Μεταναστεύοντας …αλλά γιατί;

ξανά για την προϊστορική μετανάστευση

Hokulea2012Web

Η μετανάστευση, αν πιστέψουμε τον Άντονι Μαρσέλα και την Έριν Ρινγκ, είναι «εγγενής στην ανθρώπινη φύση – μια ενστικτώδης και έμφυτη προδιάθεση και κλίση προς την περιπλάνηση και την περιέργεια, αναζητώντας νέες ευκαιρίες και νέους ορίζοντες». Ο Ράσελ Κινγκ, πάλι, δηλώνει: «Κατά μία έννοια, οι άνθρωποι είναι γεννημένοι μετανάστες: η εξέλιξή μας συνδέεται θεμελιακά με την πράξη της μετανάστευσης, της μετακίνησης από τον ένα τόπο στον άλλο και της προσαρμογής στο νέο περιβάλλον». Αυτά τα τσιτάτα, κι άλλα παρόμοια, παρατίθενται συχνά και μπορεί να ακούγονται ωραία και ταξιδιάρικα, υπάρχει όμως ο κίνδυνος να πιστέψει κανείς ότι ο άνθρωπος είναι με φυσικό τρόπο μετανάστης (όχι «κατά μία έννοια», αλλά γενικώς) και να θεωρηθεί η ανθρώπινη μετανάστευση κάτι σαν τη μετανάστευση των πουλιών. Αφήνοντας στην άκρη τα πουλιά (όχι ότι είναι λυμένο ζήτημα το πώς και το γιατί της μετανάστευσής τους) και περνώντας στα μεγάλα θηλαστικά, πολλά είδη επεκτείνουν την εμβέλειά τους, την περιοχή της παρουσίας τους, ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συγκυρίες, αλλά μάλλον χωρίς κάποια ιδιαίτερη συνειδητοποίηση του γεγονότος και ασφαλώς χωρίς σχεδιασμένη πρόθεση, παρότι οι κλιματικές αλλαγές και οι μετακινήσεις που προκαλούν μπορεί να είναι κάποτε ραγδαίες. Εδώ, ενδιαφέρει η μετανάστευση σαν συνειδητή διαδικασία, διαδικασία που είναι ασφαλώς εμφανής στην ύστερη προϊστορία, και που ενδέχεται μάλιστα να κινηθεί αντίστροφα από τη φυσική/ζωική μετανάστευση, να αποδεχτεί δηλ. κάποια περιβαλλοντική πρόκληση για τους δικούς της λόγους. Πόσο πίσω μπορούμε να προβάλλουμε αυτή την ανθρώπινη ικανότητα μιας συνειδητής επιλογής; Πιθανότατα, αρκετά πίσω ή και πάρα πολύ πίσω – όμως, για να μη μιλάμε στον αέρα, θα εστιάσω σ’ ένα σχετικά πρόσφατο χρονικό σημείο, περίπου 60.000 χρόνια πριν, όπου βρίσκω να έχει συμβεί ένα πέρασμα αρκετά ενδεικτικό.

Πρώτα, ένα σύντομο μάθημα παλαιογεωγραφίας (γνώση κλεμμένη από ειδικούς): Εκείνη την εποχή (στην προτελευταία εποχή των παγετώνων), η θαλάσσια στάθμη ήταν στο χαμηλό της σημείο κι αυτό σήμαινε ότι π.χ. τα μεγάλα νησιά της Ινδονησίας, της δυτικής Ινδονησίας ειδικότερα (Σουμάτρα, Βόρνεο, Ιάβα), ήταν ενωμένα μεταξύ τους και με την απέναντι ηπειρωτική Ινδοκίνα, σχηματίζοντας μια περιοχή με το συμβατικό όνομα Σουνδαλάνδη. Είναι προφανές ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι, εννοώ οι Homo sapiens, αλλά και προγενέστερα είδη ανθρώπου, καθώς έρχονταν από τα δυτικά (ex Africa lux) είχαν άνετη πρόσβαση στη Σουνδαλάνδη (εντάξει, όχι και τόσο άνετη γιατί κατά καιρούς υπήρχαν διάφορα προβλήματα με το τροπικό δάσος και άλλα δαιμόνια, όμως μπορούσαν να φτάσουν ως εκεί με τα πόδια θέλω να πω) και πράγματι έχουν βρεθεί κατάλοιπά τους στην περιοχή. Ωστόσο, αυτό το αβρόχοις ποσί τέλειωνε κάπου κι αυτό το κάπου λέγεται Γραμμή Γουάλας, μια γραμμή που σημαδεύει σημαντικές διαφορές στην πανίδα και χρωστάει τ’ όνομά της σε κείνο το γνωστό φυσιοδίφη, τον κουμπάρο (αν μπορούμε να τον πούμε έτσι) του Δαρβίνου. Με άλλα λόγια, μια γραμμή όπου η θάλασσα είναι τόσο βαθιά ώστε ποτέ (στις ανθρώπινες εποχές τουλάχιστον) δεν γεφυρώθηκε από κομμάτια στεριάς – από το Στενό του Μακασάρ ως το Στενό του Λόμποκ, χοντρικά.

661px-Carte_de_Sunda_et_Sahul

Το θέμα είναι λοιπόν ότι πριν 60.000 χρόνια περίπου (κάπου εκεί: πέντε χιλιάδες πάνω, πέντε χιλιάδες κάτω, δε θα τα χαλάσουμε), για πρώτη φορά άνθρωποι διαβήκανε τη Γραμμή Γουάλας για να φτάσουνε τελικά στο απρόσιτο ως εκείνη τη στιγμή Σαχούλ (στην ενιαία ήπειρο που σχημάτιζαν η Νέα Γουινέα και η Αυστραλία). Υπάρχουν διάφορες πιθανές διαδρομές, πάντως το συνολικό πέρασμα ως το Σαχούλ απαιτούσε περισσότερα από ένα θαλασσινά ταξίδια, με το μεγαλύτερο από αυτά να έχει να καλύψει γύρω στα ενενήντα χιλιόμετρα – δηλ. μιαν απόσταση όπου η απέναντι στεριά δεν είναι καν ορατή (και μιλάμε πάντα για την εποχή της χαμηλής θαλάσσιας στάθμης). Εδώ, υπάρχει καταρχήν ένα τεχνικό ζήτημα, καθώς ένα τέτοιο ταξίδι είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς να έχεις να σταθείς σε κάτι που να επιπλέει – κι αυτή η ιδέα ενός αρχέγονου πλεούμενου επιτρέπει ποικίλες εικασίες και πετάγματα της φαντασίας που ασφαλώς δεν μπορούν να τεκμηριωθούν (κάποιου είδους σχεδία, που μάλλον εκμεταλλευόταν τις ιδιότητες ορισμένων τροπικών δέντρων, μου φαίνεται η πιθανότερη εκδοχή, αλλά οπωσδήποτε είναι κι αυτή μια αυθαίρετη γνώμη). Τώρα, ως προς το κίνητρο που μπορεί να είχαν αυτοί οι άνθρωποι, δεν θα τολμούσα να κάνω οποιαδήποτε εικασία για μια τόσο απόμακρη εποχή από την οποία έχουμε τόσο ισχνές πληροφορίες. Όμως, αρνούμαι να πιστέψω ότι ένα τέτοιο ταξίδι μπορεί να έγινε κατά λάθος και χωρίς κάποιου είδους προσχεδιασμό – όποια τρελή αιτία ή όποιο παράδοξο όραμα και να υπήρχε από πίσω.

Αν η ναυσιπλοΐα σάς άνοιξε την όρεξη, μπορούμε να περάσουμε απευθείας στα ρεκόρ, μιας και σημειώθηκαν στην ίδια ευρύτερη περιοχή (στην «ίδια»… εντάξει, έναν ωκεανό πιο πέρα, αλλά καταλαβαίνετε τι θέλω να πω) κι επειδή βοηθούν να καταλάβουμε ότι το ζήτημα του «κίνητρου» δεν είναι πάντα τόσο απλό. Το σίγουρα κι επίσημα αναγνωρισμένο ρεκόρ κατέχεται από τους Πολυνήσιους που, λίγο μετά το 1000 μ.Χ., διασχίσανε 2000 χιλιόμετρα ανοιχτού ωκεανού για να φτάσουν στο Νησί του Πάσχα ξεκινώντας από το Πίτκερν ή το Χέντερσον. Στην περίπτωση αυτή, μπορούμε να υποθέσουμε με αρκετή βεβαιότητα το μέσο: μεγάλες διπλές πιρόγες (με σανίδες στερεωμένες εγκάρσια πάνω σε δυο κοίλες καρίνες), με κινητήρια δύναμη τα κουπιά και πανιά από ψάθα. Μια ακόμα καλύτερη επίδοση (που όμως η αναγνώρισή της εκκρεμεί, καθώς υπάρχει μια σχετική επιστημονική διαμάχη) φέρεται να σημειώθηκε 2500 χρόνια πρωτύτερα (δηλ. το 1500 π.Χ.), όταν λαοί συγγενικοί με τους Πολυνήσιους διασχίσανε 2300 χιλιόμετρα ανοιχτής θάλασσας για να περάσουν από τις Φιλιππίνες στις Μαριάνες.

 640b

Είναι της μόδας σήμερα, για προφανείς λόγους, να αναζητούνται οι αιτίες των αρχαίων μεταναστεύσεων σε κλιματικές αλλαγές, περιβαλλοντικές υποβαθμίσεις ή καταστροφές κάθε είδους κλπ. Όμως, όπως σημειώθηκε παραπάνω, χρειάζονται επιφυλάξεις απέναντι σε τέτοιες, υπερβολικά «νατουραλιστικές», οπτικές. Ασφαλώς οι αλλαγές στο περιβάλλον παίζουν το ρόλο τους, ιδιαίτερα σε οριακά κι ευαίσθητα συστήματα, όμως, για να το πω χρησιμοποιώντας τσιτάτο, «η ανθρώπινη λογική μπορεί να βρει τρόπους να παρακάμψει περιβαλλοντικές ή κλιματικές επιταγές μέσα από τη χρήση πολιτισμικής γνώσης». Επειδή όμως η σκέψη μου δεν είναι, φαίνεται, ιδιαίτερα θετική και τόση ώρα γράφω δίχως να καταφέρνω να προβάλω κάποια θετική αιτία για μετανάστευση, καιρός να παρουσιάσω κάποιες έτοιμες θεωρίες («μοντέλα») άλλων. Θα σταθώ μάλιστα σε δυο τέτοια μοντέλα που ίσως να μοιάζουν φαινομενικά αντίθετα – όμως αυτό δεν είναι απαραίτητα αλήθεια και ξέρω ένα τουλάχιστον αρχαιολόγο που τα υποστηρίζει και τα δυο ταυτόχρονα.

Ας δούμε για παράδειγμα την «υπόθεση για μια γλωσσική / αγροτική διασπορά» (farming/language dispersal hypothesis), ή ίσως σε καλύτερη διατύπωση την υπόθεση μιας ταυτόχρονης διασποράς γεωργίας και γλώσσας, που τη λάνσαρε ο Κόλιν Ρένφριου. Έχει γίνει κάπως, ή και αρκετά, γνωστή στην Ελλάδα – τουλάχιστον στο σκέλος της που αφορά την εξάπλωση της Ινδοευρωπαϊκής (και ακριβώς γι’ αυτό). Με απλά λόγια, η θεωρία λέει ότι οι μεγάλες μεταναστεύσεις του ύστερου Ολόκαινου, της ύστερης προϊστορίας τέλος πάντων, σχετίζονται με την επινόηση της τροφοπαραγωγής. Γεωργοί και κτηνοτρόφοι ήταν υποχρεωμένοι να εξαπλωθούν σε μεγάλες εκτάσεις, συνήθως αργά αλλά σταθερά, είτε αναζητώντας περισσότερη ή καλύτερη ή άφθαρτη γη για τις σπορές τους ή βοσκή για τα ζωντανά τους είτε λόγω της μεγάλης αύξησης του πληθυσμού που θεωρείται ότι προκαλούσε ακριβώς η τροφοπαραγωγή. Αυτές οι αγροτοκτηνοτροφικές μεταναστεύσεις, πάντα σύμφωνα με τη υπόθεση, διαμόρφωσαν τη γλωσσική κατάσταση που αναγνωρίζουμε στις απαρχές της γραπτής ιστορίας, δηλ. τις μεγάλες γλωσσικές οικογένειες και τη γεωγραφική κατανομή τους, που παρέμεινε κατά μεγάλο μέρος ίδια μέχρι και το 1500 μ.Χ.

Όλ’ αυτά ακούγονται εύλογα, με την έννοια ότι δεν ενοχλούν την κοινή λογική, αν όμως τα εξετάσουμε από κοντά υπάρχουν αρκετές σιωπηρές παραδοχές που σηκώνουν συζήτηση. Θα σημειώσω εδώ μόνο μία επιφύλαξη, ή τέλος πάντων μια ενόχληση, απέναντι στην ιδέα μιας παντοτινής και αυτονόητης μετανάστευσης αγροτών προς αναζήτηση κατάλληλης κλπ. γης. Σε μερικές, όχι πολύ σπάνιες, περιπτώσεις αγροτικοί πληθυσμοί κινήθηκαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλ. προς εδάφη που δεν ήταν πρόσφορα στη γεωργία, φτάνοντας κάποτε στο σημείο να εγκαταλείψουν εντελώς την τροφοπαραγωγή. Δεν μπορούμε φυσικά να σκεφτούμε ότι πήραν λάθος δρόμο! Ένα καλό παράδειγμα είναι οι ρυζοκαλλιεργητές Αυστρονήσιοι που ξεκίνησαν από περιοχές της σημερινής Κίνας (και δεν χρειάζεται να θυμίσουμε τη σπουδαιότητα του ρυζιού στην ανατολική Ασία) για να περάσουν, μέσω Ταϊβάν, σε ολοένα και πιο τροπικά και νησιωτικά κλίματα, χάνοντας ή ξεχνώντας εντελώς το ρύζι στην πορεία. Άλλες περιπτώσεις, λιγότερο εντυπωσιακές αλλά αρκετά συχνές, βρίσκουμε στην Αμερική, όπου γίνεται λόγος για «τροφοπαραγωγή χαμηλής κλίμακας» (κοινωνίες που στηρίζονται μόνο εν μέρει, και όχι ιδιαίτερα, στην τροφοπαραγωγή, επομένως μπορούν να την εγκαταλείψουν ευκολότερα αν βρεθούν άλλες ευκαιρίες – π.χ. αν βρεθούν άλογα ώστε να αφοσιωθούμε με επιτυχία στο κυνήγι του βίσωνα), και σποραδικά σε όλο τον κόσμο. Είναι φανερό ότι τη γεωργία δεν την πήραν όλοι το ίδιο στα σοβαρά, επομένως, για να κατανοήσουμε την εξάπλωσή της και την οπωσδήποτε υπέρμετρη ανάπτυξή της στις ιστορικές χιλιετίες, πρέπει ίσως να εξετάσουμε άλλες παραμέτρους, λιγότερο «υλιστικές».

Πάντως, η «υπόθεση για μια γλωσσική / αγροτική διασπορά» (την οποία, πλάι στο βαρώνο Ρένφριου, υποστηρίζει σθεναρά και ο Πίτερ Μπέλγουντ) δεν προϋποθέτει απαραίτητα την αναζήτηση περισσότερης γης, καλύτερης βοσκής κλπ. Θα μπορούσε οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι να έχουν όντως την τάση να μεταναστεύουν ή να επεκτείνονται ασύστολα, αλλά πιθανώς για άλλους λόγους, όχι απαραίτητα (ή όχι μόνο, ή όχι κυρίως) αγροτοκτηνοτροφικούς. Εδώ είναι το σωστό σημείο να θυμηθούμε τον Ζακ Κοβέν, που πίστευε ότι, για τους «κλασικούς» Νεολιθικούς της Συροπαλαιστίνης και της Ανατολίας (κι αυτή η νεολιθική επέκταση βρίσκεται στον πυρήνα της θεωρίας του Ρένφριου), η διασπορά της γεωργίας ήταν ίσως ένα θρησκευτικό ή ιεραποστολικό καθήκον.

 640

Το μοντέλο της «ιεραρχικής αναβάθμισης του ιδρυτή» (founder rank enhancement), ή πιο γενικά η «εστιασμένη στον ιδρυτή ιδεολογία» (founder-focused ideology), παρουσιάστηκε από τον, πολύπλευρο τελικά, Μπέλγουντ σ’ ένα άρθρο του 1996. Αφορούσε τις μεταναστεύσεις των Αυστρονήσιων, στις οποίες το μοντέλο αυτό φαίνεται αρκετά ταιριαστό. Η κεντρική ιδέα είναι ότι, σε κοινωνίες όπου ισχύει μια έντονη ιεράρχηση σύμφωνα με τη σειρά γέννησης, οι νεότεροι γιοι των ευγενικών ή ελίτ οικογενειών δεν μπορούν να ελπίζουν παρά μόνο σε μια δευτερεύουσα θέση –είτε ως προς την οικονομική δύναμη, ή ως προς το κοινωνικό κύρος ή την πολιτική εξουσία– εάν παραμείνουν στον τόπο τους. Εφόσον όμως έχουν τη δυνατότητα να ταξιδέψουν μακριά με τους ακόλουθούς τους και να ιδρύσουν μια νέα κοινωνία, μια «αποικία», μπορούν (εάν η κίνηση σταθεί επιτυχημένη) να ιδρύσουν ένα νέο πρεσβύτερο ή πρωτεύοντα κλάδο – κι αυτό αποτελεί ισχυρό κίνητρο για μετανάστευση. Χρειάζεται βέβαια, γι’ αυτό, η συγκεκριμένη κοινωνία να επικυρώνει ιδεολογικά, μέσα από εδραιωμένους μύθους ή μέσα από άλλους μηχανισμούς, αυτό το είδος της περιπέτειας, να τη θεωρεί π.χ. αντάξια για τους ευγενείς ή τους άξιους κι όχι επικίνδυνο ή ανεύθυνο τυχοδιωκτισμό. Μια άλλη προϋπόθεση, αν όχι απαραίτητη πάντως πολύ βολική για τον επίδοξο ιδρυτή, είναι να υπάρχει σαφής διαχωρισμός, αν όχι μια σχετική ή και απόλυτη απομόνωση, από την αρχική «πατρίδα». Η αποικία πρέπει να γίνει σ’ ένα «νέο έδαφος», αρκετά απόμακρο ώστε να ξεφεύγει στην πράξη από τη σφαίρα επιρροής των ήδη καθιερωμένων πρεσβύτερων κλάδων της μητρόπολης – από αυτή την άποψη, η Ωκεανία και τα σκορπισμένα στην απέραντη θάλασσα νησιά της αποτελούσαν ιδανικό περιβάλλον. Ο Μπέλγουντ πιστεύει ότι το μοντέλο του θα μπορούσε να σταθεί και σε άλλα ιστορικά ή γεωγραφικά συμφραζόμενα, «σε φυλετικές αγροτικές κοινωνίες με θεσμοποιημένες μορφές γαιοκτησίας, όπου το στάτους και τα δικαιώματα στη γη καθορίζονταν σε κάποιο βαθμό ανάλογα με την καταγωγή, το φύλο και τη σειρά γέννησης», δίνοντας σαν συγκεκριμένα παραδείγματα περιπτώσεις τόσο διαφορετικές όσο οι Κελάμπιτ του Βόρνεο, οι πρώτοι Ισλανδοί και η κινέζικη Δυναστεία Σανγκ από το 16ο ως τον 11ο αιώνα π.Χ. Έχει εφαρμοστεί, από άλλους, στο νεολιθικό αποικισμό της κεντρικής Ευρώπης – δεν γνωρίζω όμως αν το έχει δοκιμάσει κάποιος και στη μεσογειακή αρχαιότητα. Εύκολα έρχεται στο νου το ιδιαίτερο στάτους του «οικιστή» και της γενιάς του, στις αρχαιοελληνικές αποικίες. Από την άλλη μεριά, η ανάγκη για ολοένα και πιο απόμακρες αποικίες, π.χ. στη δυτική Μεσόγειο, δικιολογείται συνήθως με εμπορικές βλέψεις και μέριμνα για δυσπρόσιτες πρώτες ύλες. Δεν αμφισβητώ αυτή τη διάσταση των πραγμάτων, αναρωτιέμαι όμως αν στάθηκε όντως ιστορικά ή χρονικά αρχαιότερη από άλλου είδους ενδιαφέροντα. Παρόμοια ερωτήματα θα μπορούσαν να τεθούν και για άλλους μεσογειακούς αποικισμούς, ακόμα και για τους στερεοτυπικά παραδόπιστους Φοίνικες. Είναι γνωστό, οι μπουρζουάδες της νεοτερικής εποχής ανακάλυψαν τον ιδρυτικό τους μύθο στη μεσογειακή αρχαιότητα, ειδικότερα βέβαια στην Αρχαία Ελλάδα, και για το λόγο αυτό θέλουν πάντα τους Αρχαίους να σκέφτονται σαν μπουρζουάδες της νεοτερικής εποχής (αυτή άλλωστε είναι η ρίζα του «ανεξήγητου ελληνικού θαύματος»). Ίσως όμως εκείνοι οι άνθρωποι να ήταν ικανοί να σκεφτούν ή να ενεργήσουν και με άλλους τρόπους.

[map: Maximilian Dörrbecker (Chumwa)]
Advertisements