστε την κακοτυχία, να αγαπάμε και να μιλάμε για έρωτα εξετάζονταν ελάχιστα. Το φαντασιακό μας λησμονήθηκε, αφήνοντας πίσω του αυτή τη μεγάλη έρημο όπου η Κακιά Μάγισσα στράγγιξε τη Μανμάν Ντλό.2 Ο απαρνημένος δίγλωσσος πλούτος μας γινόταν διγλωσσική οδύνη. Μερικές από τις παραδόσεις μας εξαφανίστηκαν χωρίς κανείς να προλάβει να τις εξετάσει ώστε να τις εμπλουτίσει και, ακόμα κι αν ήμασταν εθνιστές, προοδευτιστές, ανεξαρτησιακοί,3 πασκίζαμε να εκλιπαρήσουμε το οικουμενικό με τον πιο άχρωμο και άοσμο τρόπο – δηλ. μέσα στην απάρνηση του θεμέλιου της ύπαρξής μας, θεμέλιου που σήμερα, με κάθε επισημότητα, διακηρύσσουμε ότι είναι ο βασικός αισθητικός φορέας της γνώσης των εαυτών μας και του κόσμου: της Κρεολικότητας.

 Η ΚΡΕΟΛΙΚΟΤΗΤΑ

 Η Αντιλλανικότητα δεν μας είναι προσβάσιμη χωρίς εσωτερικό όραμα. Και το εσωτερικό όραμα δεν είναι τίποτα χωρίς την ολική αποδοχή της κρεολικότητάς μας. Δηλώνουμε Κρεολοί. Δηλώνουμε ότι η Κρεολικότητα είναι ο συνδετικός ιστός της κουλτούρας μας και ότι πρέπει να προσδιορίζει τα θεμέλια της αντιλλανικότητάς μας. Η Κρεολικότητα είναι το αλληλοδραστικό ή συναλλακτικό συνονθύλευμα καραϊβικών, ευρωπαϊκών, αφρικανικών, ασιατικών και λεβαντίνικων4 πολιτισμικών στοιχείων, το οποίο ο ζυγός της Ιστορίας συγκέντρωσε στο ίδιο έδαφος. Για τρεις αιώνες, τα νησιά και τα κομμάτια εκείνα της ηπείρου που επηρεάστηκαν από το φαινόμενο αυτό στάθηκαν πραγματικά εργαστήρια μιας νέας ανθρωπότητας όπου γλώσσες, φυλές, θρησκείες, έθιμα, τρόποι ζωής από όλες τις μεριές του κόσμου ξεριζώθηκαν βίαια και μεταφυτεύτηκαν σε ένα νέο περιβάλλον όπου έπρεπε να επινοήσουν και πάλι τη ζωή. Η κρεολικότητά μας γεννήθηκε λοιπόν από αυτό το τρομερό ανακάτεμα,5 που βιάστηκαν υπερβολικά να το περιορίσουν μόνο στη γλωσσική του πλευρά ή σε ένα μόνο από τα συστατικά του. Η πολιτισμική μας προσωπικότητα φέρει ταυτόχρονα τα στίγματα αυτού του σύμπαντος και τις μαρτυρίες της απάρνησής του. Έχουμε σφυρηλατηθεί μέσα στην αποδοχή και την απόρριψη, επομένως σ’ ένα διαρκές αναρώτημα, εντελώς εξοικειωμένοι με τις πιο περίπλοκες αμφισημίες, μακριά από κάθε απλούστευση, κάθε καθαρότητα, κάθε ισοπέδωση. Η Ιστορία μας είναι μια πλεξίδα από ιστορίες. Έχουμε γευτεί όλες τις γλώσσες, όλες τις μιλιές. Από φόβο γι’ αυτό το άβολο μάγμα, πασκίσαμε μάταια να το παγιώσουμε σε διάφορα μυθικά αλλού (εξωτερικό βλέμμα, Αφρική, Ευρώπη, ακόμα και σήμερα, Ινδία ή Αμερική), να βρούμε καταφύγιο στην κλειστή ομαλότητα χιλιόχρονων πολιτισμών, χωρίς να ξέρουμε ότι είμαστε ο προάγγελος της επαφής των πολιτισμών, του μελλοντικού κόσμου που προμηνύεται ήδη. Είμαστε ταυτόχρονα και Ευρώπη και Αφρική, θρεμμένοι επιπλέον με κάποιες ασιατικές, λεβαντίνικες και ινδικές συνεισφορές, ενώ περιέχουμε επίσης κάποια επιβιώματα της προκολομβιανής Αμερικής. Η Κρεολικότητα είναι «ο διαθλασμένος μα συναρμοσμένος κόσμος», ένας ανεμοστρόβιλος σημαινομένων σ’ ένα μονό σημαίνον: μια Ολότητα. Και λέμε ότι δεν είναι κακό που, προς το παρόν, δεν έχουμε κάποιον ορισμό της. Το να δίνεις ορισμούς, εδώ, θα θύμιζε ταρίχευση. Αυτή η νέα διάσταση του ανθρώπου, της οποίας είμαστε το προδρομικό σχεδιάγραμμα, χρειάζεται έννοιες που σίγουρα μας διαφεύγουν ακόμα. Τόσο ώστε, προκειμένου για την Κρεολικότητα της οποίας είμαστε απλώς η βαθιά διαίσθηση, η ποιητική γνώση, και με την έγνοια να μην αποκλείσουμε κανένα πιθανό δρόμο, λέμε ότι πρέπει να την προσεγγίσουμε σαν ένα ερώτημα που πρέπει να βιωθεί, να βιωθεί επίμονα σε κάθε φως και κάθε σκιά του μυαλού μας. Το να βιώσουμε ένα ερώτημα σημαίνει ήδη εμπλουτισμό με στοιχεία που η απάντηση δεν διαθέτει. Το να βιώσουμε το ερώτημα της Κρεολικότητας, με ολική ελευθερία και συνάμα με πλήρη επαγρύπνηση, σημαίνει να εισχωρήσουμε επιτέλους, ανεπαίσθητα, στις άγνωστες απεραντοσύνες της απάντησής του. Ας αφήσουμε να βιωθεί (κι ας βιώσουμε!) την πυράκτωση αυτού του μάγματος. [24-27 / 86-89]

 confiant

Λόγω αυτού του καταστατικού ψηφιδωτού, η Κρεολικότητα είναι μια ανοιχτή ιδιαιτερότητα. Ξεφεύγει έτσι από τις αντιλήψεις που δεν είναι κι αυτές ανοιχτές. Το να την εκφράσεις δεν σημαίνει να εκφράσεις μια σύνθεση ή μια επιμειξία απλώς, ή οποιαδήποτε άλλη μοναδικότητα. Σημαίνει να εκφράσεις μια καλειδοσκοπική ολότητα, δηλ. τη μη ολοκληρωτική συνείδηση μιας διατηρημένης διαφορετικότητας. Αποφασίσαμε να μην αντισταθούμε σ’ αυτές τις πολλαπλότητες, όχι περισσότερο απ’ όσο αντιστέκεται ο κρεόλικος κήπος6 στις διάφορες μορφές των ινιάμ που τον κατοικούν. Θα βιώσουμε τις άβολες καταστάσεις της σαν μυστήριο που πρέπει να γίνει αποδεχτό και να διαφωτιστεί, σαν καθήκον που πρέπει να εκπληρωθεί και σαν χτίσμα που πρέπει να κατοικηθεί, σαν ένζυμο για τη φαντασία και σαν πρόκληση για τη φαντασία. Θα τη σκεφτούμε σαν κεντρική αναφορά και σαν διεγερτική ανάφλεξη που πρέπει να οργανωθεί αισθητικά. Γιατί δεν είναι αυταξία – για να είναι ταιριαστή η ύπαρξή της πρέπει να δεσμευτεί σε ένα ολοκληρωμένο αισθητικό διάβημα. Η αισθητική μας δεν μπορεί να υπάρξει (να είναι αυθεντική) χωρίς την Κρεολικότητα.

Η Κρεολικότητα είναι εκμηδένιση της ψεύτικης οικουμενικότητας, της μονογλωσσίας και της καθαρότητας. Βρίσκεται σε κρεολικότητα εκείνο που εναρμονίζεται με το Διαφορετικό, προς το οποίο στράφηκε με θαυμαστή ορμή ο Βικτόρ Σεγκαλέν.7 Η Κρεολικότητα είναι η αρχέγονη σούπα μας και η προέκτασή μας, το πρωταρχικό μας χάος και η μανγκρόβα των δυνατοτήτων μας. Σκύβουμε προς αυτήν, πλούσιοι από όλα τα σφάλματα και δυνατοί από την ανάγκη να μας αποδεχτούν πολύπλοκους. Γιατί η ίδια η αρχή της ταυτότητάς μας είναι η πολυπλοκότητα. Η εξερεύνηση της κρεολικότητάς μας πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα σε μια σκέψη το ίδιο πολύπλοκη με την ίδια την Κρεολικότητα. Η επιθυμία για μια απλή εξήγηση, βασισμένη πάνω σε δυο-τρεις νόμους της φυσιολογικότητας και μόνο, μας έκανε να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας, στα ίδια μας τα μάτια, σαν μη φυσιολογικά πλάσματα. Όμως, εκείνο που έμοιαζε κουσούρι μπορεί να αποκαλυφθεί ότι είναι η αοριστία του καινούργιου, ο πλούτος εκείνου που ποτέ δεν έχει φανεί. Γι’ αυτό φαίνεται ότι, για την ώρα, η πλήρης γνώση της Κρεολικότητας θα επιφυλαχθεί στην Τέχνη, οπωσδήποτε στην Τέχνη. Θα είναι το προαπαιτούμενο της ταυτοτικής μας εδραίωσης. Εννοείται όμως ότι η Κρεολικότητα έχει τη ροπή να διαποτίζει όλες τις νευρώσεις της πραγματικότητάς μας για να γίνει σιγά-σιγά η κινητήρια αρχή. Σε πολυφυλετικές κοινωνίες όπως οι δικές μας, μοιάζει επείγον να ξεφύγουμε από τις συνηθισμένες ρατσολογικές διακρίσεις και να αποχτήσουμε τη συνήθεια να ονομάζουμε τον άνθρωπο των χωρών μας με τη μοναδική λέξη που του ταιριάζει, όποια κι αν είναι η εμφάνισή του: Κρεολός. Οι κοινωνικο-εθνοτικές σχέσεις μέσα στην κοινωνία μας θα πρέπει στο εξής να συμβαίνουν κάτω από τη σφραγίδα μιας κοινής κρεολικότητας, χωρίς αυτό να εξαλείφει στο παραμικρό τις ταξικές σχέσεις ή τις ταξικές αντιπαραθέσεις. Στη λογοτεχνία, η ομόφωνη σήμερα αναγνώριση, στις χώρες μας, του ποιητή Σεν-Τζον Περς σαν ένα από τα πιο εκλεκτά τέκνα της Γουαδελούπης –κι αυτό παρότι ανήκε στην εθνοτάξη των Μπεκέ8– ανταποκρίνεται ασφαλώς σε μια πρόοδο της Κρεολικότητας στις αντιλλέζικες συνειδήσεις. Χαιρόμαστε γι’ αυτό. Παρόμοια, στην αρχιτεκτονική, στη μαγειρική τέχνη, στη ζωγραφική, στην οικονομία (όπως μας δίνουν το παράδειγμα οι Σεϊχέλες), στην ενδυματολογική τέχνη κλπ, οι δυναμικές της Κρεολικότητας, αποδεχτής, προβληματισμένης, συνεπαρμένης, μας φαίνονται η βασιλική οδός προς την αποδοχή των εαυτών μας.

Εξυπηρετεί να ορίσουμε μια διάκριση ανάμεσα σε Αμερικανικότητα, Αντιλλανικότητα και Κρεολικότητα, έννοιες που, στην πρώτη ματιά, μοιάζει να καλύπτουν τις ίδιες πραγματικότητες. Πρώτα απ’ όλα, οι κοινωνικο-ιστορικές διαδικασίες που έχουν γεννήσει την αμερικανοποίηση δεν είναι της ίδιας φύσης με κείνες που επενεργούν στην κρεολοποίηση. Η αμερικανοποίηση, πράγματι, επομένως και το αίσθημα της αμερικανικότητας που απορρέει από τον όρο αυτό, περιγράφει τη σταδιακή προσαρμογή πληθυσμών του δυτικού κόσμου στις φυσικές πραγματικότητες του κόσμου που αυτοί τον βάφτισαν νέο. Κι αυτό, χωρίς βαθιά αλληλεπίδραση με άλλους πολιτισμούς. Έτσι οι Αγγλοσάξονες που έφτιαξαν τις δεκατρείς αποικίες, έμβρυο του μελλοντικού αμερικανικού κράτους, ξεδίπλωσαν το δικό τους πολιτισμό σ’ ένα νέο περιβάλλον, σχεδόν παρθένο αν πάρουμε υπόψη το γεγονός ότι οι ερυθρόδερμοι ιθαγενείς, μαντρωμένοι σε ειδικές περιοχές ή σφαγιασμένοι, πραχτικά δεν επηρέασαν τον αρχικό τους πολιτισμό. Παρόμοια, παραμένοντας σχετικά κλειστοί απέναντι στις φυλές που κατοικούσαν εκεί, οι νέγροι Μπονί και Σαραμάκα, στις Γουιάνες, αμερικανοποιήθηκαν στην επαφή τους με το δάσος του Αμαζονίου. Παρόμοια, οι Ιταλοί που έφτασαν μαζικά στη Αργεντινή του 19ου αιώνα ή οι Ινδοί που αντικαταστήσανε τους μαύρους σκλάβους στις φυτείες του Τρινιντάντ προσάρμοσαν τον αρχικό τους πολιτισμό σε νέες πραγματικότητες χωρίς ωστόσο να τον αλλάξουν εντελώς. Η Αμερικανικότητα είναι λοιπόν, κατά μεγάλο μέρος, ένας μετανάστης πολιτισμός, σε λαμπρή απομόνωση.

Πολύ διαφορετική είναι η διαδικασία κρεολοποίησης, που δεν περιορίζεται στην αμερικάνικη ήπειρο (άρα δεν είναι γεωγραφική έννοια) και που κατονομάζει τη βίαια επαφή κι αλληλεπίδραση, σε εδάφη είτε νησιωτικά είτε περίκλειστα –κι ας είναι αχανή όπως η Γουιάνα και η Βραζιλία– πολιτισμικά διαφορετικών πληθυσμών: στις Μικρές Αντίλλες Ευρωπαίων και Αφρικανών, στα Μασκαρέν9 Ευρωπαίων, Αφρικανών και Ινδών, σε ορισμένες περιοχές των Φιλιππινών ή της Χαβάης Ευρωπαίων και Ασιατών, στη Ζανζιβάρη Αράβων και Νεγροαφρικανών κλπ. Συναθροισμένοι συνήθως στα πλαίσια μιας οικονομίας των φυτειών, οι πληθυσμοί αυτοί υποχρεώνονται να επινοήσουν νέα πολιτισμικά σχήματα που να επιτρέπουν μια σχετική συγκατοίκηση μεταξύ τους. Τα σχήματα αυτά προκύπτουν από το μη αρμονικό (και ανολοκλήρωτο, άρα και μη περιοριστικό) μίγμα γλωσσικών, θρησκευτικών, πολιτισμικών, μαγειρικών, αρχιτεκτονικών, ιατρικών κλπ πρακτικών των διαφόρων εκεί λαών. Υπάρχουν, φυσικά, περισσότερο ή λιγότερο έντονες κρεολοποιήσεις, ανάλογα με το αν όλοι οι εκεί λαοί είναι εξωγενείς όπως στις Αντίλλες ή στα Μασκαρέν ή αν κάποιος από αυτούς είναι αυτόχθονος όπως στα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου ή στη Χαβάη. Η Κρεολικότητα είναι λοιπόν το γεγονός του να ανήκεις σε μια πρωτότυπη ανθρώπινη οντότητα που προκύπτει εν καιρώ από τις διαδικασίες αυτές. Υπάρχει λοιπόν αντιλλέζικη κρεολικότητα, γουϊανική κρεολικότητα, βραζιλιάνικη κρεολικότητα, αφρικανική κρεολικότητα, ασιατική κρεολικότητα και πολυνησιακή κρεολικότητα, αρκετά ανόμοιες μεταξύ τους αλλά όλες τους βγαλμένες από τη μήτρα της ίδιας ιστορικής δίνης. Η Κρεολικότητα, επομένως, συμπεριλαμβάνει και τελειοποιεί την Αμερικανικότητα, αφού συνεπάγεται μια διπλή διαδικασία:

– την προσαρμογή Ευρωπαίων, Αφρικανών και Ασιατών στο Νέο Κόσμο,

– την πολιτισμική αντιπαράθεση μεταξύ αυτών των λαών μέσα στον ίδιο χώρο, που καταλήγει στη δημιουργία ενός συγκρητικού, δηλ. κρεόλικου, πολιτισμού.

Δεν υπάρχουν, προφανώς, στεγανά σύνορα ανάμεσα στις ζώνες της κρεολικότητας κι εκείνες της αμερικανικότητας. Μέσα στην ίδια χώρα, μπορεί αυτές να επικάθονται ή να διεισδύουν η μία στην άλλη: στις ΗΠΑ π.χ., η Λουιζιάνα κι ο Μισισιπής είναι κατά μεγάλο μέρος κρεόλικα, ενώ η Νέα Αγγλία, όπου ζούσαν αρχικά μόνο Αγγλοσάξονες, είναι σαφώς αμερικάνικη. Εντούτοις, μετά την κατάργηση της δουλείας και την άνοδο των Μαύρων προς το Βορρά, κι ύστερα με τον ερχομό Ιταλών, Ελλήνων, Κινέζων και Πορτορικανών, σε όλο τον 20ό αιώνα, μπορούμε θεμιτά να σκεφτούμε ότι ωρίμασαν οι συνθήκες για να ξεκινήσει μια διαδικασία κρεολοποίησης στη Νέα Αγγλία.

Κι αφού διακρίναμε έτσι μεταξύ Κρεολικότητας και Αμερικανικότητας, τι έχουμε να πούμε για τη σχέση της Αντιλλανικότητας με την Κρεολικότητα; Η Αντιλλανικότητα σημαίνει, στα μάτια μας, μόνο τη διαδικασία αμερικανοποίησης Ευρωπαίων, Αφρικανών και Ασιατών στο Αρχιπέλαγος των Αντιλλών. Επομένως αποτελεί, για να το πούμε έτσι, μια επαρχία της Αμερικανικότητας, όπως κι η Καναδικότητα ή η Αργεντινικότητα. Δεν αναφέρεται, ωστόσο, στο γεγονός ότι υπήρξε σε ορισμένα νησιά, πέρα από την απλή αμερικανοποίηση, ένα φαινόμενο κρεολοποίησης (κι επομένως κρεολικότητας). Για παράδειγμα, ολόκληρες ζώνες του Βορρά, στην Κούβα, γνώρισαν μόνο μια αμερικανοποίηση των ανδαλουσιανών, γαλικιανών ή κανάριων αποίκων, χωρίς καμιά κρεολοποίηση. Σε ορισμένες περιοχές του ζαχαροκάλαμου, στο Τρινιντάντ, ο ινδουιστικός πολιτισμός προσαρμόστηκε απλώς σ’ ένα νέο περιβάλλον χωρίς να κρεολοποιηθεί πραγματικά, αντίθετα με το μποντιεκουλί (bondyékouli) των Μικρών Αντιλλών, που είναι μια κρεόλικη λατρεία με ινδουιστικό υπόστρωμα. Η έννοια της Αντιλλανικότητας μας φαίνεται λοιπόν καταρχήν γεωπολιτική. Λέγοντας «αντιλλέζος» δεν φανερώνεις κάτι για την ανθρώπινη κατάσταση των Μαρτινικανών, των Γουαδελουπιανών ή των Αϊτινών. Οι Κρεολοί που είμαστε βρίσκονται το ίδιο κοντά, αν όχι πιο κοντά, στους Σεϊχελέζους, τους Μαυρικιανούς ή τους Ρεϋνιονέζους παρά στους Πορτορικανούς ή τους Κουβανούς. Αντίστροφα, σχετικά λίγα κοινά υπάρχουν ανάμεσα σ’ ένα Σεϊχελέζο κι ένα Κουβανό. Εμείς, οι κρεολοί Αντιλλέζοι, έχουμε λοιπόν μια διπλή αλληλεγγύη:

– μια αντιλλέζικη αλληλεγγύη (γεωπολιτική) προς όλους τους λαούς του Αρχιπελάγους μας, όποιες κι αν είναι οι πολιτισμικές μας διαφορές: την Αντιλλανικότητά μας,

– μια κρεόλικη αλληλεγγύη προς όλους τους αφρικάνικους, μασκαρένικους, ασιατικούς και πολυνήσιους λαούς που παρουσιάζουν τις ίδιες ανθρωπολογικές ομοιότητες με μας: την κρεολικότητά μας.       [27-33 / 89-94] 

edouard-glissant 2

Αν κλειστούμε στην Κρεολικότητα, αυτό θα σημαίνει ότι ερχόμαστε σε αντίφαση με την καταστατική της αρχή – ότι την αρνιόμαστε. Ότι μετατρέπουμε την αρχική συγκίνηση σε κούφια μηχανική, σε άχρηστη κίνηση, φτωχαίνοντάς την όλο και περισσότερο, ίδια με κείνους τους κάποτε κυρίαρχους πολιτισμούς που έχουν πια καταρρεύσει. Μια από τις συνθήκες της επιβίωσής μας ως Κρεολών (ανοιχτών-πολύπλοκων) είναι η διατήρηση της συνείδησης του κόσμου μέσα στην εποικοδομητική εξερεύνηση της αρχικής πολιτισμικής μας πολυπλοκότητας. Έτσι ώστε αυτή η συνείδηση να την εξυψώσει και να την εμπλουτίσει. Η πρωταρχική μας διαφορετικότητα θα ενταχτεί σε μια διαδικασία που ενσωματώνει τη διαφορετικότητα του κόσμου, αναγνωρισμένη και αποδεχτή ως διαρκή κατάσταση. Η κρεολικότητά μας πρέπει να αποχτηθεί, να συνδεθεί, να προφυλαχτεί, ταυτόχρονα αλλάζοντας και ταυτόχρονα απορροφώντας. Να επιζήσει μέσα στη διαφορετικότητα. Η εφαρμογή αυτής της διπλής κίνησης θα ευνοήσει τη δημιουργική μας ζωτικότητα, εντελώς αυθεντικά. Θα μας βοηθήσει επίσης ν’ αποφύγουμε μια επιστροφή στην ολοκληρωτική τάξη του παλιού κόσμου, άκαμπτα παγιωμένη από τον πειρασμό του Ενός και του οριστικού. Στην καρδιά της κρεολικότητάς μας, θα διατηρήσουμε την προσαρμογή νέων νόμων, παράνομων μίξεων. Γιατί ξέρουμε ότι κάθε πολιτισμός δεν είναι ποτέ τελείωση αλλά διαρκής δυναμική που αναζητάει πρωτόγνωρα ερωτήματα, νέες πιθανότητες, που δεν κυριαρχεί αλλά έρχεται σε σχέση, που δεν λεηλατεί αλλά ανταλλάσσει. Που σέβεται. Μια δυτική τρέλα ήρθε να διακόψει αυτή την κατάσταση. Κλινικό σύμπτωμα: οι αποικιοποιήσεις. Ο ζωντανός πολιτισμός, και η Κρεολικότητα ακόμα περισσότερο, είναι μια διαρκής διέγερση συμβιωτικής επιθυμίας. Κι αν συνιστούμε στους δημιουργούς μας αυτή την εξερεύνηση των ιδιαιτεροτήτων μας είναι επειδή παραπέμπει σε ό,τι είναι φυσικό στον κόσμο, πέρα από το Ίδιο και το Ένα, κι επειδή αντιπαραθέτει στην Οικουμενικότητα την πιθανότητα ενός διαθλασμένου μα συναρμοσμένου κόσμου, τη συνειδητή εναρμόνιση των διαφορών που διατηρούνται: την ΔΙΑΦΟΡΟΛΙΚΟΤΗΤΑ.10           [53-54 / 113-114]

 (η πρώτη δημόσια παρουσίαση του μανιφέστου έγινε στο Καραϊβικό Φεστιβάλ του Σεν-Ντενί, στις 22 του Μάη του 1988)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κρεολικότητα και πολιτική

Η διεκδίκηση της Κρεολικότητας δεν είναι μόνο αισθητικής τάξης, όπως είδαμε, αλλά έχει σημαντικές διακλαδώσεις σε όλα τα πεδία δραστηριότητας των κοινωνιών μας και κυρίως σε κείνα που αποτελούν τους βασικούς μοχλούς τους: το πολιτικό και το οικονομικό. Συνδέεται, ασφαλώς, με το κίνημα για τη διεκδίκηση μιας πλήρους εθνικής κυριαρχίας των λαών μας, χωρίς ωστόσο να αναγνωρίζεται εντελώς στις διάφορες ιδεολογίες που έχουν υποστηρίξει τη διεκδίκηση αυτή μέχρι σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι παραμένει δύσπιστη, καταρχήν, απέναντι σ’ ένα είδος απλοϊκού μαρξισμού που πιστεύει ότι τα πολιτισμικά και ταυτοτικά ζητήματα θα βρουν αυτόματα τη λύση τους μόλις γίνει η Επανάσταση. Έτσι διατυπωμένη, καλόπιστα συνήθως –χρειάζεται να επιμείνουμε– η θεωρία αυτή απάλλαξε συχνά τους ηγέτες μας και τις πολιτικές μας οργανώσεις από τον κόπο να στοχαστούν βαθύτερα το περιεχόμενο ενός πραγματικού μαρτινικανού, γουαδελουπιανού ή γουϊανικού πολιτισμού. Κρατάμε αποστάσεις, επίσης, από εκείνη τη μορφή του κάπως στενόμυαλου εθνικισμού που θεωρεί τον Μαρτινικανό ξένο για τον Γουαδελουπιανό, και αντίστροφα. Χωρίς να αρνιόμαστε τις διαφορές ανάμεσα στους λαούς μας, δηλώνουμε πως εκείνο που μας ενώνει είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που μας χωρίζει και ότι καθήκον ενός υποστηριχτή της εθνικής κυριαρχίας του μαρτινικανού λαού είναι να συνταιριάξει τον αγώνα του, όσο στενότερα γίνεται, με τους αγώνες του γουαδελουπιανού και του γουϊανικού λαού, και αντίστροφα.

Η Κρεολικότητα προβάλλει την ελπίδα ενός πρώτου πιθανού συνασπισμού, στο αρχιπέλαγος της Καραϊβικής, των κρεολόφωνων λαών της Αϊτής, της Μαρτινίκας, της Αγίας Λουκίας, της Δομίνικας, της Γουαδελούπης και της Γουιάνας, συνασπισμού που θα είναι το προοίμιο μιας ευρύτερης ένωσης με τους αγγλόφωνους και ισπανόφωνους γείτονές μας. Εννοούμε ότι, για μας, η κατάχτηση μιας ενδεχόμενης μονονησιωτικής εθνικής κυριαρχίας πρέπει να είναι απλώς ένα στάδιο (όσο πιο σύντομο γίνεται, ελπίζουμε) στο δρόμο για μια καραϊβική ομοσπονδία ή συνομοσπονδία, μοναδικό μέσο για να αγωνιστούμε αποτελεσματικά απέναντι στα διάφορα ηγεμονικών τάσεων μπλοκ που μοιράζονται τον πλανήτη. Στην προοπτική αυτή, δηλώνουμε τη αντίθεσή μας στην εν εξελίξει ενσωμάτωση, χωρίς λαϊκή γνωμοδότηση, των λεγόμενων γαλλικών διαμερισμάτων της Αμερικής στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η βασική μας αλληλεγγύη στρέφεται καταρχήν προς τα αδέλφια μας των γειτονικών νησιών και, σε δεύτερο επίπεδο, προς τα έθνη της Νότιας Αμερικής.

Παραμένουμε πεισμένοι ότι, αν δεν εντάξουν στη στρατηγική τους τον προσδιορισμό των λαών μας στο πλαίσιο αυτού του κρεόλικου πολιτισμού, που πλάστηκε με θαυματουργό θαρρείς τρόπο μέσα σε τρεις αιώνες ταπείνωσης και εκμετάλλευσης, οι πολιτικοί μας ηγέτες μάς προετοιμάζουν ένα απογοητευτικό μέλλον, σε κράτη όπου θα απουσιάζουν οι στοιχειώδεις δημοκρατικές ελευθερίες, μοναδική εγγύηση για πραγματική οικονομική ανάπτυξη. Αυτό μας επιτρέπει να πούμε ότι προτιμάμε ένα καθεστώς πολυκομματικού, πολυσυνδικαλιστικού και πολυθρησκευτικού τύπου, σε πλήρη διάσταση με τις φαντασιοπληξίες του σωτήριου ηγέτη και του πατέρα του έθνους ή του εθνάρχη, που τόσο κακό έχουν κάνει σε πολλές χώρες του τρίτου κόσμου και της ανατολικής Ευρώπης. Κι αυτό δεν σημαίνει καθόλου ευθυγράμμιση με δυτικά πολιτικά μοντέλα αλλά απλή αναγνώριση του γεγονότος ότι η ισότητα μεταξύ των ανθρώπων δεν μπορεί να εδραιωθεί σταθερά χωρίς να συνοδεύεται, ταυτόχρονα, από την ελευθερία της σκέψης, την ελευθερία της συγγραφής και την ελευθερία της ταξιδιωτικής μετακίνησης. Δεν υπάρχουν, για μας, τυπικές ελευθερίες. Όλες οι ελευθερίες, αρκεί να μην εμποδίζουν τη λειτουργία της κοινωνίας, είναι καλές.    [55-57 / 115-117]

Σημειώσεις

 

  1. Soleil de la Conscience, τίτλος του πρώτου έργου του Édouard Glissant.
  2. Η Manman Dlo, η «μητέρα των νερών», είναι η σειρήνα ή γοργόνα των Κρεολών, που συνδυάζει αφρικανικές και καραϊβικές παραδόσεις. Ο Chamoiseau είχε γράψει ήδη ένα θεατρικό έργο με τίτλο Manman Dlo contre la fée Carabosse.
  3. Αναφέρεται σε συγκεκριμένα, τοπικά, πολιτικά ρεύματα και κόμματα.
  4. levantins: Αναφέρεται στη μικρή (μα ιδιαίτερα ορατή, καθώς ασχολούνταν παραδοσιακά με το μικρεμπόριο) κοινότητα των συρολιβανέζων μεταναστών (χριστιανών στην πλειοψηφία τους), που εγκαταστάθηκαν στις γαλλικές Αντίλλες κυρίως κατά το μεσοπόλεμο.
  5. «migan», ανακάτεμα στα κρεόλικα – καθώς η λέξη προέρχεται από το χώρο της κουζίνας, θα μπορούσαμε ίσως να το πούμε «τουρλού».
  6. jardin créole: μικροσκοπικό περιβόλι με καλλιέργεια πολλών ειδών με τρόπο που θεωρείται αρμονικός (το ινιάμ ή γιαμ μοιάζει με γλυκοπατάτα).
  7. Στην προμετωπίδα του μανιφέστου, και πλάι σε αποσπάσματα των Césaire, Glissant και Fanon, υπάρχει το εξής, του Victor Segalen: C’est par la difference et dans le divers qui s’exalte l’Existence./ Le Divers décroît. / C’est là le grand danger.
  8.  Békés: Η κλειστή κάστα των ντόπιων λευκών.
  9. Mascareignes: Γενική και ιστορική ονομασία για τα νησιά Ρεϋνιόν, Μαυρίτιος και Ροντρίγκες.
  10. la DIVERSALITÉ: Νεολογισμός που πρωτοεμφανίζεται εδώ, στην τελευταία λέξη του μανιφέστου. «Το διαφορολικό (diversel) είναι το διαφορετικό (divers) ορισμένο σε αντίθεση προς το καθολικό (universel), αλλά με ανάλογες φιλοδοξίες» (Ν. Κούρκουλος, «Ο Πουλολόγος στην Καραϊβική», επίμετρο στο: Πατρίκ Σαμουαζό, Οι εννιά συνειδήσεις του Μαλφινί, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2012, σελ. 231, σημ. 7 – κείμενο διαθέσιμο στο https://independent.academia.edu/NikosKourkoulos ).

ΥΓ. Περισσότερα για το έργο του  Patrick Chamoiseau και του Raphaël Confiant στα Παράλληλα 1, 2 & 3 (στο κάτω μέρος της σελίδας)

tetartoskosmos@gmail.com

Advertisements