Παράρτημα: Μια ιέρεια

«Αυτό με έκανε να πιστεύω από τότε και για πάντα ότι θα μπορούσα να έχω γράψει το Συμπόσιο – αν δεν είχε γραφτεί, και μάλιστα τόσο καλά. Υπήρξατε, υπήρξες, για μένα μια Διοτίμα. Ένας από τους μεγάλους μου καημούς ήταν πάντοτε ότι η σχέση μας υπήρξε τόσο σύντομη». Η γυναίκα στην οποία απευθύνονται αυτές οι αράδες έμεινε γνωστή με το σανσκριτικό όνομα Σαβίτρι Ντέβι, ήταν όμως γαλλίδα. Από πατέρα με απώτερη ελληνική (ή μάλλον ελληνοϊταλική) καταγωγή και εγγλέζα μάνα, η Μαξιμίν Πορτάς γεννήθηκε το 1905 στη Λιόν για να διαγράψει μια εκκεντρική, για να πούμε το λιγότερο, τροχιά με φόντο τα μεγάλα γεγονότα του 20ού αιώνα. Πιο παράξενο και πιο αναπάντεχο, όμως, είναι το ποιος τής στέλνει αυτή την επιστολή.

 κατάλογος

Από παιδί η Μαξιμίν είχε πάθος με τη χορτοφαγία, τον αντιαλκοολισμό και τα δικαιώματα των ζώων, όμως αυτή η τάση της για «ριζοσπαστική οικολογία» (θα λέγαμε σήμερα) συνδυάστηκε γρήγορα με μια αγάπη για την ευγονική και για τη Γερμανία, καθώς και μια απέχθεια για τους Εβραίους, για να καταλήξει σε λατρεία μιας θολής και μυθικής «ινδοευρωπαϊκότητας», που από το 1930 περίπου συγκεκριμενοποιείται σε μιαν απέραντη και ισόβια αφοσίωση στον Αδόλφο Χίτλερ. Αφού απαρνήθηκε τη γαλλική υπηκοότητα για να πάρει την ελληνική, έρχεται στην Αθήνα (το 1927 ή το 1928, απ’ ό,τι φαίνεται) για να προωθήσει έναν εξίσου εκκεντρικό εθνικισμό: ντύνεται με αρχαιοελληνικά ρούχα και κάνει εκστρατεία υπέρ της επιστροφής στο δωδεκαθεϊσμό, ενώ παράλληλα γράφει απόκρυφες μελέτες γύρω από τα μαθηματικά και τον Πλάτωνα.

Στο σημείο αυτό, μπαίνει στο δικό μας οπτικό πεδίο, αφού έμελλε να γίνει η «ελληνικής καταγωγής γαλλίδα γκουβερνάντα του μικρού Κορνήλιου». Πράγματι, σύμφωνα με τον Φρανσουά Ντος, που έγραψε πρόσφατα μια πολυπαινεμένη βιογραφία του φιλόσοφου,[1] η Μαξιμίν Πορτάς «θα έρθει στην Ελλάδα, έπειτα από πρόσκληση του Καίσαρα Καστοριάδη, για να αναλάβει την ανατροφή του γιου του». Αυτό από μια πλευρά μοιάζει εύλογο, αφού ο Καίσαρ είναι προοδευτικός, «αντικληρικαλιστής, βολταιριανός» και με πίστη «στις αξίες, απαραβίαστες και οικουμενικές, της Επανάστασης του 1789», δεν είναι λοιπόν περίεργο να στρέφεται σε μια γαλλίδα με ηχηρά αντιχριστιανική στάση: η ορθολογική παιδεία, και μαζί της η υγιής λατρεία της αρχαιότητας, πρέπει να εισάγονται από τη Γαλλία – από την άλλη μοιάζει κάπως αλλόκοτη κι αντιφατική η συγκεκριμένη επιλογή, αφού η Μαξιμίν είχε ήδη σχέσεις με τη γερμανόφιλη φιλοβασιλική παράταξη κι είχε αφιερώσει ένα έργο της στον Ίωνα Δραγούμη… Εν πάση περιπτώσει, η Πορτάς όχι μόνο μαθαίνει γαλλικά τον Κορνήλιο, αλλά του προσφέρει και την πρώτη του εισαγωγή στη φιλοσοφία, του μιλάει «για τον Σπινόζα και για τις Βέδες» – κρατάει αυτή τη θέση από το 1929 ως το 1934.[2]

Θα καταλήξει, στις παραμονές του πολέμου και αναζητώντας πάντα τις μυστικές άριες ρίζες, στην Ινδία, όπου θα παντρευτεί κάποιο βραχμάνο (ήδη μυημένο στον εθνικοσοσιαλισμό), θα υιοθετήσει το όνομα με το οποίο έγινε γνωστή (πρέπει να σημαίνει κάτι σαν «θεά του ήλιου») και, πάντα πιστή στον Άξονα, θα κάνει κατασκοπεία υπέρ των Γιαπωνέζων. Πιο γνωστή έγινε στον μεταπόλεμο, καθώς εξακολουθούσε να διακηρύσσει την, ντεμοντέ πια, προσωπική της αφοσίωση στον Αδόλφο Χίτλερ, έπαιζε «ενεργό ρόλο στους νεοναζιστικούς κύκλους», φυλακίστηκε στη Δυτική Γερμανία για ναζιστική προπαγάνδα, κλπ. Εκ των υστέρων, μάλιστα, αυτή «η ιέρεια του Χίτλερ» τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή όσων μελέτησαν το ρόλο του αποκρυφισμού σε ναζισμό και νεοναζισμό.[3] Έγραψε φιλοσοφικά απομνημονεύματα με τίτλο «Αναμνήσεις μιας Άριας» για να εκδοθούν με τον τίτλο Autobiographie d’une Hitlérienne (Παρίσι, 2008) ενώ ζήτησε να τοποθετηθούν οι στάχτες της κοντά σε κείνες του Τζορτζ Λίνκολν Ρόκγουελ, ιδρυτή του Αμερικάνικου Ναζιστικού Κόμματος. «Στο σύνολό του», διαπιστώνει ο Ντος, «το έργο της είναι ένας ύμνος στην ανωτερότητα της αρίας φυλής, διαποτισμένος από τον πιο ακραίο αντισημιτισμό».

Όπως και να’χει, τo 1969, η Μαξιμίν ανακαλύπτει τον παλιό της μαθητή και του γράφει («Κορνήλιε, αγαπητό μου παιδί. Με θυμάσαι; Είμαι η δεσποινίς Portas, η πρώτη σου δασκάλα των γαλλικών, όταν ήσουν επτά ετών»). Ο παλιός μαθητής (λέει ο Ντος) «θυμάται πολύ καλά τη γυναίκα που ενσάρκωσε για αυτόν την αφύπνιση αφενός του πνεύματος και αφετέρου των αισθήσεων» και «ομολογεί ότι ήταν το πρώτο νεανικό του πάθος», με τον ένθερμο τρόπο που είδαμε στην αρχή: «Αυτό με έκανε να πιστεύω από τότε και για πάντα ότι θα μπορούσα να έχω γράψει το Συμπόσιο – αν δεν είχε γραφτεί, και μάλιστα τόσο καλά. Υπήρξατε, υπήρξες, για μένα μια Διοτίμα. Ένας από τους μεγάλους μου καημούς ήταν πάντοτε ότι η σχέση μας υπήρξε τόσο σύντομη».

 photo-savitri20-improved

Κι αρχίζει μια κάπως παράξενη αλληλογραφία καθώς ο ένας ξέρει την πολιτική διαδρομή του άλλου αλλά εκφράζονται πολύ διακριτικά. Η Μαξιμίν δεν παραλείπει να αναφέρει το μεγάλο της ίνδαλμα, τον Αδόλφο, αλλά πάντα ανώνυμα: «Υπάρχει ένας ηγέτης του 20ού αιώνα, που προτιμώ να μην αναφέρω το όνομά του σε μια επιστολή όπως αυτή», ο οποίος «προσπάθησε να επιβάλει ένα ιδεώδες τελειότητας» και απέτυχε «όχι γιατί υπήρξε υπερβολικά βίαιος αλλά γιατί βρήκε απέναντί του κάποιους πιο βίαιους από εκείνον».

«Θα συναντηθούν μερικές φορές το 1970, αλλά και αρκετά χρόνια αργότερα, το 1982», γράφει επίσης ο Ντος. «Λίγο πριν πεθάνει, στα τέλη εκείνης της χρονιάς, η Maximine θα επισκεφθεί τον Κορνήλιο, ήδη παντρεμένο με τη Ζωή, στο διαμέρισμά του στην οδό Alboni, συνοδευόμενη από ένα στέλεχος της γαλλικής ακροδεξιάς».

 


[1] François Dosse, Καστοριάδης: Μια ζωή, μτφ. Ανδρέας Παππάς, Πόλις, 2015. Όλα τα αποσπάσματα εντός εισαγωγικών, συμπεριλαμβανομένων και των παραθεμάτων από την αλληλογραφία Καστοριάδη-Πορτάς, προέρχονται από αυτό το βιβλίο, σελ. 16 και κυρίως σελ. 20-23.

[2] Πάντα σύμφωνα με τον Ντος, άλλες πηγές δίνουν ελαφρά διαφορετικές χρονολογίες. Φαίνεται ότι μπερδεύονται επειδή η Πορτάς έκανε, ενδιάμεσα, διάφορα ταξίδια, επιστρέφοντας κάθε φορά στην Αθήνα.

[3] Π.χ. Nicholas Goodrick-Clarke, Hitler’s Priestess: Savitri Devi, the Hindu-Aryan Myth, and Neo-Nazism, New York University Press, 1998.

Advertisements