«Υπόθεση Πάμα-Νιούνγκαν»

Μια μετανάστευση στην προϊστορική Αυστραλία

πριν 3500 χρόνια;

Είναι αρκετά γνωστό ότι οι πρόγονοι των Αυστραλών Ιθαγενών έφτασαν στην ήπειρο αυτή πριν 50.000 χρόνια τουλάχιστον. Το θέμα, εδώ, είναι η πιθανότητα μιας, πολύ πιο ύστερης, πρόσθετης μετανάστευσης με σημαντικό αντίχτυπο. Παρουσιάζω το ζήτημα με τα λόγια ενός ειδικού, του αυστραλού αρχαιολόγου Πίτερ Μπέλγουντ, όπως αναλύεται στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίο του Πρώτοι Μετανάστες, που πρόκειται να κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Το κείμενο έχει διασκευαστεί για την περίσταση, π.χ. παραλείπονται οι υποσημειώσεις και οι βιβλιογραφικές αναφορές που τεκμηριώνουν και υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του συγγραφέα, καθώς και παραπομπές σε άλλα κεφάλαια του βιβλίου κοκ. Στο τέλος, έχω προσθέσει λίγα δικά μου σχόλια.

Ενημέρωση 15/3/2016:   Κυκλοφόρησε το βιβλίο:    Peter Bellwood, Πρώτοι μετανάστες. Η αρχαία μετανάστευση σε παγκόσμια προοπτική, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

ΔΤ Bellwood

bellwood (2)

Η αυστραλιανή αρχαιολογία δεν ήταν στατικό φαινόμενο για όλο το διάστημα των 50.000 χρόνων όπου ξετυλίχτηκε η κυνηγητική-τροφοσυλλεκτική ζωή της ηπείρου. Πολλές αλλαγές στην πληθυσμιακή κατανομή και τη μορφή των τέχνεργων μπορούν να εντοπιστούν κατά την προϊστορία της, ειδικά εδώ και 4.000 χρόνια πριν. Έχουμε αναφερθεί ήδη στη συρρίκνωση της ανθρώπινης κατοίκησης που συνέβη στην ηπειρωτική Αυστραλία κατά το τελευταίο παγετωνικό μέγιστο. Όπως σχολιάζει ο Peter Hiscock: «Η εγκατάλειψη τοπικών περιοχών, ακόμα και ολόκληρων περιφερειών, ίσως και η εξάλειψη ανθρώπινων ομάδων, δείχνει ότι οι τροφοσυλλέκτες του Πλειστόκαινου δέχτηκαν πολύ ισχυρή πίεση από τις ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες της εποχής». Φαίνεται ότι οι πληθυσμοί παρέμειναν μικροί κατά το πρώιμο Ολόκαινο, μετά όμως το 4000 χρόνια πριν η πυκνότητα των θέσεων αυξάνεται σε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Αυστραλίας, ιδιαίτερα σε παραγωγικές ανατολικές περιοχές όπως το Ακρωτήριο Γιορκ, η κεντρική Κουίνσλαντ και η παράκτια Νέα Νότια Ουαλία. Υπάρχει πάντως διαφωνία ως προς τους λόγους αυτής της αυξημένης πυκνότητας. Μία άποψη λέει ότι υπήρξε πληθυσμιακή αύξηση χάρι στη μεγαλύτερη πυκνότητα των πόρων. Ή, σύμφωνα με άλλους, ίσως οι νεότερες θέσεις να διατηρούνται καλύτερα και να είναι πιο ορατές από τις παλαιότερες στο τοπίο. Υποψιάζομαι ωστόσο ότι πρέπει επίσης να υπήρξε κάποια σημαντική πληθυσμιακή αλλαγή. Σε ό,τι αφορά τη λιθοτεχνία, καθώς και τους αριθμούς των θέσεων, υπάρχουν σημαντικές αλλαγές σε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Αυστραλίας (εξαιρώντας δηλαδή την Τασμανία) μεταξύ του 4000 και του 3000 χρόνια πριν.

Ένα από τα κλασικά τέχνεργα του μέσου Ολόκαινου, που βρίσκεται στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Αυστραλίας, είναι η, πολυλειτουργική και προσαρμοσμένη σε λαβή, «λεπίδα με ράχη», φτιαγμένη από αυτό που ονομάζεται, στην τεχνική ορολογία των αρχαιολόγων, λεπιδόμορφη φολίδα. Ένας άλλος κοινός τύπος είναι ένας μικρόλιθος, επίσης με ράχη, σε γεωμετρικό σχήμα, συνήθως τρίγωνο, μηνίσκος ή τραπέζιο (Εικόνα Α). Αυτή η «ραχωτή» τεχνολογία αναπτύχθηκε αρχικά σε μια απροσδιόριστη αλλά πιθανότατα ανατολική περιφέρεια της Αυστραλίας κατά το ύστερο Πλειστόκαινο ή το πρώιμο Ολόκαινο, ενώ δεν υπάρχει κάποια εύλογη σύνδεση με την ευρασιατική Ύστερη Παλαιολιθική. Όμως η κύρια περίοδος της δημοτικότητας των εργαλείων αυτών, όπως εντοπίζεται από τον Peter Hiscock, διάρκεσε περίπου από το 3500 ως το 2500 χρόνια πριν, ενώ στη συνέχεια εξαφανίστηκαν βαθμιαία από την αρχαιολογική μαρτυρία, πολύ πριν την επαφή με τους Ευρωπαίους. Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η κατανομή αυτών των αντικειμένων στο χώρο, αφού δεν βρίσκονται στο Κίμπερλι και τη Γη του Άρνεμ, περιοχές της τροπικής και μουσωνικής βόρειας Αυστραλίας. Εκεί χρησιμοποιούνταν διαφορετικά είδη εργαλείων, ιδιαίτερα αμφιπρόσωπα απολεπισμένες αιχμές και πελέκεις με τριπτή κόψη. Λεπίδες και μικρόλιθοι με ράχη απουσιάζουν επίσης από την Τασμανία, απομονωμένη από την Αυστραλία με τη μεταπαγετωνική άνοδο της θαλάσσιας στάθμης και, όπως φαίνεται, πέρα από την εμβέλεια των διαθέσιμων πλοιαρίων.

Μια άλλη νέα παρουσία στην Αυστραλία του ύστερου Ολόκαινου (όχι όμως στην Τασμανία) ήταν ο ντίνγκο, ένας εξημερωμένος απόγονος του ευρασιατικού λύκου, όπως όλοι οι άλλοι αρχαίοι σκύλοι. Ο ντίνγκο μεταφέρθηκε στην Αυστραλία πιθανότατα μέσα από μια πληθυσμιακή στενωπό στην Ινδονησία, με δεδομένη την υψηλού βαθμού ομοιογένεια στο μιτοχονδριακό DNA που εξακολουθούν να φέρουν όλοι οι εν ζωή ντίνγκο. Η χρονολογία αυτής της μεταφοράς είναι απίθανο να ήταν πολύ παλαιότερη από το 3500 χρόνια πριν, με βάση την αρχαιολογική μαρτυρία της Νοτιανατολικής Ασίας. Η μετακίνησή τους μπορεί να συσχετιστεί με την άφιξη πληθυσμών αυστρονησιακής γλώσσας, μαζί με εξημερωμένους σκύλους, στην Ινδονησία. Οστά λύκων και σκύλων (που δεν είναι ιθαγενή είδη στη Νοτιανατολική Ασία) απουσιάζουν εντελώς από την αρχαιολογική μαρτυρία σε αυτή την περιοχή και πριν την εποχή αυτή, μολονότι εμφανίζονται κατά το πρώιμο Ολόκαινο στη νότια Κίνα. Ένας πρόσφατος υπολογισμός, με βάση μοριακό ρολόι, ότι οι σκύλοι εισάχθηκαν από την Ηπειρωτική Νοτιανατολική Ασία στην Ινδονησία και την Αυστραλία κάποια στιγμή ανάμεσα σε 18.300 και 4600 χρόνια πριν, δεν βρίσκει αρχαιολογική ή βιογεωγραφική υποστήριξη – οι χρονολογίες είναι υπερβολικά παλαιές για να αναφέρονται στην πραγματική μεταφορά τους.

Μήπως οι κατανομές της λεπίδας με ράχη και οι ντίνγκο στην Αυστραλία ισοδυναμούν με ένα σημαντικό επεισόδιο δευτερογενούς μετανάστευσης στην αυστραλιανή προϊστορία; Η αρχαιολογική μαρτυρία δεν μπορεί να μας το δηλώσει με βεβαιότητα – και ίσως δεν θα μπορέσει ποτέ. Αξίζει πάντως να σημειώσουμε ότι παρόμοιες ραχωτές λεπίδες και γεωμετρικοί μικρόλιθοι εμφανίζονται στο νοτιοδυτικό βραχίονα του νησιού Σουλαουέσι (Κελέβη), στην κεντρική Ινδονησία. Η εργαλειοτεχνία αυτή, γνωστή στους αρχαιολόγους με την ονομασία «Τοάλια», μαρτυρείται καλύτερα σε σπηλιές και βραχοσκεπές στην ασβεστολιθική περιοχή του Μάρος, βόρεια από το Μακασάρ. Κατά τα φαινόμενα ξεκίνησε πριν περίπου 6500 χρόνια, επομένως πριν από την κύρια εξάπλωση τέτοιων εργαλείων στην αυστραλιανή αρχαιολογική μαρτυρία, αν και πρέπει να παραδεχτούμε ότι η χρονολόγηση της Τοάλιας είναι αδύναμη και η χρονολογική προτεραιότητα μεταξύ Σουλαουέσι και Αυστραλίας δύσκολα μπορεί να προσδιοριστεί οριστικά. Στο Σουλαουέσι, πάντως, η Τοάλια εμφανίστηκε σίγουρα πριν τη Νεολιθική, που συσχετίζεται στο νησί αυτό με τον ερχομό πληθυσμών αυστρονησιακής γλώσσας πριν περίπου 3500 χρόνια. Επομένως, όποια κι αν είναι η απώτερη καταγωγή της, η Τοάλια μπορεί να θεωρηθεί μια εξέλιξη που συνδυάζεται με έναν αυτόχθονα πληθυσμό κυνηγών-τροφοσυλλεκτών στο νοτιοδυτικό βραχίονα του Σουλαουέσι. Πριονωτές αμφιπρόσωπες αιχμές με κοίλες βάσεις («Αιχμές Μάρος») εμφανίζονται σε μεταγενέστερες φάσεις της Τοάλιας, συνήθως όμως μαζί με κεραμική, δηλαδή σε επικάλυψη με τον αυστρονησιακό αποικισμό του νησιού. Μόνο τα ραχωτά εργαλεία και μικρόλιθοι πρέπει να είναι προ-αυστρονησιακά.

εικόνα αΕικόνα Α: Λεπίδες με ράχη και γεωμετρικοί μικρόλιθοι, στην πάνω σειρά από το Σουλαουέσι (Leang Burung shelter 1, ανασκαφή των Mulvaney και Soejono, 1970), στην κάτω σειρά από την Αυστραλία (από τις συλλογές του Εθνικού Μουσείου της Αυστραλίας). Φωτογραφία P. Bellwood.

Η βασική τοάλια τεχνολογία για τη δημιουργία και την προσαρμογή σε λαβή ενός πολυλειτουργικού εργαλείου ήταν αξιοσημείωτα παρόμοια με εκείνη των ραχωτών εργαλειοτεχνιών της Αυστραλίας (Εικόνα Α). Φυσικά, είναι πιθανό αυτά τα εργαλεία να αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα στις δύο περιοχές. Με δεδομένο όμως ότι εργαλεία του συγκεκριμένου τύπου δεν συναντιόνται οπουδήποτε αλλού στη Νοτιανατολική Ασία ή την Αυστραλασία, παρά μόνο συμπτωματικά ίσως, σαν ελάσσονα συστατικά κάποιων συνόλων από φολίδες, νιώθει κανείς τον πειρασμό να εξετάσει την πιθανότητα κάποιου είδους επαφής. Ενάντια στην πιθανότητα αυτή ορθώνεται το γεωγραφικό πρόβλημα της μεταφοράς ανθρώπων, προφανώς με πλοιάρια, πάνω από περισσότερα από χίλια χιλιόμετρα ωκεανού, χωρίς να έχουν αφεθεί κάποια σαφή ίχνη στις αρχαιολογικές μαρτυρίες των ενδιάμεσων νησιών της ανατολικής Ινδονησίας, μεταξύ άλλων της Φλόρες και του Τιμόρ, όπου τα εργαλεία αυτά δεν συναντιόνται.

Ωστόσο, υπάρχει ένα ιστορικό παράλληλο για αυτή την κατάσταση που πρέπει ίσως να μας βάλει σε σκέψεις. Μετά το 1750 μ.Χ., έχοντας όμως οπωσδήποτε ξεκινήσει πριν τον ευρωπαϊκό αποικισμό της βόρειας Αυστραλίας, ινδονήσιοι ψαράδες ταξίδευαν κάθε χρόνο στις ακτές του Κίμπερλι και της Γης του Άρνεμ για να μαζέψουν θαλασσινά αγαθά όπως το ολοθούριο ή «αγγούρι της θάλασσας» (che-de-mer), ή teripang στα μαλαισιανά, περιζήτητο σε αποξηραμένη μορφή στην κινέζικη κουζίνα. Έφταναν στην Αυστραλία με τους βορειοδυτικούς μουσώνες, το καλοκαίρι για το νότιο ημισφαίριο, παραπλέοντας το Τιμόρ. Κάθε χρόνο, σε όλο το 19ο αιώνα, χίλιοι ή και περισσότεροι ψαράδες ξεκινούσαν από την πόλη του Μακασάρ (παλαιότερα Ουτζούνγκ Παντάνγκ), στη νοτιοδυτική ακτή του Σουλαουέσι, που βρίσκεται στο κέντρο της κατανομής της τοάλιας εργαλειοτεχνίας. Άφησαν διάφορες αρχαιολογικές θέσεις κατά μήκος της ακτογραμμής του Κίμπερλι στη Δυτική Αυστραλία και στις παραθαλάσσιες περιοχές της Γης του Άρνεμ, φτάνοντας στα ανατολικά τουλάχιστον ως τα Νησιά του σερ Έντουαρντ Πέλιου στον κόλπο της Καρπεντάριας. Μας προσφέρουν ένα πολύ βολικό παράλληλο για μια πιθανή επαφή μεταξύ Σουλαουέσι και Αυστραλίας, πριν 3500 χρόνια. Όμως, αυτοί οι ψαράδες δεν ήταν άμεσοι απόγονοι των Τοάλιων, επομένως οι προτεινόμενοι παραλληλισμοί είναι πολύ γενικοί.

Σήμερα, δεν είναι πολύ του συρμού στην αυστραλιανή αρχαιολογία να προτείνεται κάποια μετανάστευση ή διάχυση ιδεών, κατά το Ολόκαινο, που να αφορά πληθυσμούς εκτός της ηπείρου. Όμως, ακριβώς τέτοιες προτάσεις έχουν διατυπωθεί σε δύο πολύ επιδραστικές και πολύ εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις σχετικά με τα ραχωτά τέχνεργα, μία για το Σουλαουέσι και μία για την Αυστραλία, που δημοσιεύτηκαν το 1985. Η κίνηση από το Σουλαουέσι προς την Αυστραλία είναι η μία πιθανότητα και το αντίστροφο η άλλη, όπως είχε προτείνει ο van Heekeren το 1972. Ο Heekeren σημείωσε επίσης ότι το νοτιοδυτικό Σουλαουέσι διαθέτει πολλές βραχογραφίες, που συμπεριλαμβάνουν αποτυπώματα χεριών και απεικονίσεις ζώων, κάτι που θυμίζει παρόμοιες βραχογραφίες στην Αυστραλία. Προτιμούσε, σαν εξήγηση, την πολιτισμική διάχυση από την Αυστραλία προς το Σουλαουέσι μάλλον παρά κάποια μετανάστευση, σε συμφωνία με τη γενική και μάλλον αρνητική στάση απέναντι στη μετανάστευση που κυριαρχούσε στη δεκαετία του 1970.

Βασικά, μας λείπουν τα στοιχεία εκείνα που θα επέτρεπαν μια οριστική και τεκμηριωμένη απάντηση στο ζήτημα των σχέσεων Σουλαουέσι-Αυστραλίας. Η ανεξάρτητη καινοτομία, η πολιτισμική διάχυση και η πληθυσμιακή μετανάστευση είναι λύσεις που μπορεί θεμιτά να υποστηριχτούν για να εξηγήσουν τις ομοιότητες της λιθοτεχνίας, χρησιμοποιώντας κάθε φορά κάποιες επιλεγμένες πλευρές της μαρτυρίας. Οι ντίνγκο χρειάζονταν απαραίτητα ανθρώπινη επαφή για τη μεταφορά τους στην Αυστραλία και αν έφτασαν πριν περίπου 3500 χρόνια πρέπει να ταξίδεψαν μέσα σε βάρκες, με δεδομένο ότι μια αυστρονησιακή γλωσσική και πληθυσμιακή παρουσία στο Σουλαουέσι βρισκόταν εν εξελίξει την εποχή αυτή. Μήπως η γλωσσική μαρτυρία μπορεί να μας αποκαλύψει κάτι περισσότερο;

εικόνα βΕικόνα Β: Η διαχωριστική γραμμή στην κατανομή αμφιπρόσωπων αιχμών (bifacial points) και ραχωτών τέχνεργων (backed artifacts) ταυτίζεται σχεδόν με τον διαχωρισμό ανάμεσα σε μη-Πάμα-Νιούνγκαν γλώσσες (ανοιχτό γκρι) και Πάμα-Νιούνγκαν. Σημειώνεται επίσης μια πιθανή διαδρομή μεταξύ Σουλαουέσι και Αυστραλίας, σύμφωνα με το δρομολόγιο των ψαράδων του teripang.

Είναι απαραίτητο, πρώτα, να επισημάνουμε έναν αρχαιολογικό και γλωσσικό συσχετισμό που ενδέχεται να έχει μεγάλες συνέπειες. Η Εικόνα Β δείχνει ότι αφενός τα ραχωτά τέχνεργα που αναφέρθηκαν προηγουμένως και αφετέρου μια ξεχωριστή κατηγορία αμφιπρόσωπων αιχμών έχουν συμπληρωματικές κατανομές που ταυτίζονται πρακτικά με τις κατανομές των δύο βασικών γλωσσικών υποδιαιρέσεων που υπάρχουν στην Αυστραλία, με εξαίρεση το βόρειο κομμάτι της Χερσονήσου του Ακρωτηρίου Γιορκ.

Η αρχαιότερη από αυτές τις γλωσσικές υποδιαιρέσεις είναι η ομάδα των περίπου είκοσι γλωσσικών οικογενειών της τροπικής βόρειας Αυστραλίας η οποία ονομάζεται μη-Πάμα-Νιούνγκαν. Αυτή η ανέμπνευστη ονομασία οφείλεται στη βαθιά ποικιλομορφία αυτής της ομάδας οικογενειών, σε αντιπαράθεση με την πολύ πιο διαδεδομένη και μη διαφοροποιημένη ενιαία οικογένεια που ονομάζεται Πάμα-Νιούνγκαν [Pama-Nyungan]. Οι μη-Πάμα-Νιούνγκαν γλώσσες αποτελούν το 90% περίπου της γλωσσικής ποικιλομορφίας της Αυστραλίας, σύμφωνα με το Nicholas Evans, ωστόσο καταλαμβάνουν μόνο τις κοιλάδες των ποταμών που εκβάλλουν στο βορρά, στη μουσωνική ζώνη του Βόρειου Εδάφους και του Κίμπερλι. Η κατανομή τους συμπίπτει αξιοπρόσεχτα με εκείνη των αμφιπρόσωπων αιχμών.

Οι άλλες μαρτυρημένες γλώσσες της Αυστραλίας, που καταλαμβάνουν τα ανατολικά υψίπεδα και όλες τις κεντρικές και δυτικές ερήμους (όχι όμως την Τασμανία, για την οποία έχουμε πολύ περιορισμένη γλωσσική πληροφόρηση), ανήκουν στην οικογένεια Πάμα-Νιούνγκαν και μόνο. Η ονομασία προέρχεται από τις λέξεις για τον «άνθρωπο» στο Ακρωτήριο Γιορκ (pama) και στα νοτιοδυτικά της Αυστραλίας (ñungar). Οι γλώσσες Πάμα-Νιούνγκαν είναι πολύ λιγότερο διαφοροποιημένες από τις μη-Πάμα-Νιούνγκαν γλώσσες, ενώ γειτονικές γλώσσες συχνά μοιράζονται ένα ποσοστό ανάμεσα στο 20% και το 60% του βασικού λεξιλογίου. Οι γλώσσες Πάμα-Νιούνγκαν είναι αρκετά ομοιογενείς στη γραμματική τους δομή, αλλά τα κοινά λεξιλογικά τους στοιχεία είναι συχνά γεωγραφικά ασυντόνιστα και, ως προς το νόημα των λέξεων, υπάρχει μεγάλη σημασιολογική ρευστότητα. Είναι πολύ δύσκολο να εδραιωθεί μια συνεκτική κατασκευή υποομάδων, πράγμα που υποδηλώνει είτε μια γοργή αρχική εξάπλωση σε μια ευρύτατη περιοχή είτε απλώς ένα σχετικά υψηλό βαθμό διαπλεγμένης γλωσσικής διάχυσης βοηθούμενης από πολυγλωσσία. Κανένα ισόγλωσσο Πάμα-Νιούνγκαν δεν επικαλύπτεται με γλώσσες στην μη-Πάμα-Νιούνγκαν περιοχή, παρά μόνο κατά μήκος γλωσσικών συνόρων, υποδηλώνοντας ότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο κύριες γλωσσικές ομάδες ήταν πάντα πολύ περιορισμένη. Το περιβαλλοντικό σύνορο ανάμεσα στις μουσωνικές ποτάμιες λεκάνες στο βορρά με τις μη-Πάμα-Νιούνγκαν γλώσσες τους, και το υπόλοιπο της Αυστραλίας στο νότο με τις Πάμα-Νιούνγκαν γλώσσες του, φαίνεται ότι ήταν πολύ σημαντικό. Οι γλώσσες Πάμα-Νιούνγκαν συσχετίζονται πολύ στενά, στην κατανομή τους, με τα ραχωτά τέχνεργα, με την εξαίρεση ότι τα τέχνεργα αυτά απουσιάζουν στο βόρειο τμήμα της (με Πάμα-Νιούνγκαν γλώσσα) Χερσονήσου του Ακρωτηρίου Γιορκ και στα Νησιά του Στενού Τόρες (Εικόνα Β).

Οι γλωσσολογικές εξηγήσεις για την ευρεία έκταση των γλωσσών Πάμα-Νιούνγκαν ποικίλλουν. Ο γλωσσολόγος Bob Dixon υποστήριξε ότι η γλωσσική διαφοροποίηση, από τον αρχικό αποικισμό της ηπείρου και εξής, καθρεφτίζει τοπική αλληλεπίδραση και δανεισμό, όχι γλωσσική εξάπλωση ή μετανάστευση. Η άποψη αυτή ερμηνεύει την οικογένεια Πάμα-Νιούνγκαν σαν αποτέλεσμα δεκάδων χιλιετιών επί τόπου αλληλεπίδρασης και δεν αναγνωρίζει καν την ύπαρξη μιας γενετικά συγκροτημένης οικογένειας Πάμα-Νιούνγκαν. Αυτό όμως δεν εξηγεί το γιατί οι Πάμα-Νιούνγκαν και οι μη-Πάμα-Νιούνγκαν γλώσσες έχουν τόσο λίγα σημάδια κάποιας αρχαίας κοινής καταγωγής, παρατήρηση που υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο από τρέχουσες φυλογενετικές αναλύσεις, ή το γιατί η εξήγηση της αλληλεπίδρασης που χρησιμοποιείται για τις γλώσσες Πάμα-Νιούνγκαν δεν ισχύει επίσης και για τις μη-Πάμα-Νιούνγκαν, που ποτέ δεν γνώρισαν ανάλογες διαδικασίες σύγκλισης.

Η κοινή ιστορική ανάπτυξη είναι βασικό ζήτημα εδώ, αφού αν μπορεί να αποδειχτεί ότι η Πάμα-Νιούνγκαν είναι γενετική οικογένεια γλωσσών, με ανασυνθέσιμη πρωτογλώσσα και συνεκτική διάταξη υποομάδων, που εξαπλώθηκε από μια θεωρούμενη περιοχή καταγωγής, τότε κάποιος βαθμός πληθυσμιακής μετανάστευσης γίνεται υποχρεωτική ανάγκη, αν θυμηθούμε τις ιστορικές παρατηρήσεις για την κίνηση μιας γλωσσικής οικογένειας που έχουν γίνει σ’ ένα από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου. Η άποψη του Dixon είναι ότι η Πάμα-Νιούνγκαν δεν είναι πραγματική γενετική οικογένεια, επομένως δεν διαθέτει μια ιστορία εξάπλωσης. Ο Mark Clendon έχει παρόμοια γνώμη, θεωρώντας ότι η Πάμα-Νιούνγκαν είναι αποτέλεσμα της επανακατοίκησης της μεταπαγετωνικής Αυστραλίας από γλωσσικά ποικιλόμορφες ομάδες που προέρχονταν από διάφορα καταφύγια στα ανατολικά, διαδικασία που ξεκίνησε περίπου 13.000 χρόνια πριν. Η υπόθεση της μικτής καταγωγής σημαίνει ότι η Πάμα-Νιούνγκαν δεν είναι έγκυρη οικογένεια, αλλά αποτέλεσμα επιφανειακής σύγκλισης μέσα από επαφή.

Ενάντια, ωστόσο, σ’ αυτή την άποψη μιας διαρκούς τοπικής αλληλεπίδρασης και ρευστότητας μέσα σε πολύ μακρόχρονες περιόδους, πολλοί γλωσσολόγοι σήμερα θεωρούν την Πάμα-Νιούνγκαν έγκυρη και σχετικά νέα οικογένεια, με μια ιστορία διασποράς των ομιλητών της και μια πρωτογλώσσα με περισσότερες από 50 ανασυνθέσεις λέξεων, αντωνυμιών ιδιαίτερα. Σύμφωνα με τον Nicholas Evans:

Πρέπει να εξηγήσουμε με κάποιο τρόπο την εκρηκτική και σχετικά πρόσφατη επέκταση της Πάμα-Νιούνγκαν πάνω στα εφτά όγδοα της ηπείρου […] κάποιο είδος εκτεταμένης πολιτισμικής αλλαγής, συνοδευμένης από την εξάπλωση μιας νέας γλώσσας, μοιάζει η πιθανότερη εξήγηση.

Το πρόβλημα είναι, ασφαλώς, να εξηγήσουμε πώς συνέβη αυτό. Γιατί οι Πάμα-Νιούνγκαν δεν απορροφήθηκαν απλώς από τους αυτόχθονες πληθυσμούς και γιατί οι γλώσσες τους δεν εξαφανίστηκαν απλώς; Για μια φορά ακόμα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ζητήματα μιας πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδρασης μεταξύ δημογραφικά ίσων ομάδων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών – εκτός αν μπορέσει να αποδειχτεί ότι κάποιες περιοχές ήταν ακατοίκητες πριν τον ερχομό των Πάμα-Νιούνγκαν ή ότι οι Πάμα-Νιούνγκαν είχαν κάποιο αποφασιστικό δημογραφικό ή τεχνολογικό πλεονέκτημα απέναντι στους συγκαιρινούς τους.

Η χρήση ραχωτών λεπίδων και γεωμετρικών μικρολίθων στη δημιουργία μιας πιο αποτελεσματικής κυνηγητικής τεχνολογίας θα μπορούσε να δείχνει προς τη δεύτερη πιθανότητα, ιδιαίτερα αν εντάσσεται στο πλαίσιο αυτό και ο ντίνγκο. Μολονότι τέτοια εργαλεία, απ’ ό,τι φαίνεται, συναντιόνταν στην ανατολική Αυστραλία σε πολύ μικρούς αριθμούς προτού από το 3500 χρόνια πριν, η γοργή άνοδος στη δημοτικότητά τους εκείνη περίπου την εποχή είναι πολύ εντυπωσιακή. Άλλο τόσο εντυπωσιακή είναι η κατάσταση στους μη-Πάμα-Νιούνγκαν, οι οποίοι σε μια ανάλογη χρονολογία στράφηκαν στη χρήση αμφιπρόσωπων αιχμών. Μπορεί αυτό να ήταν συμπτωματικό; Ή έχουμε μια κατάσταση αρκετά αιφνίδιας πολιτισμικής απόκλισης;

Οι περισσότεροι αυστραλοί γλωσσολόγοι θεωρούν τώρα την Πάμα-Νιούνγκαν αληθινή και σχετικά νέα γλωσσική οικογένεια, με μια ιστορία γλωσσικής επέκτασης που ξεκίνησε κάποια στιγμή ανάμεσα σε 3000 και 5000 χρόνια πριν. Για παράδειγμα, οι O’Grady και Fitzgerald τη θεωρούν ελαφρώς λιγότερο διαφοροποιημένη από την κύρια φινο-ουγγρική υποομάδα των ουραλικών γλωσσών, επομένως με μια ηλικία μεταξύ 3500 και 4500 χρόνων. Ο Patrick McConvell έχει υποστηρίξει από παλιά μια μεταναστευτική εξήγηση για την Πάμα-Νιούνγκαν, εντοπίζοντας την πηγή της σε μια γλωσσική κοιτίδα κοντά στη νοτιανατολική πλευρά του Κόλπου της Καρπεντάριας και θεωρώντας ότι συσχετίζεται με την εξάπλωση των ραχωτών τέχνεργων. Ο Nicholas Evans και ο Rhys Jones έχουν παρόμοιες απόψεις σε σχέση με τη χρονολογία και την κοιτίδα, υποστηρίζουν όμως μια μάλλον διαφορετική και πιο περίπλοκη εξήγηση:

[…] σύμφωνα με την οποία η νέα τεχνολογία [δηλαδή τα ραχωτά τέχνεργα] εξαπλώθηκε σε συνδυασμό μ’ ένα συγκεκριμένο σύνολο δοξασιών, με νεοφώτιστους να μυούνται στην Πάμα-Νιούνγκαν καθώς μάθαιναν νέες τελετές και νέες τεχνικές κατασκευής εργαλείων, ενώ η γλωσσική επέκταση προωθήθηκε από το τελετουργικό γόητρο και τα αλλαγμένα σχήματα στην ανταλλαγή συζύγων, καθώς οι Πάμα-Νιούνγκαν ζητούσαν πληρωμή σε συμβίες για τους γιους τους, με αποτέλεσμα την εξαγωγή της Πάμα-Νιούνγκαν προς νέα νοικοκυριά. Την κοινωνική καινοτομία των νέων τελετών και των ευρύτερων επιγαμιών υποβάσταζαν πρόοδοι στην τροφική τεχνολογία, που επέτρεπαν να τρέφονται μεγάλες συγκεντρώσεις ανθρώπων για αρκετά μεγάλες περιόδους.

Η εξήγηση αυτή απαιτεί απαραίτητα τη συνεχή κίνηση κάποιων τουλάχιστον αντρών με γλώσσα Πάμα-Νιούνγκαν, έστω κι αν η αλλαγή γλώσσας είναι βασικό τμήμα της εξίσωσης. Ο McConvell ευνοεί μια πιο συνολική πληθυσμιακή κίνηση και εντοπίζει μερικές μεμονωμένες περιπτώσεις εξάπλωσης γλωσσών Πάμα-Νιούνγκαν σε σχετικά πρόσφατες εποχές. Η προσωπική μου γνώμη είναι πολύ κοντά σ’ αυτήν του McConvell και δεν έχει αλλάξει και πολύ από όταν τη διατύπωσα για πρώτη φορά, το 1997:

Θα μπορούσαν άραγε οι γλώσσες Πάμα-Νιούνγκαν να είναι αποτέλεσμα μιας πραγματικής διασποράς ανθρώπων […] τόσο γρήγορης και εκτεταμένης ώστε να οδηγήσει σε μια θαμνοειδή μάλλον παρά δενδροειδή διάταξη των υποομάδων στο χώρο και το χρόνο; Εάν κάποια μορφή αρχέγονης Πάμα-Νιούνγκαν εξαπλώθηκε με τον τρόπο αυτό πριν περίπου 4000 χρόνια σε πολλά μέρη της Αυστραλίας (ίσως πιο αργά σε περιοχές ήδη αρκετά πυκνοκατοικημένες, όπως η κοιλάδα του Μάρει), τότε μεγάλος αριθμός πληθυσμών θα μπορούσε να έχει διαφοροποιηθεί γρήγορα ώστε να δημιουργήσει γλωσσικές υποομάδες πολύ τοπικές.

* * * * * * *

Μια συνολική εξήγηση για τις γλώσσες Πάμα-Νιούνγκαν, τους ντίνγκο και την εξάπλωση των ραχωτών τέχνεργων στην Αυστραλία θα μπορούσε να συγκροτηθεί εύλογα γύρω από μια ιδέα μετανάστευσης – παρότι πολλές από τις μαρτυρίες είναι, ομολογουμένως, μάλλον ισχνές. Στη θετική πλευρά έχουμε την ασιατική καταγωγή των ντίνγκο και τα δεδομένα της κατανομής και της χρονολόγησης των ραχωτών εργαλείων και μικρολίθων, που εμφανίζονται στο Σουλαουέσι πριν τον αυστρονησιακό αποικισμό. Έχουμε επίσης την ανακατασκευασμένη προϊστορία της σχετικά νέας γλωσσικής οικογένειας Πάμα-Νιούνγκαν, καθώς και της πολύ πιο αρχαίας μη-Πάμα-Νιούνγκαν οικογένειας. Οι γλώσσες Πάμα-Νιούνγκαν δεν παρουσιάζουν κάποια σαφή φυλογενετική συγγένεια με οποιαδήποτε από τις μη-Πάμα-Νιούνγκαν. Στην αρνητική πλευρά, ωστόσο, δεν έχουμε την υποστήριξη κάποιας βιολογικής μαρτυρίας από το Σουλαουέσι, ενώ οι προ-αυστρονησιακές γλώσσες του νησιού αυτού έχουν εξαφανιστεί.

Εάν οι πρώιμοι ομιλητές της Πάμα-Νιούνγκαν είχαν σκύλους που ήταν χρήσιμοι στο κυνήγι και μια καλά αναπτυγμένη τεχνολογία ραχωτών και μικρολιθικών τέχνεργων, θα μπορούσαν να έχουν ένα πλεονέκτημα απέναντι στις αυτόχθονες αυστραλιανές ομάδες με τις λιγότερο εξειδικευμένες λιθοτεχνίες. Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, η μόνη ομάδα που αντιστάθηκε στην πίεση των Πάμα-Νιούνγκαν ήταν οι μη-Πάμα-Νιούνγκαν, χάρι στην τεχνολογία τους της αμφιπρόσωπης αιχμής και του πέλεκυ με τριπτή κόψη. Ο τελευταίος είχε χρησιμοποιηθεί στην περιοχή αυτή (των μη-Πάμα-Νιούνγκαν), αλλά πουθενά αλλού στην Αυστραλία, από πριν το τελευταίο παγετωνικό μέγιστο. Ο πληθυσμός Πάμα-Νιούνγκαν, στη συνέχεια, δανείστηκε και διέδωσε την τεχνολογία του πέλεκυ με τριπτή κόψη προς το νότο, στην υπόλοιπη ηπειρωτική Αυστραλία, πριν περίπου 3000 χρόνια.

Μπορούμε άραγε να συμπεράνουμε ότι οι πρώιμοι Τοάλιοι του Σουλαουέσι περιλάμβαναν κάποια στοιχεία του αρχέγονου πληθυσμού Πάμα-Νιούνγκαν, από πολιτισμική, γλωσσική και γενετική άποψη; Μήπως κάποιοι ιδρυτές ταξίδεψαν με βάρκες μέσα από τις γαλήνιες ισημερινές θάλασσες για να μπουν στον Κόλπο της Καρπεντάριας πριν 3500 χρόνια; Ακολουθούσαν άραγε ανάλογη διαδρομή με τους ψαράδες του teripang των ιστορικών χρόνων, μεταφέροντας, σαν αποσκευές με συνέπειες που έφτασαν μακριά, τους σκύλους τους και την τεχνογνωσία της πιρόγας με ζυγοστάτη, η οποία μπορεί να είχε φτάσει στο Σουλαουέσι μαζί με τους αυστρονήσιους έποικους; Μια μικρή ιδρυτική ομάδα κυνηγών-τροφοσυλλεκτών θα μπορούσε να αυξηθεί ραγδαία και να εξαπλωθεί γρήγορα, αλλά μόνο αν οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές.

Κάποια γενετικά και ανθρωπομετρικά στοιχεία μπορεί να έχουν κάποια σημασία εδώ. Μια ενδεικτική παρατήρηση (από τον Kayser και τους συνεργάτες του) είναι ότι ένας συγκεκριμένος απλότυπος του χρωμοσώματος Y γνώρισε μεγάλη επέκταση πριν περίπου 4000 χρόνια από μια περιοχή προέλευσης στη βορειανατολική Αυστραλία, που θα μπορούσε να ήταν κοντά στο Ακρωτήριο Γιορκ και την πιθανή κοιτίδα των γλωσσών Πάμα-Νιούνγκαν. Οι συγγραφείς της εν λόγω μελέτης συσχετίζουν ειδικά την επέκταση αυτή με μια κίνηση ραχωτών εργαλείων και σκύλων. Πολύ παλαιότερα, ο Joseph Birdsell (1967) είχε διαπιστώσει σωματικές διαφορές, με ζωντανή μέτρηση, ανάμεσα σε κείνους που ο ίδιος ονόμασε Καρπεντάριους, που βρίσκονταν κυρίως στη βόρεια περιοχή που σήμερα κατέχεται από τις μη-Πάμα-Νιούνγκαν γλώσσες, και τους Μαρεϊανούς, που εκπροσωπούνταν τυπικά από τους αυτόχθονες πληθυσμούς της νοτιανατολικής Αυστραλίας. Οι υποθέσεις του Birdsell εντάσσονταν στο πλαίσιο μιας τριυβριδικής ιστορίας των Αυστραλών που σήμερα θεωρείται παρωχημένη, είναι όμως πιθανό οι σημερινοί Καρπεντάριοι και Μαρεϊανοί να εκπροσωπούν, αντίστοιχα, τους απογόνους των πρώιμων πληθυσμών μη-Πάμα-Νιούνγκαν και Πάμα-Νιούνγκαν. Ίσως οι σύγχρονοι βιολόγοι θα έπρεπε να εξετάσουν και πάλι μερικά από αυτά τα παλιά στοιχεία κάτω από ένα νέο φως.

Και πράγματι, μοιάζει να ρίχνει ένα γενετικό νέο φως στην υπόθεση μια νέα μελέτη που μιλάει για γονιδιακή ροή από τη νότια Ινδία στην Αυστραλία πριν περίπου 4000 χρόνια, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνάντησε καλή υποδοχή από τους αυστραλιανούς προϊστοριολόγους και τα δεδομένα της ανάλυσης έχουν αντληθεί μόνο από ζώντες πληθυσμούς, όχι από αρχαίους. Με δεδομένο ότι οι τοάλιοι πληθυσμοί δεν υπάρχουν πια με την έννοια που υπήρχαν 4000 χρόνια πριν, αυτά τα νέα γενετικά δεδομένα μπορούν μόνο να υπαινιχθούν μια πιθανότητα πληθυσμιακής μετακίνησης κατά την εποχή εκείνη. Ωστόσο αυτή η νύξη έχει ενδιαφέρον, ούτως ή άλλως.

Κατά τη γνώμη μου, η σύζευξη των περιστάσεων που διαπιστώνουμε στο νότιο Σουλαουέσι και την Αυστραλία του ύστερου Ολόκαινου, στις κατανομές και τις χρονολογίες για λίθινα τέχνεργα και σκύλους ντίνγκο, για την άφιξη πληθυσμών αυστρονησιακής γλώσσας στο Σουλαουέσι, και ιδιαίτερα στην Αυστραλία για τις διαφορετικές ιστορίες των γλωσσικών ομάδων Πάμα-Νιούνγκαν και μη-Πάμα-Νιούνγκαν, είναι πράγματι πολύ εντυπωσιακή. Θα ήταν ίσως υπερβολικό να τα αποδώσουμε όλα σε απλές συμπτώσεις και μόνο. Η Αυστραλία του μέσου Ολόκαινου ήταν ένας τόπος εξαιρετικά δυναμικών αλλαγών. Θα έπρεπε ίσως να εξετάσουμε την πιθανότητα ότι οι αυστραλιανοί πολιτισμοί τις παραμονές του ερχομού των Ευρωπαίων ήταν, όχι απομονωμένες συνέχειες των αυστραλιανών πολιτισμών του 40.000 χρόνια πριν, αλλά αξιοπρόσεχτα προϊόντα μιας διαπολιτισμικής ενεργητικότητας κυνηγών-τροφοσυλλεκτών.

[Peter Bellwood, First Migrants: Ancient Migration in Global Perspective, Wiley-Blackwell, 2013, σελ. 113-121, διασκευή]

Για να πω την αλήθεια, κάποια από τα επιχειρήματα του Μπέλγουντ δεν είναι του γούστου μου, π.χ. αυτό με τα ανθρωπομετρικά. Από την άλλη, μερικά αντεπιχειρήματα μου φαίνονται ελκυστικά, κυρίως το σχετικό με την «ψευδή συγγένεια» μεταξύ γλωσσών που οφείλεται σε παρατεταμένη επαφή κι αλληλεπίδραση. Νομίζω ότι το μοντέλο αυτό, είτε εξηγείται με τη λογική της sprachbund είτε με κάποιο άλλο τρόπο, αξίζει μεγαλύτερη προσοχή γενικότερα, δηλ. θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε άλλες περιοχές του κόσμου και στη συγκριτική τους γλωσσολογία – με τον κίνδυνο βέβαια να αναστατώσει οριστικά τα ταχτοποιημένα γενεαλογικά της δέντρα. Συνολικά όμως, βρίσκω ότι η υπόθεση μιας μετανάστευσης Πάμα-Νιούνγκαν έχει πολλές ενδείξεις υπέρ της και αξίζει τον κόπο να εξεταστεί περισσότερο. Γιατί όμως;

Για να πω (και πάλι) την αλήθεια, δεν μ’ ενδιαφέρει τρομερά να μάθω αν η μετανάστευση αυτή συνέβη «στ’ αλήθεια» – εννοώ δεν μ’ ενδιαφέρει και τόσο το πρόβλημα με τη μορφή αστυνομικού αινίγματος, το αν θα αποδείξουμε στο σεβαστό δικαστήριο ή ακροατήριο ότι, ναι, όντως, μερικές βάρκες που είχαν ξεκινήσει από την Κελέβη έσκισαν τα ήρεμα νερά του Κόλπου της Καρπεντάριας κάποιο ωραίο καλοκαιρινό πρωινό, ας πούμε του έτους 1543 π.Χ. (περίπου την ίδια στιγμή που στην Αίγυπτο ξεκινούσε η Δέκατη Όγδοη Δυναστεία). Ή μάλλον εντάξει, αν θέτε, κι αυτό το παιγνίδι έχει τη χάρη του. Όμως, εκείνο που περισσότερο μ’ ενδιαφέρει είναι να δειχτεί ότι τέτοια πράγματα, όπως μια οργανωμένη μετανάστευση μεγάλων αποστάσεων, ήταν εφικτά, ακόμα και στην Αυστραλία. Κι ότι, ακόμα και χωρίς μια μετανάστευση από το Σουλαουέσι (αν δηλ. ισχύουν κάποιες από τις εναλλακτικές ερμηνείες των σχετικών φαινομένων), συνέβαιναν καινοφανή πράγματα και ανεπίστρεπτες αλλαγές, ακόμα και στην Αυστραλία.

«Ακόμα και»; Οι Αυστραλοί Ιθαγενείς είχαν αντιμετωπιστεί με την έσχατη περιφρόνηση, ιδίως κατά τον (επιστημονικό και φιλελεύθερο) 19ο αιώνα, σε σημείο ν’ αμφισβητηθεί ακόμα κι η συμμετοχή τους στο ίδιο ζωικό είδος όπου ανήκαν οι λευκοί κύριοι. Κι αυτό επειδή είχαν φανεί «υπερβολικά αρχαίοι», δηλ. λόγω της μακρόχρονης προσκόλλησής τους στο ίδιο μέρος και λόγω της παρατεταμένης απομόνωσής τους από την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Σε μεταγενέστερες εποχές, σ’ ένα αλλαγμένο πολιτικό, διανοητικό και ηθικό κλίμα, οπωσδήποτε πιο ευνοϊκό απέναντι στους Ιθαγενείς (στη θεωρία, τουλάχιστον), αυτή η «καθυστέρηση» έγινε, αντί για κουσούρι, προτέρημα. Η απομόνωση και η αρχαία-στατική κατοίκηση συνδυάστηκαν με τις ιδέες, ή μάλλον με τα ιδεώδη, ενός χαμένου παραδείσου και μιας άχρονης αρμονίας. Όμως κι αυτό αδικεί εκείνους που υποτίθεται ότι θέλει να παινέψει. Η ιστορία, όχι με την παλιά συμβατική έννοια της παρουσίας γραπτών τεκμηρίων (σε αντιπαράθεση προς την προϊστορία), αλλά η ιστορία σαν γίγνεσθαι, ήταν παρούσα στην Αυστραλία εδώ και 50.000 χρόνια και, σε αντίθεση με τον πλανήτη, δεν πάγωσε κι αυτή στη συνέχεια.

Advertisements